02/11/2015
Οι αλλαγές για τις τράπεζες και την ελληνική οικονομία μετά τα Stress Tests

 

Η επόμενη ημέρα για τις τράπεζες ταυτίζεται με την επόμενη ημέρα για την ελληνική οικονομία. Μένει η επιλογή του καλού ή του κακού σεναρίου! Οι θεσμοί δηλώνουν αισιόδοξοι και ο τρόπος διαχείρισης των stress tests δείχνει σε κάθε λεπτομέρειά του πως αυτό που επιλέγεται είναι το καλό σενάριο.

Εγιναν όλα γρήγορα και θα μπορούσε να πει κανείς πως η ταχύτητα αυτή επέτρεψε στην κυβέρνηση να διατηρήσει ένα σημαντικό ατού: να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ενός δυνητικού «κουρέματος» των ανασφάλιστων καταθέσεων που θα κλόνιζε καίρια την εμπιστοσύνη στον τραπεζικό θεσμό.

Οσο για τις ελληνικές τράπεζες πρέπει κάποιος να αξιολογήσει τη δυναμική και την εμπειρία του προσωπικού των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στα τεστ προσομοίωσης.

Οι ελληνικές τράπεζες δηλώνουν και φαίνεται πως είναι έτοιμες να καλύψουν όχι μόνον το βασικό σενάριο και το AQR μέσω αυξήσεων κεφαλαίου από ιδιώτες επενδυτές αλλά ακόμη και τμήμα του δυσμενούς σεναρίου. Εχουν βρει δηλαδή τα ιδιωτικά κεφάλαια που θα μπουν και θα διατηρηθεί ο έλεγχος των τραπεζών από τους ιδιώτες΄.

Αυτό που πρέπει να εκτιμηθεί είναι κατά πόσον οι ανακεφαλαιοποιημένες πλέον τράπεζες θα μπορέσουν να υποστηρίξουν ενεργά την ελληνική οικονομία η οποία βρίσκεται σε εξαετή ύφεση και να την οδηγήσουν εκτός αυτού του φαύλου κύκλου στον οποίον έχει εισέλθει εδώ και πολύ καιρό. Δεν είναι εύκολη διαδικασία και ασφαλώς δεν εξαρτάται μόνον από το τραπεζικό σύστημα.

Οι τράπεζες σε ιδιώτες

Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν αντιμετώπισε εξαετή ύφεση μαζί με σοβαρή και πάγια μείωση εισοδημάτων. Αυτά τα δυο στοιχεία παίζουν καθοριστικό ρόλο στη πιθανότητα είσπραξης των «κόκκινων» δανείων που με τη σειρά τους προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ως επιχειρήσεις και τις ευχέρειες που αυτές θα έχουν να δανειοδοτήσουν τελικώς την ελληνική οικονομία.

Βασικό δεδομένο αποτελεί πως, μετά τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου  οι συστημικές τράπεζες θα είναι ιδιωτικές. Οι τράπεζες χρειάζονται 4,4 δισ. ευρώ στο βασικό σενάριο και 14,4 δισ. στο δυσμενές.

Δεν αποκλείεται ορισμένες εκ των τραπεζών να ζητήσουν -μέσω των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου που θα διενεργήσουν- να καλυφθεί το σύνολο της κεφαλαιακής τους ανάγκης. Το κομμάτι του δυσμενούς σεναρίου που θα καλυφθεί μέσω δανεισμού από το Δημόσιο ανέρχεται στο 25% του συνόλου του παραπάνω ποσού και επομένως το Δημόσιο σε κάθε περίπτωση έχει πλέον δικαιώματα ψήφου, παραμένει ωστόσο μειοψηφία. Οι τράπεζες περνούν στους ιδιώτες και στην αποκλειστική εποπτεία της ΕΚΤ με ευθύνη της οποίας επισυμβαίνει η ιδιωτικοποίηση. Το κράτος απλά θα έχει δικαίωμα ψήφου για σημαντικές αποφάσεις και είναι η πρώτη φορά που μπορεί να το κάνει αυτό.

Η επιτυχία των αυξήσεων- που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη παρά το γεγονός πως διενεργείται κάτω από αντίξοες συνθήκες- θα σημαίνει πως οι τράπεζες εξακολουθούν να θεωρούνται "business" για κάποιους ιδιώτες επενδυτές παρά το γεγονός πως όσοι τα προηγούμενα χρόνια επένδυσαν σε αυτές, έχασαν σημαντικά κεφάλαια. Φαίνεται δηλαδή ότι οι ιδιώτες συνεχίζουν να βλέπουν ευκαιρίες στην ελληνική τραπεζική αγορά και περιμένουν την επενδυτική «έκρηξη» της οικονομίας και του Χρηματιστηρίου ώστε να κερδίσουν κι αυτοί μέρος των κεφαλαίων που έχασαν τα τελευταία χρόνια της απαξίωσης.

