27/10/2014
Η ισχυροποίηση των μεγάλων λιανεμπόρων φοβίζει τους βιομηχάνους

 

Παρότι πολλοί παράγοντες του χώρου δεν το παραδέχονται επισήμως, καθώς θέλουν να κρατήσουν τα «προσχήματα» στη μεταξύ τους συνεργασία, η σχέση της βιομηχανίας με το λιανεμπόριο τα τελευταία χρόνια είναι κάτι παραπάνω από εκρηκτική.

Αν και η κόντρα τους πάει πολύ πίσω, η παρατεταμένη κάμψη της κατανάλωσης και οι ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας στη διάρκεια της κρίσης στάθηκαν η αιτία να φθάσει στα «άκρα». Ενδεικτικό της έντασης που επικρατεί ανάμεσα στις δυο πλευρές είναι οι εκατέρωθεν αιχμές και οι αλληλοκατηγορίες που κατά καιρούς εκτοξεύονται με επίκεντρο το θέμα της ακρίβειας.

Όλα πηγάζουν από τις τιμές, οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που επιλέγει ο καταναλωτής τα προϊόντα που θα βάλει στο καθημερινό του τραπέζι. Η κάθε πλευρά επιδιώκει να πετύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία, η οποία θα της διασφαλίσει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και το κυριότερο θα περιορίσει τη συμμετοχή της στις προσφορές και τις προωθητικές ενέργειες που γίνονται μέσα στα σούπερ μάρκετ. Κανείς δεν θέλει να επωμιστεί το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, και προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στο «αντίπαλο» στρατόπεδο. Το «πάνω χέρι» στις διαπραγματεύσεις έχουν οι μεγάλοι λιανέμποροι, οι οποίοι αναπτύχθηκαν με αλματώδεις ρυθμούς τα τελευταία χρόνια και κατάφεραν να προσθέσουν δεκάδες νέα καταστήματα στο δίκτυό τους.

Εκπρόσωποι της βιομηχανίας δεν κρύβουν την ανησυχία τους για τη συγκέντρωση δυνάμεων στο λιανεμπόριο τροφίμων, η οποία -όπως λένε- μπορεί τελικά να αποδειχθεί σε βάρος του καταναλωτή, καθώς θα υπονομεύσει τον υγιή ανταγωνισμό. «Η συγκέντρωση του κλάδου στα χέρια λίγων και ισχυρών σε βάρος των μικρότερων παικτών δεν είναι πάντοτε προς τη θετική κατεύθυνση. Κάποιες φορές υπάρχει ο κίνδυνος να γυρίσει μπούμερανγκ για τον καταναλωτή», επισημαίνουν.

Εντείνονται οι πιέσεις
Ήδη, υπογραμμίζουν οι ίδιοι, οι μεγάλοι λιανέμποροι με «όπλο» το εκτεταμένο δίκτυο και τον μεγάλο αριθμό καταστημάτων ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στους προμηθευτές για περισσότερες προσφορές και εκπτώσεις, παρότι γνωρίζουν πως δεν υπάρχουν περιθώρια. Επιπλέον, ζητούν μεγαλύτερες πιστώσεις, την ώρα που μάλιστα οι καθυστερήσεις φθάνουν πολλές φορές έως και τις 150 ημέρες ειδικά προς τους μικρομεσαίους Έλληνες προμηθευτές, οι οποίοι εξαρτώνται άμεσα από τη συνεργασία τους με τα σούπερ μάρκετ, ενώ δεν διστάζουν να τροποποιήσουν συμφωνίες που έχουν οι αλυσίδες που εξαγοράζουν, επιβάλλοντας τους δικούς τους όρους. «Μέχρι και μεγαλύτερη "ταρίφα" για την τοποθέτηση των προϊόντων σε καλύτερο σημείο στο ράφι ζητούν», σημειώνουν.

