Ενημέρωση >>Φορολογικά Νέα
11/11/2015
ΝΟΜΟΣ 4340/31.10.2015, Για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

`Αρθρο 1 Τροποποιήσεις του Ν . 3864/2010 ( Α΄ 119)

1. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 2

Σκοπός, έδρα, διάρκεια

1. Σκοπός του Ταμείου είναι η συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Το Ταμείο ενεργεί σε συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης, το σχέδιο του οποίου κυρώθηκε με το Ν. 4046/2012 (Α΄ 28), όπως κάθε φορά επικαιροποιείται, και από τη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της 19.8.2015, το σχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το Ν. 4336/2015 (Α΄ 94), όπως κάθε φορά επικαιροποιείται.

Το Ταμείο συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από ή συνδέονται με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Facility Agreement) της 15.3.2012, προσχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το Ν. 4060/2012 (Α΄ 65) και τη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Financial Facility Agreement) της 19.8.2015, το σχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το Ν. 4336/2015 (Α΄ 94) του προηγούμενου εδαφίου αντίστοιχα, και εξουσιοδοτείται να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συμμόρφωση με αυτές και την πλήρη εφαρμογή τους.

2. Στο πλαίσιο του σκοπού του το Ταμείο:

α) Παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση στα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σε συμμόρφωση με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις.

β) Παρακολουθεί και αξιολογεί, για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο, το βαθμό συμμόρφωσης με τα σχέδια αναδιάρθρωσης τους, διασφαλίζοντας παράλληλα την επιχειρησιακή τους αυτονομία. Το Ταμείο διασφαλίζει τη, με όρους αγοράς λειτουργία τους με τρόπο ώστε να προάγεται η κατά διαφανή τρόπο συμμετοχή ιδιωτών στο κεφάλαιο τους και να τηρούνται οι περί κρατικών ενισχύσεων κανόνες.

γ) Ασκεί τα δικαιώματα του μετόχου που απορρέουν από τη συμμετοχή του στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση, όπως τα δικαιώματα αυτά ορίζονται στον παρόντα νόμο και σε συμφωνίες-πλαίσιο που συνάπτει με τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 για τη ρύθμιση των σχέσεων του με αυτά, σε συμμόρφωση με κανόνες που υπηρετούν τη χρηστή διαχείριση της περιουσίας του Ταμείου και με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού.

δ) Διαθέτει μέρος ή το σύνολο των χρηματοπιστωτικών μέσων που έχουν εκδοθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία συμμετέχει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 8.

ε) Χορηγεί δάνειο προς το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) για σκοπούς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 16.

στ) Διευκολύνει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

ζ) Συνάπτει συμφωνίες - πλαίσιο ή τροποποιεί συμφωνίες - πλαίσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6, για τη ρύθμιση των σχέσεων του με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία λαμβάνουν ή έχουν λάβει χρηματοδοτική διευκόλυνση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) προκειμένου να εξασφαλισθεί η εφαρμογή των σκοπών και των δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών δικαιωμάτων του άρθρου 10, για όσο χρόνο το Ταμείο κατέχει μετοχές ή άλλα κεφαλαιακά μέσα.

Ως πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, νοούνται τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιριστικών τραπεζών, τα οποία λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας από την αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων αυτών που λειτουργούν στην αλλοδαπή, καθώς και των θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα.

3. Το Ταμείο ενεργεί βάσει ολοκληρωμένης στρατηγικής για τον τραπεζικό τομέα και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου, όπως αυτή κάθε φορά επικαιροποιείται.

4. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσεται η προσωρινή ενίσχυση της ρευστότητας, που παρέχεται με βάση το Ν. 3723/2008 ή στο πλαίσιο λειτουργίας του ευρω-συστήματος και της Τράπεζας της Ελλάδος.

5. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσονται η παρακολούθηση και ο έλεγχος των πράξεων και αποφάσεων των οργάνων της ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα μέλη των συλλογικών οργάνων του Ταμείου δεν έχουν καμία εξουσία ή αρμοδιότητα ως προς πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που έχουν την ευθύνη διεξαγωγής της ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων.

6. Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκεια του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2020. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να παρατείνεται η διάρκεια του Ταμείου, εφόσον είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των σκοπών του».

2. Το άρθρο 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 3

Κεφάλαιο, περιουσία

1. Τα κεφάλαια του Ταμείου προέρχονται: α) από πόρους που αντλούνται στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του Ν. 3845/2010 (Α΄ 65) και δυνάμει της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 15.3.2012 και β) από πόρους που αντλούνται δυνάμει της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, όπως κάθε φορά ισχύει, και καταβάλλονται στο Ταμείο από το Ελληνικό Δημόσιο.

Το ως άνω κεφάλαιο δύναται να καλύπτεται σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο και ενσωματώνεται σε τίτλους, οι οποίοι δεν είναι μεταβιβάσιμοι μέχρι τη λήξη της κατά το προηγούμενο άρθρο διάρκειας του Ταμείου.

Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται, με απόφασή του, να ζητήσει την επιστροφή κεφαλαίου από το Ταμείο στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12.

2. Το κεφάλαιο του Ταμείου που παρέχεται σε μορφή μετρητών κατατίθεται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Ταμείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος αποκλειστικά για το σκοπό του παρόντος νόμου.

Το παρεχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκιο θα συμφωνείται με το Ταμείο και δεν θα δύναται να υπερβαίνει ή να είναι κατώτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το εφαρμοζόμενο από το Ευρωσύστημα επιτόκιο πάγιας διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και β) το μέσο δείκτη των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μίας ημέρας (ΕΟΝΙΑ).