Βεβαίως κάποιοι λένε και σωστά, πως θα πρέπει να γίνουν οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις για να ισχύσουν οι μακροοικονομικές υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test).

Οχι σε νέα απόκλιση

Η διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών στηρίχθηκε, όπως και κάθε άλλη φορά, σε συγκεκριμένες υποθέσεις σχετικά με την πορεία της Ελληνικής οικονομίας τα επόμενα τρία χρόνια. Δηλαδή, όπως αυτή θα εξελιχθεί βάσει του προγράμματος αναδιάρθρωσης της Ελληνικής οικονομίας που προβλέπεται από το τρίτο μνημόνιο. Οποιαδήποτε σημαντική απόκλιση από το πρόγραμμα αυτό, θα έχει σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εισόδου της χώρας σε μια αναπτυξιακή πορεία και θα επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών. Αυτό με τη σειρά του θα δημιουργήσει νέες ανάγκες κεφαλαίων, ένας φαύλος κύκλος δηλαδή που θα θέσει σε ομηρία ολόκληρο το σύστημα εκ νέου.

Ακόμα, η καθυστέρηση επανόδου της οικονομίας σε πορεία ανάπτυξης θα αναχαιτίσει τα επιχειρησιακά πλάνα των τραπεζών που προβλέπουν αύξηση των λειτουργικών τους κερδών και δεν θα τους επιτρέψει να αυξήσουν με οργανικό τρόπο τα κεφάλαια και τα αποθεματικά τους.

Η κακή εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ακόμη παρούσα. Η πρόσφατη telecoference της ΕCΒ σε δημοσιογράφους καταγράφει το πρόβλημα.

Ο έλεγχος που πραγματοποίησε η ΕΚΤ στη διάρκεια της αξιολόγησης έφερε στο φως πρόσθετα δάνεια ύψους 7 δισ. ευρώ, τα οποία θα πρέπει να αθροιστούν με τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια, καθώς η εξυπηρέτηση τους εμφανίζει προβλήματα.  Τα δάνεια αυτά προέρχονται κυρίως από τις επιχειρηματικές χορηγήσεις, καθώς ποσοτικά τα περισσότερα από αυτά -περίπου τα 4,3 δισ. ευρώ- αφορούν μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Όπως ανακοίνωσε νωρίτερα η ΕΚΤ, ο έλεγχος της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού είχε ως αποτέλεσμα συνολικές προσαρμογές ύψους 9,2 δισ. ευρώ όσον αφορά τη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού των συμμετεχουσών τραπεζών στις 30 Ιουνίου 2015. Επιπροσθέτως, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (non-performing exposure - NPE) των τεσσάρων τραπεζών αυξήθηκε κατά 7 δισ. ευρώ, με τις σχετικές προβλέψεις να έχουν ήδη ληφθεί υπόψη στις ως άνω προσαρμογές που προέκυψαν από τον έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

Πέραν του σοβαρού κοινωνικού προβλήματος που δημιουργείται από τα «κόκκινα» δάνεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε ευρώ που εισπράττει η τράπεζα από ένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο μειώνει αντίστοιχα το έλλειμμα εποπτικών κεφαλαίων. Επομένως η μεγιστοποίηση της είσπραξης «κόκκινων» δανείων είναι προς όφελος και των τραπεζών και του κράτους και του φορολογούμενου πολίτη. Για τους λόγους αυτούς, η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού δεν πρέπει να γίνει με βραχυπρόθεσμο εισπρακτικό ορίζοντα. Πρέπει να τεθεί, λένε τραπεζίτες, σε μέσομακροπρόθεσμη βάση που θα εγγυηθεί την μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα αναγνωρίζοντας παράλληλα την σοβαρή κοινωνική διάσταση του θέματος.

Τα ζητήματα

Τα ανοιχτά για την ανακεφαλαιοποίηση ζητήματα σε αυτήν την φάση παρέμεναν μέχρι αργά χθες το βράδυ ανοικτά ήταν τα εξής:

- το ύψος των κεφαλαιακών αναγκών που θα κληθούν να καλύψουν οι ιδιώτες μέσω των αυξήσεων κεφαλαίου και αν αντίστοιχα οριοθετηθεί εξ αρχής ποσοστό για το ΤΧΣ

- την αναλογία κοινών μετοχών και υπό αίρεση μετατρέψιμωνομολογιών (CoCos) με την οποία το ΤΧΣ θα καλύψει το μέρος του δυσμενούς σεναρίου που δεν θα καλυφθεί από ιδιώτες- τον μηχανισμό μετατροπής σε κοινές των προνομιούχων μετοχών στην περίπτωση που Eurobank και Εθνική δεν καταφέρουν να καλύψουν το σύνολο των κεφαλαιακών τους αναγκών (σ.σ με το ακραίο σενάριο) από τους ιδιώτες. Aργά χθες το βράδυ αποφασίστηκε από το ΚΥΣΟΙΠ ουσιαστικά το ΤΧΣ να διατηρήσει μετά τιςαυξήσεις κεφαλαίου ποσοστό στις τράπεζες τουλάχιστον 25%. Τραπεζικά στελέχη αναφέρουν, μάλιστα, ότι το ελάχιστο ποσοστό που ήθελε η κυβέρνηση για το Ταμείο να φτάσει στο 30%. Τελικά η αναλογία κοινών μετοχών και CoCos έκλεισε σε 25% - 75%.