Την ίδια ώρα, φροντίζουν να εξοφλούν εγκαίρως τις ξένες πολυεθνικές, τις οποίες έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, καθώς χωρίς τα προϊόντα τους, τα ράφια των σούπερ μάρκετ φαίνονται «φτωχά» στο μάτι του καταναλωτή, ενώ αρκετές φορές προβάλλουν τις προσφορές που κάνουν οι προμηθευτές ως δική τους παροχή προς τους καταναλωτές, την ώρα που πριμοδοτούν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας όπου έχουν περισσότερο κέρδος. «Στρατηγικός στόχος των μεγάλων σούπερ μάρκετ είναι να καταστήσουν τις ελληνικές βιομηχανίες, φασονίστες της ιδιωτικής ετικέτας», λέει υψηλόβαθμο στέλεχος γνωστής εταιρείας, τονίζοντας πως η επένδυση στην καινοτομία είναι μονόδρομος για την επιβίωση της βιομηχανίας, την οποία δεν μπορεί να αντιγράψει η ιδιωτική ετικέτα.

«Ολα είναι μέσα στο παιχνίδι»
Από την άλλη πλευρά, οι λιανέμποροι ισχυρίζονται πως οι διαπραγματεύσεις για καλύτερες τιμές και μεγαλύτερη πίστωση είναι «μέσα στο παιχνίδι» και τονίζουν πως «στην παρούσα φάση πρέπει όλοι να βάλουν πλάτη και να ρίξουν νερό στο κρασί τους». Υπογραμμίζουν δε ότι αυτοί επενδύουν εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για τη δημιουργία νέων σύγχρονων καταστημάτων και την ανακαίνιση υφιστάμενων αλλά και σε διαφημίσεις, προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους καταναλωτές και επαναλαμβάνουν πως τα περιθώρια κέρδους τους είναι εξαιρετικά μικρά και δεν υπερβαίνουν το 3%.

Aνάμεσα στα επιχειρήματά τους, τα οποία δεν επικαλούνται πλέον τόσο συχνά όσο στο παρελθόν, είναι η αδυναμία της εγχώριας βιομηχανίας να προχωρήσει στις απαραίτητες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό των γραμμών παραγωγής, κάτι που θα ενίσχυε την ικανότητά της να προσφέρει ανταγωνιστικότερες τιμές. Το μόνο σίγουρο είναι πως το «μπρα ντε φερ» ανάμεσα στα δυο μέρη θα συνεχιστεί για όσο διάστημα το εισόδημα του καταναλωτή θα πιέζεται και θα υπάρχει ανάγκη για φθηνότερες τιμές. Μέχρι στιγμής πάντως και παρά τις προσπάθειες που γίνονται, ο Έλληνας καταναλωτής κατά γενική ομολογία δεν έχει νιώσει πως οι μειώσεις τιμών σε βασικά αγαθά όπως το γάλα και το ψωμί, ανταποκρίνονται στη συρρίκνωση που έχει υποστεί το διαθέσιμο εισόδημά του.

Σκληρό - «παζάρι» με επίκεντρο τις τιμές

Τι υποστηρίζουν οι προμηθευτές πως κάνουν τα σούπερ μάρκετ...

  • Πιέζουν για ακόμη μεγαλύτερες τιμές, ενώ δεν υπάρχει περιθώριο για άλλες εκπτώσεις.
  • Ζητούν μεγαλύτερες πιστώσεις, την ώρα που καθυστερούν να εξοφλήσουν τις οφειλές τους έως και 150 ημέρες.
  • Πριμοδοτούν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, όπου έχουν μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους.
  • Αναπροσαρμόζουν συμφωνίες και θέτουν νέους όρους, στις αλυσίδες που εξαγοράζουν και εντάσσουν στο δίκτυό τους.
  • Εκμεταλλεύονται την αδυναμία των παραγωγικών μονάδων, και τις στρέφουν προς την παραγωγή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.

... τι απαντούν οι λιανέμποροι

  • Επενδύουν εκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη και ανακαίνιση των καταστημάτων τους, οι οποίες κοστίζουν ακριβά.
  • Εχουν υψηλό μεταφορικό κόστος, καθώς χρειάζεται να διαθέσουν τα προϊόντα σε όλη την ελληνική επικράτεια όπου έχουν παρουσία.
  • Εχουν μικρά περιθώρια κέρδους, τα οποία δεν υπερβαίνουν το 3%.
  • Δέχονται πιέσεις από τους καταναλωτές για περισσότερες προσφορές και μεγαλύτερες μειώσεις τιμών.

 

Πηγή: www.imerisia.gr


B4-B5_728X90