10/11/2014
Προβλέψεις για αύξηση των εξαγωγών και άνοδο τιμών

 

Μια «απρόσμενη» ευκαιρία για να καλύψουν το έδαφος που έχασαν την περσινή σεζόν και να τονώσουν τα έσοδά τους έχουν φέτος οι Έλληνες παραγωγοί ελαιολάδου, κάτι που επισημαίνουν εγχώριοι και διεθνείς αναλυτές αλλά και ξένα μέσα ενημέρωσης.

Η κατακόρυφη πτώση της παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου κυρίως λόγω της ξηρασίας και των ταλαιπωρημένων δέντρων στην Ισπανία αλλά και του εμφυλίου πολέμου στη Συρία φέρνει σε πλεονεκτική θέση τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, οι οποίοι αναμένεται να έχουν σημαντικά αυξημένη παραγωγή φέτος σε σύγκριση με την περσινή χρονιά. «Υστερα από την καταστροφική περυσινή σεζόν, όταν καταγράφηκε η μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων δεκαπέντε ετών, έχουμε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να καλύψουμε το έλλειμμα των περίπου 600.000 τόνων που δημιουργείται στην παγκόσμια ζήτηση ελαιολάδου», σημειώνει στην «Η» ο πρόεδρος του ΣΕΒΙΤΕΛ και διευθυντικό στέλεχος της Ελαΐς- Unilever, Γρηγόρης Αντωνιάδης, τονίζοντας πως είναι πιθανόν να υπάρξει αύξηση των εξαγωγών τυποποιημένου ελαιολάδου κατά 25%. Υψηλές προσδοκίες υπάρχουν και για τις τιμές, οι οποίες εκτιμάται πως θα σημειώσουν άνοδο, δεδομένου ότι η ζήτηση θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά.

Μάλιστα, το Bloomberg σε δημοσίευμά του αναφέρει πως η πτώση της παραγωγής θα έχει ως συνέπεια την αύξηση της ζήτησης κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε άλλες χώρες, κρατώντας τις τιμές σε ψηλά επίπεδα και για τα επόμενα χρόνια. Εκτιμάται μάλιστα πως οι τιμές παραγωγού αναμένεται να ξεπεράσουν ακόμη και τα 3,40 ευρώ το κιλό, όταν πέρυσι ήταν κάτω από τα 3 ευρώ το κιλό, ενώ ήδη έχουν κλειστεί συμβόλαια με τιμές που ανέρχονται σε 3,44 ευρώ/κιλό.

Παραγωγή
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, η παγκόσμια παραγωγή υπολογίζεται να υποχωρήσει στους 2.550.000 τόνους την ελαικομική περίοδο 2014-2015 από 3.190.000 τόνους που ήταν την περίοδο 2013-2014 . Η κάμψη αυτή αποδίδεται στη ραγδαία πτώση που προβλέπεται να παρουσιάσει η παραγωγή της Ισπανίας, η οποία αποτελεί τη νούμερο ένα ελαιοπαραγωγό χώρα στον κόσμο.

Συγκεκριμένα, υπολογίζεται πως η ισπανική παραγωγή τη φετινή ελαιοκομική σεζόν θα «πέσει» στους 750.000 τόνους από τους 1.400.000 τόνους που ήταν πέρυσι, ενώ υποχώρηση της παραγωγής προβλέπεται και σε άλλες σημαντικές ελαιοπαραγωγούς χώρες, όπως η Συρία. Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα εκτιμάται πως θα υπερδιπλασιασθεί, φθάνοντας σε περίπου 300.000 τόνους από περίπου 135.000 τόνους την περίοδο 2013-2014 (βλ. γραφήματα).

