22/01/2016
Αντιδράσεις των εφοπλιστών για την απόφαση αλλαγής του φορολογικού συστήματος της ελληνικής ναυτιλίας

 

Την έντονη αντίδραση του εφοπλιστικού κόσμου προκάλεσε η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που υποστηρίζει ότι ορισμένες διατάξεις του φορολογικού συστήματος της ελληνικής ναυτιλίας αντίκειται στις ευρωπαϊκές διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις στις θαλάσσιες μεταφορές (τις ονομαζόμενες και Κατευθυντήριες Γραμμές).

Μάλιστα, ο επίσημος εκπρόσωπος της ελληνικής ναυτιλίας, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών κάνει λόγο «για απόφαση που υποσκάπτει σοβαρά έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας», σε μια κρίσιμη συγκυρία και υπογραμμίζει τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να χάσει ένα σημαντικό τμήμα του στόλου της και των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων.

Απαντώντας στις αιτιάσεις της Επιτροπής, η Ένωση Εφοπλιστών επισημαίνει ότι «δεν υφίσταται καμία ουσιαστική στρέβλωση του ανταγωνισμού στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και τονίζει ότι «ενδεχόμενες θεμελιώδεις αλλαγές στο θεσμικό και δημοσιονομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα, θα μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες που θα ήταν επιζήμιες όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού θα υπέσκαπταν έναν από τους πιο σημαντικούς στρατηγικούς τομείς, που παραμένει εξέχων διεθνώς παρά τον σκληρό ανταγωνισμό».

Προσθέτει δε πως το ελληνικό ναυτιλιακό θεσμικό πλαίσιο προϋπήρχε των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στις θαλάσσιες μεταφορές για πολλά χρόνια, υπενθυμίζοντας ότι το ελληνικό μοντέλο του φόρου χωρητικότητας για τα πλοία υιοθετήθηκε το 1953 και θεσμοθετήθηκε εκ νέου το 1975, αποτελώντας το «προηγούμενο» για την ανάπτυξη των Κατευθυντήριων Γραμμών και των σχετικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνώς. «Το ελληνικό ναυτιλιακό πλαίσιο αποτελεί προενταξιακό δίκαιο, το οποίο αναγνωρίσθηκε πλήρως κατά την εισδοχή της Ελλάδας το 1981 στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και δεν έχει αμφισβητηθεί έως σήμερα», σημειώνει χαρακτηριστικά και υπενθυμίζει ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού φορολογικού πλαισίου της ναυτιλίας έχει κατοχυρωθεί με συνταγματικές εγγυήσεις, οι οποίες υιοθετήθηκαν στο Σύνταγμα του 1975 μετά την ανατροπή της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας το 1974.

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, η Ένωση σημειώνει ότι οι Κατευθυντήριες Γραμμές του 1997 δεν υιοθετήθηκαν με τη μορφή κοινοτικής Οδηγίας ή Κανονισμού, ώστε να αποσκοπούν στην επιβολή ομοιόμορφης εφαρμογής τους στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., αλλά ηθελημένα έχουν τη μορφή ενός ευέλικτου «ήπιου νομικού πλαισίου», ώστε να λαμβάνονται πλήρως υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά, το μέγεθος και η σημασία της ναυτιλίας στα κράτη-μέλη καθώς και η ικανότητα και η βούληση των κυβερνήσεων των κρατών-μελών να υιοθετήσουν τις διατάξεις του.

Παρανόηση

Η Ένωση υπογραμμίζει ότι αποτελεί σοβαρή παρανόηση ότι η φορολογία των ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών και των πλοιοκτητών είναι πολύ χαμηλή ή ανύπαρκτη, καθώς όπως λέει, τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί στα υψηλότερα επίπεδα της ναυτιλιακής φορολογίας παγκοσμίως, μετά και τις συμφωνίες με την ελληνική κυβέρνηση. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η συνεισφορά της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία και στο ισοζύγιο πληρωμών τα τελευταία 35 χρόνια έχει συστηματικά αποδειχθεί ουσιώδης και αναντικατάστατη, κυρίως μετά τον επαναπατρισμό των ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980. Τέλος, καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επικεντρωθεί στη στρατηγική, εμπορική και διεθνή διάσταση της ευρωπαϊκής ναυτιλιακής βιομηχανίας διατηρώντας την πολυμορφία και την κινητικότητά της, καθώς σε διαφορετική περίπτωση «θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών επιχειρηματιών και ενδέχεται να ενθαρρύνει τη μετεγκατάσταση των εταιρειών τους εκτός Ευρώπης».

 

Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90