17/02/2015
Έντονος προβληματισμός για τη ραγδαία πτώση της ναυλαγοράς

 

Εντονο προβληματισμό και ανησυχία στη ναυτιλιακή κοινότητα προκαλεί η ραγδαία κάμψη της ναυλαγοράς, η οποία τις τελευταίες εβδομάδες κυμαίνεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το αρνητικό κλίμα επιτείνουν οι χαμηλές προσδοκίες για ανάκαμψη των ναύλων τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια λόγω της υπερπροσφοράς πλοίων και των ανεμικών ρυθμών ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι τιμές των ναύλων ξηρού φορτίου -προνομιακό πεδίο των Ελλήνων εφοπλιστών-, οι οποίες είναι μικρότερες ακόμη και από το 2008, όταν κατέρρευσε η Lehman Brothers και ξεσπούσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Ενδεικτικά, την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου με τον δείκτη BDI (Baltic Dry Index) να κλείνει στις 559 μονάδες, ο μέσος όρος των ημερησίων εσόδων για τα πλοία τύπου Capesize ήταν 6.743 δολάρια, όταν τον Οκτώβριο του 2008 ήταν 8.042 δολάρια, μειωμένα κατά 16,1%. Ανάλογες διαφορές υπάρχουν και στα υπόλοιπα είδη πλοίων (Panamax, Supramax, Handysize), όπως φαίνεται στους πίνακες που δημοσιεύει η «Η».

Σύμφωνα με τον κ. Γιώργο Λογοθέτη, αναλυτή του ναυλομεσιτικού οίκου G. Moudreas, με δεδομένο ότι τα λειτουργικά έξοδα ενός πλοίου ανέρχονται σε 7.000 με 8.000 δολάρια την ημέρα αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες δουλεύουν με «ζημίες», ενώ παρόμοια ήταν η κατάσταση την περσινή χρονιά, όπου οι περισσότερες μεταφορές εμπορευμάτων ξηρού φορτίου έγιναν με οριακή κερδοφορία.

Η «πηγή του κακού», σύμφωνα με τους αναλυτές, εντοπίζεται στην υπερπροφορά πλοίων και στη μείωση του αριθμού των φορτίων που διακινούνται μέσω των θαλάσσιων οδών. Υπολογίζεται πως ο παγκόσμιος εμπορικός στόλος από την έναρξη της κρίσης έως σήμερα αυξήθηκε κατά 50%, ως αποτελέσμα των τεράστιων παραγγελιών για τη ναυπήγηση νέων πλοίων, τη στιγμή που οι ρυθμοί ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ υποχωρούσαν. «Πρωταγωνιστές» ήταν οι Έλληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία του ναυλομεσιτικού οίκου Allied Ship-broking δαπάνησαν το ποσό-μαμούθ των 13,5 δισ. δολ., προκειμένου να ενισχύσουν τη δύναμη του στόλου τους.

Η άλλη όψη
Από την άλλη πλευρά, η κρίση στη ναυλαγορά -όπως και κάθε κρίση- έχει δημιουργήσει σημαντικές ευκαιρίες στον τομέα των αγοραπωλησιών μεταχειρισμένων πλοίων.

Όπως λέει ο κ. Λογοθέτης, η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από την έντονη δραστηριότητα που έλαβε χώρα το 2014 στον κλάδο των πλοίων μεταφοράς ξηρού φορτίου, όπου «άλλαξαν χέρια» περίπου 75 εκατ. τόνοι DWT, νούμερο το οποίο θεωρείται πολύ υψηλό συγκριτικά με προηγούμενα χρόνια.

Και εδώ οι Έλληνες πλοιοκτήτες είχαν τον πρώτο λόγο, καθώς αγόρασαν σχεδόν 350 πλοία από όλους τους κλάδους, εκ των οποίων σχεδόν το 50% αφορούσε πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου, ενώ παράλληλα πούλησαν περίπου 150 πλοία όλων των τύπων, εκ των οποίων τα περίπου 60 αφορούσαν πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου. Στην παρούσα φάση, πάντως, παρατηρείται μία μείωση του αγοραστικού ενδιαφέροντος για πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου, η οποία έχει αντικατασταθεί με την αύξηση της ζήτησης για δεξαμενόπλοια, ενώ την ίδια ώρα αρκετοί εφοπλιστές είναι σε στάση αναμονής, περιμένοντας ότι οι τιμές θα μειωθούν περαιτέρω.