Σε περίπτωση που το κεφάλαιο κατατίθεται με τη μορφή ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ή άλλης μορφής χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδει ή εγκρίνει το ΕΤΧΣ ή ο ΕΜΣ, τα ως άνω ομόλογα ή χρηματοπιστωτικά μέσα τηρούνται σε λογαριασμό τίτλων τον οποίο τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος ως φορέας του Συστήματος Αυλών Τίτλων του Ν. 2198/1994 (Α΄ 43), υπό την ιδιότητα του θεματοφύλακα των εν λόγω τίτλων.

3. Περιουσία του Ταμείου αποτελούν οι εισφορές, προς σχηματισμό κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των μετρητών, ομολόγων του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ ή άλλων χρηματοοικονομικών τους μέσων, οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές, ομολογίες και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά το άρθρο 7 του παρόντος και κατά το πρώην άρθρο 63Ε του Ν. 3601/2007 (Α΄ 178), καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από τη συμμετοχή του Ταμείου στο Μετοχικό Κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένου του προϊόντος της εκκαθάρισης των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των δικαιωμάτων έναντι των υπό εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων σε περίπτωση καταβολής του ποσού της διαφοράς της αξίας μεταξύ των μεταφερομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση α της παρ. 13 του πρώην άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007 και στην παράγραφο 7 του πρώην άρθρου 63 Ε του ίδιου νόμου, καθώς και τα δικαιώματα που προκύπτουν από δάνειο για σκοπούς εξυγίανσης που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 16.

4. Η περιουσία του Ταμείου δύναται να επενδύεται μόνο σε καταθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, απαγορευομένης οποιασδήποτε άλλης μορφής επένδυσης. Το Ταμείο δεν δύναται να συνάπτει δάνεια, να εκδίδει ομόλογα και άλλα εμπορικά αξιόγραφα οποιασδήποτε φύσης, εκτός εάν υπάρχει ειδική περί αυτού πρόβλεψη στο νόμο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα διαθέσιμα του Ταμείου τοποθετούνται μέχρι τις 31.12.2015 σε ποσοστό 10% στον καταθετικό λογαριασμό της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και σε ποσοστό 90% σε λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος, με σκοπό την επένδυσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 11 ζ του Ν. 2469/1997 (Α΄ 38), οι οποίες έχουν εφαρμογή και στο Ταμείο. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει από 17.3.2015.

5. Πριν από τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου ή την έναρξη κάθε διαδικασίας εκκαθάρισής του, ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίζει από κοινού με το ΕΤΧΣ και τον ΕΜΣ το φορέα και τον τρόπο που θα μεταφερθούν το κεφάλαιο και τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του Ταμείου, λόγω της λήξης της διάρκειάς του ή της εκκαθάρισής του. Η ανωτέρω μεταφορά θα πραγματοποιηθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζεται ότι η οικονομική και νομική θέση των ΕΤΧΣ και ΕΜΣ, όπως διασφαλίζεται με την εγγυητική ευθύνη του Ταμείου, δεν θα χειροτερεύσει εκ του λόγου αυτού. `Αλλως, με τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, γενομένης εκκαθαρίσεως, αποδίδεται το κεφάλαιο και το ενεργητικό και το παθητικό του περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο.

6. Κάθε αναφορά του παρόντος νόμου στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή ΕΤΧΣ, νοείται και ως αναφορά στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας του άρθρου δεύτερου του Ν. 4063/2012 (Α΄ 71), στην περίπτωση που ο τελευταίος υποκαταστήσει το ΕΤΧΣ στις αρμοδιότητες του που αφορούν στη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων».

3. Το άρθρο 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 4

Όργανα Διοίκησης του Ταμείου

1. Ως όργανα Διοίκησης του Ταμείου ορίζονται το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή του.

2. Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από εννέα (9) μη εκτελεστικά μέλη. Επτά (7) εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα. Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

3. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι τριμελής. Δύο (2) εκ των μελών της, συμπεριλαμβανομένου του Διευθύνοντος Συμβούλου, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα ή σε θέματα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων. Ένα εκ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής υποδεικνύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ένα μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής ορίζεται υπεύθυνο για την ενίσχυση του ρόλου του Ταμείου στη διευκόλυνση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία το Ταμείο έχει συμμετοχή.

4. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής επιλέγονται, ύστερα από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, από Επιτροπή Επιλογής, η οποία συστήνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 4Α.

5. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής διορίζονται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α. Η θητεία τους, δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια του Ταμείου, όπως αυτή προσ­διορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση κένωσης θέσεως μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, η θέση πληρούται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, η οποία δύναται να παραταθεί για ακόμα τριάντα (30) ημέρες εφόσον τούτο κριθεί απαραίτητο, δια του διορισμού νέου μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α μέχρις εξαντλήσεως της θητείας του αποχωρήσαντος μέλους. Εξαιρουμένου του εκπροσώπου, στο Γενικό Συμβούλιο, του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και του μέλους που έχει οριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, για το διορισμό και την ανανέωση της θητείας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και για την αμοιβή τους, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Euro Working Group.

6. Μόνο ανεπίληπτα πρόσωπα δύνανται να επιλεγούν ως μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής. Δεν δύναται να επιλεγεί ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής πρόσωπο που:

α. έχει καταδικαστεί για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική, για αδικήματα που επιφέρουν ηθική απαξία,

β. έχει κηρυχθεί σε πτώχευση,

γ. λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχει αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος ή του έχει απαγορευθεί να ασκεί καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση ή

δ. έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα, όπως αυτό ορίζεται στον κανονισμό δεοντολογίας των επαγγελματικών τους φορέων ή αρχών,

ε. έχει διατελέσει υπάλληλος ή σύμβουλος πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα ή κατέχουν Μετοχικό Κεφάλαιο ή διαθέτουν χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το Μετοχικό Κεφάλαιο τέτοιου ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή ανώτερης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν την τοποθέτησή του.

