16/10/2014
Οι εισαγωγές «φρενάρουν» τις μειώσεις τιμών σύμφωνα με το Υπ. Ανάπτυξης

 

Στον διεθνή παράγοντα επιχειρεί να αποδώσει το υπουργείο Ανάπτυξης την ακαμψία των τιμών σε σειρά προϊόντων, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και στα τρόφιμα που υπάρχουν αυξήσεις αυτές είναι σημαντικά χαμηλότερες απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι διεθνείς τιμές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, ειδικά σε μια χώρα που εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγωγή πρώτων υλών και τελικών προϊόντων, γεγονός που πρέπει να προβληματίσει ειδικά την κυβέρνηση η οποία μιλά συνεχώς για την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε χθες ο αρμόδιος υφυπουργός Ανάπτυξης Γεράσιμος Γιακουμάτος, με αφορμή το ρεπορτάζ της «Καθημερινής της Κυριακής» σύμφωνα με το οποίο 31 είδη πρώτης ανάγκης ακρίβυναν στη διάρκεια της κρίσης, τονίζει την ύπαρξη αποπληθωριστικών τάσεων για 19 συνεχόμενους μήνες, αποφεύγοντας, ωστόσο, να αναφέρει ότι αυτές είναι συνέπεια κυρίως της δραστικής και άμεσης υποχώρησης από την αρχή της κρίσης σειράς υπηρεσιών ή διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Μάλιστα, το υπουργείο Ανάπτυξης επιβεβαιώνει την αύξηση των τιμών στην ομάδα «Διατροφή», έστω και αν αυτή είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με όλη την Ευρώπη. Ωστόσο, η ύπαρξη αυξήσεων σε μια περίοδο που οι Ελληνες καταναλωτές βιώνουν τη μεγαλύτερη υποχώρηση αγοραστικής δύναμης σε όλη την Ε.Ε., καθιστά την προμήθεια των βασικών ειδών διατροφής ακριβή και για τον λόγο αυτό οδυνηρή διαδικασία.

Σύμφωνα με το υπουργείο Ανάπτυξης στο διάστημα Ιανουαρίου 2011 - Αυγούστου 2014 στην ομάδα «Ψωμί και δημητριακά» καταγράφεται μείωση 1,5%. Σύμφωνα με την ανάλυση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, στην οποία προχώρησε η «Κ», η τιμή του ψωμιού έχει υποχωρήσει κατά 1,92%, ενώ των δημητριακών έχει αυξηθεί κατά 1,83% και από το 2009 κατά 5,09%. Σημειώνεται δε ότι από την πρώτη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων του ο κ. Γιακουμάτος έθεσε ως στόχο τη μείωση της τιμής του ψωμιού, ενώ και η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης είχε περιλάβει στην «εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ» τη ρύθμιση για τη ζύγιση του ψωμιού, με το επιχείρημα ότι έτσι ο καταναλωτής θα πλήρωνε για την ποσότητα που αγόραζε.

Η κατηγορία «έλαια και λίπη» στην οποία αναφέρεται το υπουργείο μπορεί να υποχώρησε το προηγούμενο διάστημα, όμως πλέον βρίσκεται σε άνοδο και τα τελευταία στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του Σεπτεμβρίου δείχνουν αύξηση της τιμής του ελαιολάδου κατά 4,5% σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Μάλιστα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, αν και η ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» υποχώρησε κατά 1,5% τον Σεπτέμβριο του 2014 σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2013, μέρος της μείωσης αυτής αντισταθμίστηκε από την αύξηση κυρίως των τιμών στα γαλακτοκομικά και τα αυγά κατά 1,8% και στο ελαιόλαδο. Σε σύγκριση δε με τον Αύγουστο του 2014, εμφανίζεται να έχουν αυξηθεί οι τιμές σε πολύ περισσότερα προϊόντα, όπως στα νωπά φρούτα (κατά 1,5%), στα νωπά λαχανικά (κατά 5,9%), στο αρνί και το κατσίκι (κατά 3,5%) και στα νωπά πουλερικά (κατά 1,8%).

Το υπουργείο Ανάπτυξης εμφανίζεται μάλλον ικανοποιημένο για το γεγονός ότι ένα καλάθι με αντιπροσωπευτικά προϊόντα είναι σήμερα ακριβότερο στη Γερμανία κατά 17% σε σύγκριση με την Ελλάδα, ενώ το 2011 ήταν κατά 7,9% ακριβότερο. Ας σημειωθεί εδώ ότι το 2011 το ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα ήταν στο 81% του μέσου κοινοτικού όρου και όχι στο 76% που ήταν το 2013. Αντιστοίχως το ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στη Γερμανία βρίσκεται 24% πάνω από τον μέσο κοινοτικό όρο, ενώ στην περίοδο 2009-2013 αυξήθηκε κατά 7,83%.

 

Πηγή: www.kathimerini.gr


B4-B5_728X90