- Το discount επί της ονομαστικής αξίας με το οποίο θα υποχρεωθούν να μετατρέψουν σε μετοχές τις ομολογίες ή άλλους τίτλους οι κάτοχοι υβριδικών, ομολόγων μειωμένης και υψηλής διαβάθμισης, αν το ΤΧΣ βάλει έστω ένα σεντ για την κάλυψη του δυσμενούς σεναρίου.

Ο εύκολος τρόπος για να το πετύχει τον στόχο της μεγάλης συμμετοχής του ΤΧΣ η κυβέρνηση είναι να μετατραπούν σε κοινές μετοχές οι προνομιούχες που κατέχει σε Εθνική και Eurobank από την κεφαλαιακή ενίσχυση που είχε δοθεί με τον Πυλώνα Ι του νόμου Αλογοσκούφη, το 2009.

Ο νόμος που ψηφίσθηκε χθες προβλέπει ότι εφόσον οι προνομιούχες μετατραπούν σε κοινές περιέρχονται αυτόματα στο ΤΧΣ και διαθέτουν πλήρη δικαιώματα ψήφου κάτι που τόνισε στην χθεσινή του ομιλία στη Βουλή ο υπουργός Οικονομικών, Ε. Τσακαλώτος. Με την μετατροπή το Ταμείο θα διατηρήσει ένα ελάχιστο ποσοστό ακόμη και στην πιθανή περίπτωση που οι τράπεζες, όπως η Eurobank, πετύχουν να καλύψουν το σύνολο των κεφαλαιακών τους αναγκών από ιδιώτες.

Παρά τις αντεγκλίσεις μεταξύ κυβέρνησης και τραπεζών που δεν έχουν αποπληρώσει τις προνομιούχες αξίζει να σημειωθεί πως αυτές είναι αδύνατον να μετατραπούν σε κοινές με βάση την παλιά τιμή αλλά τουτο θα πραγματοποιηθεί σε κάθε περίπτωση με βάση τη νέα.

Η επόμενη μέρα

Η επόμενη μέρα της ανακεφαλαιοποίησης βρίσκει τις τράπεζες θωρακισμένες κεφαλαιακά. Αυτό όμως είναι ένα στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί για λογαριασμό της οικονομίας.

Κανένας δεν δικαιούται να υποθέτει ότι τα κεφάλαια των αυξήσεων διατίθενται σε δανεισμό.

Για να υπάρξει δανεισμός θα πρεπει:

α. Να ξεκαθαρίσει το χαρτοφυλάκιο των τραπεζών από «κόκκινα» δάνεια. Κι αυτό είναι το επόμενο μεγάλο θέμα καθώς η κυβέρνηση πρέπει να βρει λύσεις από κοινού με τους δανειστές για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 107 δις ευρώ

 β. Να επιστρέψει στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών τμήμα των καταθέσεων που έφυγε την τελευταία χρονιά τουλάχιστον. Υπολογίζεται ότι πάνω από 40-50 δις ευρώ βρίσκονται στα… στρώμματα και μόνο με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα θα επιστρέψουν. Και μόνο τότε θα μπορέσει να ενισχυθεί με νέα κεφάλαια η πραγματική οικονομία.

Ως προς τα «κόκκινα» δάνεια οι σχετικές συμφωνίες βρίσκονται πολύ κοντά. Ως προς τις καταθέσεις εφόσον η κατάσταση στην οικονομία αρχίζει να ωριμάζει μερικώς θα υπάρξουν και τα σχετικά αποτελέσματα παρατηρούν έγκυροι χρηματιστηριακοί παράγοντες.

Βεβαίως πολλά θα κριθούν και από τη χρηματιστηριακή πορεία των τραπεζικών χαρτιών που τους τελευταίους μήνες είναι απαξιωθεί πλήρως. «Εκρηξη» στο Χ.Α. θα μπορέσει να δώσει «ανάσες» στις τράπεζες και να ενισχύσει το μετοχικό τους κεφάλαιο.

Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά βεβαίως το καθεστώς των capital controls. Η επιτυχής ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης θα φέρει ένα ακόμη βήμα προς την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών που «πνίγουν» το τραπεζικό σύστημα και την πραγματική οικονομία. Κάτι που εκτιμάται ότι μπορεί να γίνει εντός του 2016.

 

Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90