7. Οι ιδιότητες του Βουλευτή, μέλους της Κυβερνήσεως, στελέχους Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής, στελέχους, υπαλλήλου ή συμβούλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στην Ελλάδα ή προσώπου που κατέχει μετοχές τέτοιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω ή διαθέτει χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το Μετοχικό Κεφάλαιο του ως άνω ιδρύματος για ισόποσο ποσό εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω, είναι ασυμβίβαστες με εκείνη του μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής. Στέλεχος ή υπάλληλος πανεπιστημίου, οργανισμού ή ιδρύματος λειτουργικά αυτόνομου από την Κυβέρνηση, δεν λογίζεται ως στέλεχος της Κυβέρνησης ή υπάλ­ληλος Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το διορισμό ως μέλους του Γενικού Συμβουλίου η ιδιότητα υπαλλήλου ή Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου περί του εκπροσώπου αυτού στο Γενικό Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 2. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οι σύμβουλοι και το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος δεν μπορούν να είναι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής.

8. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να παύονται και πριν τη λήξη της θητείας τους, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είτε (α) εφόσον συντρέξουν στο πρόσωπό τους παράγοντες που τους καθιστούν η επιλέξιμους με βάση τα άρθρα 6 και 7 είτε (β) μετά από αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής Επιλογής για τους λόγους και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4Α.

9. Το Γενικό Συμβούλιο αποφασίζει με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν εισήγησης της Εκτελεστικής Επιτροπής για τα θέματα που προβλέπονται παρακάτω και είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της ορθής λειτουργίας και της εκπλήρωσης του σκοπού του Ταμείου. Ειδικότερα, το Γενικό Συμβούλιο:

α. ενημερώνεται από την Εκτελεστική Επιτροπή για τη δράση της και ελέγχει τη συμμόρφωση αυτής στις διατάξεις του παρόντος νόμου και ιδίως στις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2,

β. αποφασίζει για τα θέματα σχετικά με την παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου και τη διάθεση της συμμετοχής του Ταμείου,

γ. εγκρίνει την πολιτική, τους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) που εφαρμόζονται για τη διοίκηση και τη λειτουργία του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένου και του Κώδικα Δεοντολογίας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, την πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων, την πολιτική για τα συνδεδεμένα πρόσωπα και την πολιτική για την Προνομιακή Πληροφόρηση,

δ. εγκρίνει το διορισμό των ανώτατων στελεχών του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του Διευθυντή Εσωτερικής Επιθεώρησης, του Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων, του Διευθυντή Διαχείρισης Επενδύσεων, του Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών και του Διευθυντή Νομικής Υπηρεσίας,

ε. εγκρίνει τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις απασχόλησης του προσωπικού του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής αποδοχών που κινείται εντός των πλαισίων της συμφωνίας-πλαίσιο του άρθρου 16Α. Η πολιτική αποδοχών πρέπει να είναι ανταγωνιστική προκειμένου να αποτελεί κίνητρο για την προσέλκυση στελεχών υψηλού επιπέδου και εμπειρίας. Έως τη σύναψη της συμφωνίας-πλαίσιο, η πολιτική αποδοχών εξακολουθεί να ισχύει όπως εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο,

στ. εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό του Ταμείου,

ζ. εγκρίνει την ετήσια έκθεση και άλλες επίσημες εκθέσεις και τις λογιστικές καταστάσεις του Ταμείου,

η. εγκρίνει το διορισμό εξωτερικών ελεγκτών του Ταμείου,

θ. εγκρίνει τη σύσταση ενός ή περισσοτέρων συμβουλευτικών οργάνων, καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις διορισμού των μελών τους και καθορίζει τους όρους αναφοράς των εν λόγω οργάνων,

ι. συγκροτεί μία ή περισσότερες επιτροπές αποτελούμενες από μέλη του Γενικού Συμβουλίου και/ή άλλα πρόσωπα και καθορίζει τις αρμοδιότητές τους,

ια. εγκρίνει τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου και τον Κανονισμό Προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών, για κάθε προμήθεια εμπίπτουσα στις διατάξεις των άρθρων 23 παράγραφος 2 περίπτωση Ια και παρ. 4 του Ν. 4281/2014 , κατ΄ εξαίρεση από τις διατάξεις και τους κανόνες περί προμηθειών του ανωτέρω νόμου,

ιβ. λαμβάνει οποιαδήποτε άλλη απόφαση και ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία ότι ασκείται από το Γενικό Συμβούλιο.

10. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρμόδια για την προπαρασκευή του έργου του Ταμείου, την εφαρμογή των αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων και την εκτέλεση των πράξεων που απαιτούνται για τη διοίκηση και λειτουργία, καθώς και την εκπλήρωση του σκοπού του Ταμείου. Ειδικότερα, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει ενδεικτικά τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες:

α. εισηγείται στο Γενικό Συμβούλιο για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου,

β. εκτελεί τις αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου που λαμβάνονται με ή χωρίς εισήγηση της Εκτελεστικής Επιτροπής,

γ. με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, προβαίνει σε όλες τις πρόσφορες ή απαιτούμενες ενέργειες για τη διοίκηση του Ταμείου, την εκτέλεση των πράξεων του, συμπεριλαμβανομένων των δυνάμει του άρθρου 2 εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, την ανάθεση συμβάσεων για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, την ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων επ΄ ονόματι του Ταμείου, το διορισμό των μελών του προσωπικού και των συμβούλων του Ταμείου και γενικότερα την εκπροσώπησή του,

δ. αναθέτει οποιαδήποτε εκ των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων της σε οποιοδήποτε από τα μέλη της ή σε στελέχη του Ταμείου, σύμφωνα με τους γενικότερους όρους και προϋποθέσεις που έχουν εγκριθεί από το Γενικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη θέματα σύγκρουσης συμφερόντων και υπό την προϋπόθεση ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ασκεί πρωτίστως τις εξουσίες του σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 11. Η Εκτελεστική Επιτροπή ορίζει ομάδα για την υποβοήθηση του έργου του μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής που είναι υπεύθυνο για τη διευκόλυνση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων,

ε. ασκεί κάθε άλλη εξουσία και αρμοδιότητα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία,

στ. εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Ταμείο και δεσμεύει αυτό έναντι τρίτων και

ζ. ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα που δεν απονέμεται ρητά στο Γενικό Συμβούλιο.