Οι Έλληνες παραγωγοί θέλουν να ξεχάσουν την περσινή χρονιά, κατά την οποία «είδαν» την παραγωγή και μαζί τα έσοδά τους κυριολεκτικά να καταρρέουν. Βασική αιτία ήταν οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικράτησαν (υψηλές θερμοκρασίες τέλη Απριλίου και αρχές Μαΐου), οι οποίες προκάλεσαν προβληματική καρπόδεση και σχινοκαρπία, αλλά και διάφορες αρρώστιες που έπληξαν τα ελαιόδεντρα (δάκος, πηρυνοτρήτης), καθώς λόγω της κρίσης αρκετοί παραγωγοί δεν προχώρησαν στους αναγκαίους ψεκασμούς. Η μεγαλύτερη κάμψη άνω του 50% σημειώθηκε στην Κρήτη, όπου σε πολλές περιοχές δεν έγινε καν συγκομιδή, ενώ αρκετά ελαιοτριβεία δεν μπήκαν καν στον κόπο να ανοίξουν. Ανάλογη ήταν η εικόνα στον νομό Μεσσηνίας, όπου υπήρξαν προβλήματα λόγω των έντονων βροχοπτώσεων. Να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός χώρα, μετά την Ισπανία η οποία εμφανίζει κατά μέσο όρο παραγωγή 1,3-1,5 εκατ. τόνους και την Ιταλία που παράγει 450.000 τόνους. Η ελληνική παραγωγή σε ποσοστό άνω του 60% κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές και η υπόλοιπη προορίζεται για τις ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης.

«Κλειδί» η τυποποίηση»
Παρά τη θετική συγκυρία, παράγοντες του κλάδου επισημαίνουν πως οι Έλληνες παραγωγοί δεν έχουν εκμεταλλευθεί στο έπακρο τις τεράστιες δυνατότητες που έχει το ελληνικό ελαιόλαδο, το οποίο υπερτερεί σε ποιότητα και γεύση από τους ξένους ανταγωνιστές του. Απαραίτητη, ωστόσο, προϋπόθεση για να κερδίσει το ελληνικό ελαιόλαδο τη θέση που πραγματικά του αξίζει στις διεθνείς αγορές είναι η τυποποίηση. Σήμερα, η συντριπτική πλειονότητα των εξαχθέντων ποσοτήτων αφορά σε χύμα ελαιόλαδο, κυρίως στις ιταλικές βιομηχανίες, οι οποίες το χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της McKinsey & Company, το 69% του όγκου των εξαγωγών ελαιολάδου κατευθύνεται στην Ιταλία, η οποία στη συνέχει το τυποποιεί και το πουλάει με ένα premium 25%-30%. Υπολογίζεται πως οι απώλειες για την εθνική οικονομία από την αδυναμία προώθησης και τυποποίησης του εξαιρετικής ποιότητας έξτρα παρθένου ελληνικού ελαιολάδου ανέρχονται σε τουλάχιστον 370 εκατ. ευρώ.

Και όλα αυτά, όταν το παραγόμενο στην Ελλάδα ελαιόλαδο σε ποσοστό τουλάχιστον 75% ανήκει στην ποιοτική κατηγορία του εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου, ενώ από τα 170 εκατ. ελαιόδεντρα, τα 135 εκατ. είναι ποικιλίες που προορίζονται για την παραγωγή ελαιολάδου.

Βέβαια, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν αρκετές πρωτοβουλίες από διάφορους παραγωγούς και εταιρείες, όπως η Gaea του Άρη Κεφαλογιάννη και η Foodstandard του Στέλιου Δρύ, οι οποίες δίνουν έμφαση στην τυποποίηση και στη συσκευασία του προϊόντος, προκειμένου να προωθήσουν καλύτερα το κορυφαίας ποιότητας ελληνικό ελαιόλαδο. Μάλιστα, είναι γνωστή η ιστορία του Γιώργου Κολιόπουλου, ο οποίος έχει καταφέρει να πουλά ελληνικό λάδι υπό το σήμα «λ» προς 50 ευρώ στη συσκευασία των 500 ml από γνωστό πολυκατάστημα της Αγγλίας (Harrods) σε διπλανά ράφια με πανάκριβα καλλυντικά. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να πολλαπλασιαστούν αυτές οι πρωτοβουλίες με τη στήριξη της πολιτείας καθώς η ελληνική οικονομία χρειάζεται να γίνει πιο εξωστρεφής, αξιοποιώντας τον «πλούτο» των προϊόντων που παράγει η ελληνική γη.

 

Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90