15/06/2015
Φόβος και ανησυχία ακόμη και σε βασικά είδη διατροφής

 

Αισθητές συνέπειες ακόμη και σε βασικά είδη διατροφής έχει η αβεβαιότητα και η ανησυχία για το μέλλον της χώρας. Η ανάκαμψη και η αναστροφή της ψυχολογίας των καταναλωτών που παρατηρήθηκαν αμέσως μετά τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης έδωσαν και πάλι τη θέση τους στην απαισιοδοξία και στις ασφυκτικές πιέσεις στην κατανάλωση. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ερευνών IRI που δημοσιεύει σήμερα η «Η», οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ σημείωσαν νέα υποχώρηση τον Απρίλιο κατά 3,6%, μετά τη μείωση του 5,2% τον Μάρτιο, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες η κάμψη συνεχίσθηκε τον Μάιο αλλά και τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου με ρυθμούς της τάξης του 4%. «Ενώ όλοι πιστέψαμε πως πιάσαμε πάτο, και πως από εδώ και πέρα υπήρχε μόνο άνοδος, βλέπουμε ξανά τους καταναλωτές να αναδιπλώνονται και να περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις δαπάνες τους.

Ακόμη και τα νοικοκυριά που έχουν τη δυνατότητα να ξοδέψουν κάτι παραπάνω εμφανίζονται συγκρατημένα, περιμένοντας την κατάληξη των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τους πιστωτές», επισημαίνει χαρακτηριστικά υψηλόβαθμο στέλεχος μεγάλης αλυσίδας. Είναι ενδεικτικό πως ακόμη και στα γαλακτοκομικά προϊόντα -όπως δείχνουν τα στοιχεία της IRI- καταγράφεται πτώση 4,3% στο πρώτο τετράμηνο του έτους, ενώ καθοδικά κινούνται οι πωλήσεις των αναψυκτικών και των αλκοολούχων ποτών, μεταξύ των οποίων και οι μπίρες. Στον αντίποδα βρίσκονται οι πωλήσεις των συσκευασμένων τροφίμων, των σνακ και των κατεψυγμένων τροφίμων. Συνολικά, πάντως, από την αρχή του 2015 μέχρι και το τέλος Μαΐου, ο τζίρος στο λιανεμπόριο τροφίμων μειώθηκε κατά 1,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2014, διαψεύδοντας τις προσδοκίες που υπήρχαν για αναθέρμανση της ζήτησης μετά από πολλά χρόνια εξασθένησής της. Και όλα αυτά, παρά τις «γενναίες» προσφορές που έχουν «κατακλύσει» τα ράφια των σούπερ μάρκετ σε μια μεγάλη γκάμα προϊόντων όλων των ειδών. «Παρότι το κόστος είναι ιδιαίτερο υψηλό δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να διατηρηθεί ζωντανό το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού», επισημαίνουν άνθρωποι της αγοράς, τονίζοντας πως οι καταναλωτές έχουν πλεόν εκπαιδευθεί να επιλέγουν τα προϊόντα που θα βάλουν στο καθημερινό τους τραπέζι με βασικό κριτήριο την τιμή τους.

Δεν είναι τυχαίο πως προσφορές εκτός από τα «επώνυμα» προϊόντα υπάρχουν ακόμη στην ιδιωτική ετικέτα, η οποία είναι κατά μέσο όρο 30% φθηνότερη. Η κίνηση αυτή φαίνεται να συνδεέται άμεσα με την επιβράδυνση των πωλήσεων που καταγράφει η ιδιωτική ετικέτα τους τελευταίους μήνες, μετά την αλματώδη ανάπτυξη που γνώρισε τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Σύμφωνα με την IRI, το μερίδιό τους έχει σταθεροποιηθεί στα επίπεδα του 19%, ενώ στα τρόφιμα αρχίζει να υποχωρεί λόγω των σημαντικών προσφορών στα επώνυμα.

Εν ανομονή της συμφωνίας

Τα βλέμματα των λιανέμπορων -όπως και όλου του επιχειρηματικού κόσμου- στρέφονται στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους πιστωτές και περιμένουν με αγωνία την κατάληξή τους. Όλοι εύχονται και ελπίζουν σε θετική κατάληξη, η οποία θα αναστρέψει άρδην το κλίμα και θα δώσει νέα ώθηση στην αγορά. Βέβαια, το έδαφος που χάθηκε όλους τους προηγούμενους μήνες δεν πρόκειται να αναπληρωθεί, καθώς όπως λένε οι ίδιοι «κάθε μέρα που περνά χωρίς συμφωνία, είναι καταστροφική για την οικονομία». «Γυρίζουμε ολοταχώς προς τα πίσω. Είναι ανάγκη να υπάρξει συμφωνία, ακόμη και αν είναι κακή και περιλαμβάνει δυσβάσταχτα μέτρα. Η αβεβαιότητα που αιωρείται τρομάζει καταναλωτές και επενδυτές. Πρέπει αυτή η κατάσταση να τελειώσει με οποιοδήποτε συμβιβασμό», τονίζουν με έμφαση. Από την άλλη πλευρά, βέβαια επισημαίνουν πως οποιαδήποτε αύξηση του ΦΠΑ θα φέρει ανατιμήσεις, καθώς όπως λένε δεν υπάρχουν τα περιθώρια για απορρόφησή των φόρων. Μάλιστα κάποιοι εκτιμούν πως το επόμενο διάστημα οι καταναλωτές θα πρέπει να αναμένουν αυξήσεις τιμών από 5% έως 10% ακόμη και στα είδη πρώτης ανάγκης, παρά τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.

Επιπλέον, θεωρούν πως θα συνεχισθεί η συγκέντρωση στον κλάδο, με τις μεγαλύτερες αλυσίδες να εξαγοράζουν τους μικρότερους «παίκτες» ενώ κάποιοι δεν αποκλείουν ένα νέο «mega-deal», μετά τη συνεργασία ανάμεσα στον Βερόπουλο και τον Σκλαβενίτη. Οι δυσμενείς προοπτικές για την κατανάλωση το επόμενο διάστημα, σε συνδυασμό με την ελλειψη ρευστότητας, εκτιμάται πως θα επιταχύνουν τη δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων σχημάτων, τα οποία θα μπορούν να αντεπεξέλθουν στον σκληρό ανταγωνισμό, αλλά και στις υποχρεώσεις τους, τόσο έναντι των πιστωτών και των προμηθευτών όσο και των εργαζομένων τους.

 

Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90