Όλες οι εξουσίες, δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι οποίες έχουν ανατεθεί στο Ταμείο, θεωρούνται ότι έχουν ανατεθεί στην Εκτελεστική Επιτροπή, εκτός αν προορίζονται ρητά για το Γενικό Συμβούλιο.

11. Ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι υπεύθυνος έναντι του Γενικού Συμβουλίου για την εκτέλεση των αποφάσεων του και για τον έλεγχο της διοίκησης και των πράξεων του Ταμείου. Ο Διευθύνων Σύμβουλος ή σε περίπτωση απουσίας του το μέλος που τον αναπληρώνει ενημερώνει το Γενικό Συμβούλιο, όσο συχνά απαιτείται από αυτό και κατ΄ ελάχιστο δέκα (10) φορές ετησίως.

12. Οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής:

α. καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Επιλογής και ορίζονται στις εκάστοτε αποφάσεις διορισμού τους και δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ταμείου,

β. ορίζονται με τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσληψη και διατήρηση στις θέσεις τους, προσώπων με εξειδικευμένα προσόντα και επαγγελματική εμπειρία,

γ. δεν αποτελούν συνάρτηση των κερδών ή εσόδων του Ταμείου.

13. Το Γενικό Συμβούλιο συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση δέκα (10) φορές κατ΄ ημερολογιακό έτος. Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον Πρόεδρο, ο οποίος και προεδρεύει σε αυτές. Σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου, οι συνεδριάσεις συγκαλούνται από ένα από τα άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, εκτός του εκπροσώπου του Υπουργείου Οικονομικών και εκτός του προσώπου που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το μέλος αυτό το οποίο και προεδρεύει στη συνεδρίαση, επιλέγεται από το Γενικό Συμβούλιο σύμφωνα με τους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου.

Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη και τους παρατηρητές του Γενικού Συμβουλίου, τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, εκτός από περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνεδρίαση μπορεί να συγκληθεί σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα, όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου. Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος πέντε (5) μελών του Συμβουλίου προς τον Πρόεδρο αυτού. Μετά από πρόσκληση του Προέδρου του Γενικού Συμβουλίου, ο Διευθύνων Σύμβουλος ή και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, τα στελέχη του Ταμείου, ειδικοί και εξωτερικοί σύμβουλοι μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου. Εφόσον ο Πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου το κρίνει απαραίτητο το Γενικό Συμβούλιο δύναται να συγκληθεί, να συζητήσει και να λάβει αποφάσεις μέσω γραπτής διαδικασίας ή ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου.

14. Η Εκτελεστική Επιτροπή συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση μία φορά την εβδομάδα. Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής συγκαλούνται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή σε περίπτωση απουσίας του από το πρόσωπο που τον αναπληρώνει, το οποίο είναι το άλλο μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Ο Διευθύνων Σύμβουλος προεδρεύει στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής και, σε περίπτωση απουσίας του, προεδρεύει το άλλο μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Η Εκτελεστική Επιτροπή συγκαλείται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, πλην περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε και η Εκτελεστική Επιτροπή μπορεί να συνεδριάσει σε συντομότερο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου. Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος των δύο (2) μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Μετά από πρόσκληση τον Διευθύνοντος Συμβούλου στελέχη του Ταμείου, ειδικοί ή εξωτερικοί σύμβουλοι μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής. Εφόσον ο Διευθύνων Σύμβουλος το κρίνει απαραίτητο η Εκτελεστική Επιτροπή δύναται να συγκληθεί, να συζητήσει και να λάβει αποφάσεις μέσω γραπτής διαδικασίας ή ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου.

15. Στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής καλούνται να συμμετέχουν ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ένας (1) εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή οι αναπληρωτές τους ως Παρατηρητές και χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας καλούνται στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής όπως και τα υπόλοιπα μέλη των οργάνων αυτών, σύμφωνα με τις παραγράφους 13 και 14 του παρόντος άρθρου. Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, η απουσία των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή των αναπληρωτών τους δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής.

16. Το Γενικό Συμβούλιο τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον πέντε (5) μέλη του. Κάθε μέλος του Γενικού Συμβουλίου έχει μία (1) ψήφο. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, οι αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του προεδρεύοντα υπερισχύει.

17. Η Εκτελεστική Επιτροπή τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον δύο (2) μέλη της. Κάθε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής έχει μία (1) ψήφο. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, οι αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο (2) εκ των παρόντων μελών.

18. Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής και του Γενικού Συμβουλίου είναι μυστικές. Το Γενικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει το αποτέλεσμα των συζητήσεων του επί οποιουδήποτε θέματος.

19. Όλες οι ενέργειες οποιουδήποτε μέλους του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής παραμένουν έγκυρες παρά τη διαπίστωση ελαττώματος αναφορικά με το διορισμό, την καταλληλότητα ή τα προσόντα του μέλους. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 5, 16 και 17 καμία πράξη ή διαδικασία του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής δεν καθίσταται άκυρη λόγω της κένωσης θέσεως στην Εκτελεστική Επιτροπή ή θέσεων στο Γενικό Συμβούλιο.