Στο επίκεντρο η Ευρωζώνη
Χαμηλές προσδοκίες υπάρχουν και για την οριστική έξοδο της παγκόσμιας ναυτιλίας από την κρίση και την είσοδο σε μια περίοδο μακροχρόνιας ανάπτυξης. Ο αναλυτής της G. Moudreas θεωρεί πως είναι νωρίς ακόμη να μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα για ουσιαστική ανάκαμψη της αγοράς, αν και ενδεχομένως το επόμενο διάστημα και ιδιαίτερα μετά τις αργίες στην Ασία να δούμε βελτίωση, και τονίζει πως «παρότι βρισκόμαστε έξι χρόνια και πέντε μήνες από τον Αύγουστο του 2008, όπου ξέσπασε η κρίση, μπορεί να υπάρξει μία χρονική επιμήκυνση πέρα των επτά ετών, που είναι ο επταετής κύκλος της ναυτιλίας λόγω της παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας/μεταβλητότητας και τη σωρευτική υπερπροσφορά πλοίων της τελευταίας πενταετίας».

Σημαντικό ρόλο εκτιμάται πως θα παίξουν και οι εξελίξεις στην Ευρωζώνη και ειδικότερα η έκβαση των διαπραγματεύσεων της Ελλάδας με τους εταίρους και πιστωτές της για την αναδιάρθρωση του χρέους. Και αυτό γιατί σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία και η Ελλάδα οδηγηθεί εκτός Ευρωζώνης, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες στην ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία με βάση τα έως τώρα δεδομένα αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 1,3% φέτος και κατά 1,9% το 2016.

Ελληνες εφοπλιστές
«Οχι» σε αλλαγή του θεσμικού πλαισίου

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιμένει η αγορά τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση απέναντι στην ποντοπόρο ναυτιλία. Αν και ο αρμόδιος υπουργός, στη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή, αναφέρθηκε στην πρόθεση στήριξης των πλοίων με «ελληνική σημαία», εντούτοις δεν έκανε ούτε μια αναφορά σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η φορολογία, και το κυριότερο δεν εξειδίκευσε τον τρόπο που θα ενισχυθεί η ανταπόδοση του εφοπλιστικού κεφαλαίου σε επίπεδο αύξησης της απασχόλησης.

Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών σε πρόσφατη ομιλία του επισήμανε για ακόμη φορά την ανάγκη να γίνει πλήρως σεβαστό από τη νέα κυβέρνηση το θέσμικο πλαίσιο λειτουργίας της ελληνόκτητης ποντοπόρου ναυτιλίας, προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της, τονίζοντας πως «θα ήταν εκτός λογικής αλλά και έννομης τάξης, να απεμπολήσουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που η ίδια η πολιτεία από το 1975 έκρινε αναγκαίο και θεμιτό να υιοθετήσει για τη ναυτιλία, και στην πορεία να το διατηρήσει, προκειμένου να την προσελκύσει πίσω στα πάτρια εδάφη, προσφέροντας την απαιτούμενη πολιτική σταθερότητα και νομική βεβαιότητα». Ο κ. Θ. Βενιαμής, ο οποίος επανεκλέγει για τρίτη συνεχή θιετία στον προεδρικό θώκο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών σημείωσε δε ότι «ανάλογα καθεστώτα απολαμβάνουν όλες οι μεγάλες ναυτιλίες από τις κυβερνήσεις τους, προκειμένου να ανταποκρίνονται στον διεθνή σκληρό ανταγωνισμό».

Η ελληνόκτητη ναυτιλία είναι πρώτη στον κόσμο, εκπροσωπώντας το 16% της διεθνούς χωρητικότητας και με υψηλά ποσοστά σημαντικών κατηγοριών πλοίων, όπως στα δεξαμενόπλοια, με ποσοστό 23%, και στα πλοία χύδην μεταφορών, με ποσοστό 18,5%, να παραμένουν στα χέρια της ελληνικής πλοιοκτησίας. Επιπλέον, ο τομέας της ναυτιλίας, μαζί με τις παραναυτιλιακές δραστηριότητες, προσφέρει πάνω από 190.000 χιλιάδες θέσεις άμεσης και έμμεσης εργασίας και έχει προοπτικές να προσφέρει ακόμη περισσότερες.

 

Πηγή: www.imerisia.gr


B4-B5_728X90