20/04/2015
Στις τράπεζες το μέλλον της ιχθυοκαλλιέργειας

 

Εντείνονται οι διεργασίες στον κλάδο των ιχθυοκαλλιεργειών, με στόχο τη δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων σχημάτων που θα έχουν τη δυνατότητα να ξεχωρίσουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Με την ενεργό συμμετοχή των τραπεζών, οι οποίες μετά από διαδοχικές συμφωνίες για τη ρύθμιση δανείων απέκτησαν τον έλεγχο στις δυο μεγάλες δυνάμεις του κλάδου, τη Σελόντα και τον Νηρέα, εξετάζεται ενδελεχώς το σχέδιο για την επόμενη ημέρα του κλάδου που, σύμφωνα με πολλούς, θα απαρτίζεται από δυο ισχυρούς πόλους - «εθνικούς πρωταθλητές».

Με βάση τα επικρατέστερα σενάρια, ο πρώτος θα προκύψει από τη συγχώνευση του Δία με τη Σελόντα, οι οποίες επιβεβαιώσαν πρόσφατα πως βρίσκονται σε συζητήσεις με σκοπό την αναδιάρθρωση του χρέους της πρώτης, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχουν οριστικοποιηθεί.

Οι δυο πλευρές είχαν επιχειρήσει και στο παρελθόν (Απρίλιος 2013) κάτω από καλύτερες συνθήκες να δημιουργήσουν ένα κοινό σχήμα, προσπάθεια που όμως δεν τελεσφόρησε. Δυο χρόνια αργότερα, τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην, καθώς η μεν Σελόντα ανήκει σε ποσοστό 82% στις τράπεζες, ενώ η Δίας είναι υπό καθεστώς προστασίας από τους πιστωτές της και περιμένει την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για υπαγωγή της στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Ο δεύτερος πόλος εκτιμάται πως θα στηρίζεται στο Νηρέα, ο οποίος παραμένει η μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία ιχθυοκαλλιέργειας με βάση τις πωλήσεις. Διάφορα σενάρια που κυκλοφορούν κατά καιρούς αναφέρουν ότι σε ένα τέτοιο σχήμα ενδιαφέρον για συμμετοχή θα έδειχνε και η Ανδρομέδα, η οποία είναι υγιής εταιρεία και δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα των υπόλοιπων.

Κάποιοι πάντως δεν αποκλείουν μια τριπλή συγχώνευση ανάμεσα σε Νηρέα, Σελόντα και Δία, η οποία θα οδηγούσε σε έναν όμιλο με πωλήσεις που θα πλησίαζαν τα 400 εκατ. ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκει στις τράπεζες, οι οποίες πλέον ως βασικοί μέτοχοι μπορούν να καθορίσουν τους συσχετισμούς δυνάμεων και να χαράξουν τον «νέο χάρτη» του κλάδου.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν πως η συγκέντρωση των ιχθυοκαλλιεργειών σε λιγότερα και πιο εύρωστα σχήματα θα βοηθήσει τον κλάδο να ανακάμψει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του στις διεθνείς αγορές ενώ ταυτόχρονα θα προσελκύσει εγχώριους και κυρίως ξένους επενδυτές. Παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις του κλάδου εξακολουθούν να έχουν προοπτικές, καθώς η ζήτηση για ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας θα συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), η υδατοκαλλιέργεια είναι ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος κλάδος ζωικής παραγωγής για ανθρώπινη κατανάλωση, με την παγκόσμια κατά κεφαλή παραγωγή να αυξάνεται από τα 0,7 κιλά το 1970 στα 7,8 κιλά το 2006 με ετήσια άνοδο 6,9%. Το 2005, ο FAO πρόβλεψε ότι μέχρι το 2025 η υδατοκαλλιέργεια θα καλύψει πάνω από το 50% της παγκόσμιας ζήτησης για θαλασσινά, με το στόχο του 50% να καλύπτεται ήδη από το 2009, σύμφωνα με τα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).

Εξωτεστρέφεια 
Να σημειωθεί πως στον ελληνικό κλάδο ιχθυοκαλλιέργειας δραστηριοποιούνται περίπου 100 εταιρείες με τζίρο μεγαλύτερο από 600 εκατ. ευρώ, και απασχολούν 10 χιλιάδες εργαζομένους σε περιοχές απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα. Τα 3/4 του τζίρου πραγματοποιούνται από τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες, ενώ η συνολική θαλάσσια έκταση για τις εγκαταστάσεις τους είναι 7,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα (συγκριτικά το αεροδρόμιο των Σπάτων καταλαμβάνει 16,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα). Οι πέντε μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες του κλάδου μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας συγκαταλέγονται μέσα στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ιχθυοπαραγωγικές εταιρείες.

Ο κλάδος συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγικών δυνάμεων της χώρας και το 80% της συνολικής παραγωγής εξάγεται, με κύρια κατεύθυνση την Ευρώπη. Αν και καλύπτει μόλις το 0,2% του εγχώριου προϊόντος, οι εξαγωγές του καλύπτουν το 3% των εξαγωγών της χώρας και το 12% των εξαγωγών του πρωτογενούς τομέα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Οργανισμού Εξωτερικού Εμπορίου, κατά το 2013 οι εξαγωγές ψαριών κατέλαβαν τη δεύτερη θέση στις εξαγωγές ελληνικών αγροτικών προϊόντων και ήταν μεγαλύτερες από τις εξαγωγές βαμβακιού, ελαιολάδου και λαχανικών.

  • «Η Ελλάδα είναι η βασική χώρα παραγωγός μεσογειακών ψαριών και διατηρεί μερίδιο περίπου στο 40% της παγκόσμιας παραγωγής»
Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90