20. Ο Γραμματέας του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, οι οποίοι είναι στελέχη του Ταμείου, διορίζονται από το Γενικό Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής υπογράφονται από τον προεδρεύοντα της συνεδρίασης αυτής και τον Γραμματέα του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής».

4. Μετά το άρθρο 4 προστίθεται νέο άρθρο 4Α, ως εξής:

«`Αρθρο 4Α

Επιτροπή Επιλογής

1. Η Επιτροπή Επιλογής αποτελείται από έξι (6) ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, εγνωσμένου κύρους και ακεραιότητας, εκ των οποίων τρεις (3), συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, υποδεικνύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας αντίστοιχα, δύο (2) από τον Υπουργό Οικονομικών και ένας (1) από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ανωτέρω πέντε (5) θεσμοί και αρχές διαθέτουν από έναν παρατηρητή στην Επιτροπή. Η θητεία της Επιτροπής ορίζεται για δύο (2) έτη με δυνατότητα ανανέωσης.

2. Ως μέλη της Επιτροπής δεν δύνανται να επιλεγούν πρόσωπα τα οποία:

α. έχουν καταδικαστεί για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική,

β. έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση,

γ. λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχουν αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος ή τους έχει απαγορευθεί να ασκούν καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση,

δ. έχουν υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα ή

ε. είναι Βουλευτές, μέλη της Κυβερνήσεως, στελέχη, υπάλληλοι ή σύμβουλοι των θεσμών και αρχών της παραγράφου 1 ή άλλου Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής, στελέχη, υπάλληλοι ή σύμβουλοι χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα, ή πρόσωπο που κατέχει μετοχές τέτοιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω ή διαθέτει χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το Μετοχικό Κεφάλαιο του ως άνω ιδρύματος για ισόποσο ποσό εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω, κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν την τοποθέτησή τους.

3. Τα έξοδα και οι δαπάνες που σχετίζονται με τη λειτουργία της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και της ημερήσιας αποζημίωσης, καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του Ταμείου. Οι δαπάνες για τη μετακίνηση, τη διαμονή και άλλα παρόμοια έξοδα θα καλύπτονται σύμφωνα με την εσωτερική πολιτική του Ταμείου. Οι αμοιβές των μελών της Επιτροπής καθορίζονται στην απόφαση διορισμού τους.

4. Για τη νόμιμη συνεδρίαση της Επιτροπής θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία όταν παρόντα είναι τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη της, με την προϋπόθεση ότι παρίσταται ο Πρόεδρος. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του Προέδρου καθορίζει το αποτέλεσμα. Η Επιτροπή συγκαλείται και προεδρεύεται από τον Πρόεδρό της, ο οποίος καθορίζει την ημερήσια διάταξη, το χρόνο και τον τόπο της συνάντησης.

Τα μέλη της Επιτροπής δύναται να ορίζουν περαιτέρω κανόνες για την εσωτερική λειτουργία και τις διαδικασίες της.

5. Η Επιτροπή:

α) Προεπιλεγεί τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής και προτείνει την αμοιβή τους, καθώς και τους λοιπούς όρους εργασίας τους σύμφωνα με την παράγραφο 6.

β) Αξιολογεί ετησίως τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 7, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης βάσει των κριτηρίων επιλεξιμότητας των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 4. Για το σκοπό αυτόν, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Ταμείο την παροχή οποιασδήποτε έκθεσης και πληροφορίας που διαθέτει και μπορεί να σχετίζεται με τα ανωτέρω κριτήρια. Ειδικότερα, το προσωπικό του Ταμείου που είναι υπεύθυνο για τη συμμόρφωση και τον εσωτερικό έλεγχο παρέχει τις σχετικές πληροφορίες όταν ζητηθούν από την Επιτροπή και υποχρεούται να της αναφέρει οποιαδήποτε παραβίαση ή πιθανή παραβίαση των κριτηρίων αυτών μόλις υποπέσει στην αντίληψή του.

Η Επιτροπή μπορεί να ζητάει από κάθε μέλος του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής οποιαδήποτε πληροφορία κρίνει απαραίτητη για τους σκοπούς της αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση είναι εύλογη και δεν επιβαρύνει δυσανάλογα το μέλος.

γ) Απομακρύνει οποιοδήποτε μέλος του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 8.

6. Η Επιτροπή επιλέγει υποψήφιους για το Γενικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή και υποστηρίζεται από ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύμβουλο προσλήψεων που επιλέγεται από την Επιτροπή και προσλαμβάνεται από το Ταμείο. Τα απαραίτητα προσόντα και τα κριτήρια επιλογής των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής καθορίζονται από την Επιτροπή Επιλογής. Μετά την ολοκλήρωση της διαδι­κασίας επιλογής, η Επιτροπή προτείνει στον Υπουργό Οικονομικών μία λίστα επικρατέστερων υποψηφίων για τη συγκεκριμένη θέση, καθώς και ένα εύρος αμοιβών των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η αμοιβή προσδιορίζεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις διεθνώς βέλτιστες πρακτικές και τα πλαίσια αμοιβών παρόμοιων φορέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και αποσκοπεί να προσελκύσει και να διατηρήσει κατάλληλους και διεθνώς ανταγωνιστικούς υποψηφίους. Η Επιτροπή καθορίζει την αμοιβή κάθε υποψήφιου, εντός του εύρους που ορίζει σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια.

7. Η Επιτροπή αξιολογεί τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει η ίδια. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή των σκοπών του Ταμείου, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες κάθε Οργάνου.

8. Η Επιτροπή, μετά από αξιολόγηση της απόδοσης των μελών, μπορεί να προτείνει στον Υπουργό την απομάκρυνση ενός μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η σχετική πρόταση περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίζει την απόλυση του μέλους, εφό­σον διαπιστώσει ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων. Το μέλος που απομακρύνεται σύμφωνα με αυτή την παράγραφο δεν δικαιούται αποζημίωση.

9. Οι διαδικασίες των παραγράφων 6 έως και 8 εφαρμόζονται αναλόγως και στα υφιστάμενα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, μετά τη συγκρότηση της Επιτροπής Επιλογής.

10. Σύνοψη της ετήσιας αξιολόγησης των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δημοσιεύεται στην ετήσια αναφορά του Ταμείου.

11. Η Επιτροπή αναφέρεται για τις δραστηριότητές της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το Υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος όταν απαιτείται. Αντίγραφο της αναφοράς κατατίθεται στο Euro Working Group.

12. Τα μέλη της Επιτροπής δεν έχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας.

13. Η Επιτροπή Επιλογής θα συγκροτηθεί μέχρι τις 31.12.2015».

5. Τα άρθρα 6 και 6Α αντικαθίστανται ως εξής:

«`Αρθρο 6

Διαδικασίες ενεργοποίησης του Ταμείου

1. Στην περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα έχει κεφαλαιακό έλλειμμα, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί από την αρμόδια αρχή, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο 5 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015 , μπορεί να υποβάλει αίτημα κεφαλαιακής ενίσχυσης στο Ταμείο μέχρι του ποσού του κεφαλαιακού ελλείμματος που προσδιορίσθηκε από την αρμόδια αρχή.

2. Το αίτημα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνοδεύεται από την επιστολή της αρμόδιας αρχής, η οποία ορίζει το κεφαλαιακό έλλειμμα, την καταληκτική ημερομηνία στην οποία το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να έχει καλύψει το προαναφερόμενο κεφαλαιακό έλλειμμα και το σχέδιο άντλησης κεφαλαίων όπως έχει υποβληθεί στην αρμόδια αρχή.

α) Όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν ήδη εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά το χρόνο υποβολής του ανωτέρω αιτήματος, το αίτημα συνοδεύεται από το προσχέδιο τροποποίησης του ήδη εγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης.

β) Όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν έχουν ήδη εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά το χρόνο υποβολής του ανωτέρω αιτήματος, το αίτημα συνοδεύεται από προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης ή το προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης πρέπει να περιγράφει, υπό το πρίσμα συντηρητικών εκτιμήσεων, με ποια μέσα το πιστωτικό ίδρυμα θα επανέλθει σε ικανοποιητική κερδοφορία στα επόμενα τρία (3) έως πέντε (5) έτη.

3. Το Ταμείο μπορεί να ζητήσει από το πιστωτικό ίδρυμα που έχει υποβάλει αίτημα κεφαλαιακής ενίσχυσης να γίνουν αλλαγές ή προσθήκες στο προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης ή στο προσχέδιο του τροποποιούμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης. Κατόπιν της έγκρισης από το Ταμείο του προσχεδίου σχεδίου αναδιάρθρωσης ή του προσχεδίου του τροποποιούμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης, αυτό διαβιβάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών και υποβάλλεται από το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς έγκριση.

4. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του Ταμείου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, το Ταμείο καθορίζει το περίγραμμα της «συμφωνίας-πλαίσιο» ή της τροποποιούμενης «συμφωνίας-πλαίσιο» με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λαμβάνουν ή έχουν λάβει χρηματοοικονομική βοήθεια από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) ή από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ). Τα πιστωτικά ιδρύματα υπογράφουν την προαναφερόμενη «συμφωνία-πλαίσιο». Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στο Ταμείο όλες τις πληροφορίες που το ΕΤΧΣ ή ο ΕΜΣ ευλόγως ζητά προκειμένου το Ταμείο να τις γνωστοποιήσει στον ΕΤΧΣ ή τον ΕΜΣ, εκτός αν το Ταμείο ενημερώσει τα πιστωτικά ιδρύματα ότι οφείλουν να αποστείλουν τις αιτούμενες πληροφορίες απευθείας στο ΕΤΧΣ ή τον ΕΜΣ.

5. Το Ταμείο μπορεί να χορηγεί σε πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 2α, επιστολή με την οποία δεσμεύεται ότι θα συμμετάσχει στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 6α και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, μέχρι του ποσού του κεφαλαιακού ελλείμματος που προσδιορίζεται από την αρμόδια αρχή υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα εμπίπτει στην εξαίρεση της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015 (προληπτική ανακεφαλαιοποίηση). Το Ταμείο χορηγεί την επιστολή χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 6α. Η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται από το Ταμείο, μόνο κατόπιν της έγκρισης της κρατικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της δημοσίευσης της Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6α και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7. Η ανωτέρω δέσμευση του Ταμείου δεν ισχύει σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του Ν. 4261/2014 ή έχει ληφθεί κάποιο από τα μέτρα εξυγίανσης που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 4335/2015 .

6. Μετά την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή του τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3, το Ταμείο παράσχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τα άρθρα 6α ή 6β και σύμφωνα πάντοτε με το νομοθετικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων και τις σχετικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

7. Το Ταμείο παρακολουθεί και αξιολογεί την προσήκουσα εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης, καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε τυχόν τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης, και οφείλει περαιτέρω να παράσχει στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε αναγκαία πληροφορία, προκειμένου να διασφαλίζεται η ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

`Αρθρο 6Α

Προϋποθέσεις της παροχής κεφαλαιακής ενίσχυσης για σκοπούς προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης

1. Εφόσον τα εθελοντικά μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης ή του τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 6 δεν μπορούν να καλύψουν το συνολικό κεφαλαιακό έλλειμμα του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από την αρμόδια αρχή, και προκειμένου να αποφευχθούν σημαντικές διαταραχές στην οικονομία με αρνητικές συνέπειες στους πολίτες, και προκειμένου η κρατική ενίσχυση να είναι η μικρότερη δυνατή, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν σχετικής εισήγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αποφασίζεται η υποχρεωτική εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, προς το σκοπό της κατανομής του υπολοίπου του κεφαλαιακού ελλείμματος του πιστωτικού ιδρύματος στους κατόχους κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων, όπως κρίνεται κάθε φορά αναγκαίο. Η κατανομή ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση της ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω κατανομή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, γίνεται σύμφωνα με την ακόλουθη σειρά απαιτήσεων, η οποία εφαρμόζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 575/2013 της ΕΕ και το άρθρο 145Α(1) του Ν. 4261/2014:

α. στις κοινές μετοχές,

β. εάν είναι απαραίτητο, στις προνομιούχες μετοχές και στα άλλα μέσα κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (CET 1 instruments),

γ. εάν είναι απαραίτητο, στα πρόσθετα μέσα κατηγορίας 1 (Tier 1 instruments),

δ. εάν είναι απαραίτητο, στα μέσα κατηγορίας 2 (Tier 2. instruments),

ε. εάν είναι απαραίτητο, σε όλες τις άλλες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης,

στ. εάν είναι απαραίτητο, στις μη εξασφαλισμένες κοινές υποχρεώσεις που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου (unsecured senior liabilities non preferred by mandatory provisions of law).

Σε περίπτωση μετατροπής των προνομιούχων μετοχών, που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 1 του Ν. 3723/2008 (Α΄ 250), σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η κυριότητα των κοινών μετοχών περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ταμείο. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, απαιτήσεις της ίδιας τάξης τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης. Διαφοροποιήσεις στην τάξη, με βάση το άρθρο 145Α(1) του Ν. 4261/2014 και τις σχετικές συμφωνίες, μεταξύ απαιτήσεων που εμπίπτουν στην ίδια τάξη της ανωτέρω σειράς κατάταξης λαμβάνονται υπόψη στην ανωτέρω κατανομή. Αποκλίσεις, τόσο από την ανωτέρω σειρά κατάταξης όσο και από τον κανόνα της ίσης μεταχείρισης, δικαιολογούνται όταν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι για αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2. Τα ανωτέρω μέτρα περιλαμβάνουν:

α. την απορρόφηση τυχόν ζημιών από τους μετόχους ώστε να εξασφαλίζεται ότι η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος είναι μηδενική, όπου είναι απαραίτητο, δια της μείωσης της ονομαστικής αξίας των μετοχών, ύστερα από απόφαση του αρμοδίου οργάνου του πιστωτικού ιδρύματος.

β. Τη μείωση της ονομαστικής αξίας των προνομιούχων μετοχών και άλλων μέσων κεφαλαίου κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των πρόσθετων μέσων κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μέσων κατηγορίας 2 και των λοιπών υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μη εξασφαλισμένων κοινών υποχρεώσεων που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος θα είναι ίση με μηδέν ή

γ. σε περίπτωση που η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος είναι ανωτέρα του μηδενός, τη μετατροπή των άλλων μέσων κεφαλαίου κατηγορίας 1 και, εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των πρόσθετων μέσων κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μέσων κατηγορίας 2, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, των λοιπών υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μη εξασφαλισμένων κοινών υποχρεώσεων που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου, σε κοινές μετοχές, ώστε να αποκατασταθεί το αναγκαίο επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας για τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτό απαιτείται από την αρμόδια αρχή.

3. Αντικείμενο των ανωτέρω μέτρων δύνανται να αποτελούν και:

α. οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει το πιστωτικό ίδρυμα μέσω της παροχής εγγυήσεων σε σχέση με την έκδοση τίτλων κεφαλαίου ή υποχρεώσεων από τρίτα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος, και

β. οποιεσδήποτε απαιτήσεις έναντι του πιστωτικού ιδρύματος λόγω δανειακών συμφωνιών μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και των ως άνω τρίτων νομικών προσώπων.

Το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 2α του κ.ν. 2190/1920 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση.

4. Με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου της παραγράφου 1, κατόπιν της εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται κατά τάξη, είδος, ποσοστό και ποσό συμμετοχής, τα μέσα ή οι υποχρεώσεις που υπόκεινται στα μέτρα που πρόκειται να εφαρμοστούν σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, με βάση, εάν είναι απαραίτητο, αποτίμηση ανεξάρτητου ελεγκτή που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η διενέργεια της αποτίμησης αυτής θεωρείται ότι εξαντλεί κάθε υποχρέωση λήψης ανεξάρτητης αποτίμησης που προβλέπεται σε οποιονδήποτε άλλον εφαρμοστέο νόμο, εκτός του παρόντος. Αποτίμηση που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 του Ν. 4335/2015 μπορεί να λειτουργήσει ως αποτίμηση που απαιτείται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Τα ανωτέρω μέσα ή υποχρεώσεις μετατρέπονται υποχρεωτικά σε κεφαλαιακά μέσα στο πλαίσιο αύξησης του Μετοχικού Κεφαλαίου που αποφασίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος νόμου.

5. Κατ΄ εξαίρεση και υπό την προϋπόθεση προηγούμενης θετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τα άρθρα 107 έως 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ανωτέρω μέτρα μπορεί να μην εφαρμόζονται είτε συνολικά είτε σε σχέση με συγκεκριμένα μέσα, σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο κρίνει, κατόπιν εισήγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, ότι:

α. τα μέτρα αυτά δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ή

β. η εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων δύναται να οδηγήσει σε δυσανάλογα αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση που η κεφαλαιακή ενίσχυση που πρόκειται να παρασχεθεί από το Ταμείο είναι μικρή σε σχέση με το σταθμισμένο έναντι κινδύνων ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος ή όταν ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαιακού ελλείμματος έχει καλυφθεί μέσω μέτρων του ιδιωτικού τομέα.

Η τελική εκτίμηση των ανωτέρω εξαιρέσεων εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία κρίνει κατά περίπτωση.

6. Τα μέτρα που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα κατά τις παραγράφους 1 έως 4 και την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου θεωρούνται, για τους σκοπούς της ανακεφαλαιοποίησης που διενεργείται στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, ως μέτρα αναδιάρθρωσης του άρθρου 3 του Ν. 3458/2006 (Α΄ 94).

7. Η εφαρμογή των μέτρων των παραγράφων 1 έως 4, εθελοντικών ή υποχρεωτικών, δεν δύναται σε καμία περίπτωση: α) να αποτελεί αιτία ενεργοποίησης συμβατικών ρητρών, οι οποίες τίθενται σε εφαρμογή σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας ή επέλευ­σης άλλου γεγονότος, το οποίο δύναται να χαρακτηρίζεται ή να αντιμετωπίζεται ως πιστωτικό γεγονός ή να οδηγεί σε παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το πιστωτικό ίδρυμα, και β) να λογίζεται ως μη εκπλήρωση ή παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος για τη θεμελίωση από τρίτους σπουδαίου λόγου πρόωρης καταγγελίας ή ακύρωσης σύμβασης με το πιστωτικό ίδρυμα. Συμβατικοί όροι που αντίκεινται στα ανωτέρω δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται επίσης και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή επέλευσης γεγονότος έναντι τρίτων μερών από μέλος του ομίλου, όταν αυτή οφείλεται στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου επί απαιτήσεων κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου.

8. Οι κάτοχοι κεφαλαιακών μέσων ή άλλων απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων μη εξασφαλισμένων κοινών υποχρεώσεων που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου του πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο υπόκειται στα μέτρα ανακεφαλαιοποίησης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, δεν θα πρέπει, κατόπιν της εφαρμογής των μέτρων αυτών, να βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν στην περίπτωση που το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα ετίθετο σε ειδική εκκαθάριση (αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του πιστωτή). Στην περίπτωση κατά την οποία η προηγούμενη αρχή δεν τηρηθεί, οι ανωτέρω κάτοχοι κεφαλαιακών μέσων και άλλων συμπεριλαμβανομένων μη εξασφαλισμένων κοινών υποχρεώσεων που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου έχουν το δικαίωμα να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Κράτος, εφόσον αποδείξουν ότι η οφειλόμενη άμεσα στην εφαρμογή των υποχρεωτικών μέτρων ζημία τους είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα είχαν υποστεί στην περίπτωση θέσης του πιστωτικού ιδρύματος σε ειδική εκκαθάριση. Σε κάθε περίπτωση, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των απαιτήσεών τους μετά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και της αξίας των απαιτήσεών τους σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται με βάση την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

9. Για τη διασφάλιση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 8, διενεργείται αποτίμηση, η οποία προσδιορίζει τις απώλειες που θα υφίσταντο οι κάτοχοι των κεφαλαιακών μέσων ή άλλων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ανεξασφάλιστων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου, του παρόντος άρθρου αν, αντί της εφαρμογής των υποχρεωτικών μέτρων της παραγράφου 2 του παρόντος, το πιστωτικό ίδρυμα ετίθετο σε ειδική εκκαθάριση. Κάθε μορφή κρατικής ενίσχυσης προς το πιστωτικό ίδρυμα δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της εν λόγω αποτίμησης. Η αποτίμηση αυτή πραγματοποιείται μετά την εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 2 από ανεξάρτητο εκτιμητή που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο οι μέτοχοι και οι δικαιούχοι υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης που υπόκεινται στα μέτρα του παρόντος άρθρου θα βρίσκονταν σε ευμενέστερη οικονομική θέση στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση αμέσως πριν από την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης.

10. Η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου της παραγράφου 1 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περίληψη της δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ελληνική γλώσσα, και σε δύο φύλλα ημερήσιου τύπου, που κυκλοφορούν σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους-μέλους όπου το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκατάστημα ή όπου άμεσα παρέχει τραπεζικές και άλλες αμοιβαία αποδεκτές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, στην επίσημη γλώσσα αυτού του κράτους-μέλους.

Η περίληψη περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α. τους λόγους και τη νομική βάση για την έκδοση της Πράξεως της παραγράφου 1,

β. τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα κατά της Πράξεως και την προθεσμία άσκησής τους,

γ. τα αρμόδια δικαστήρια ενώπιον των οποίων ασκούνται τα ανωτέρω ένδικα βοηθήματα κατά της Πράξεως της παραγράφου 1.

11. Οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένων ειδικότερα της διαδικασίας ορισμού των ανεξάρτητων εκτιμητών, του περιεχομένου των ανεξάρτητων αποτιμήσεων και της εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, των μεθόδων αποτίμησης των απαιτήσεων ή των κεφαλαιακών μέσων που μετατρέπονται, της δυνατότητας υποκατάστασης του εκδότη των μέσων, της διενέργειας της μετατροπής, καθώς και των λεπτομερειών για την τυχόν αποζημίωση των κατόχων των μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 8, ρυθμίζονται με σχετική Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

12. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, συνιστούν διατάξεις δεσμευτικού και άμεσου αποτελέσματος και υπερέχουν έναντι κάθε διάταξης με αντίθετο περιεχόμενο».

6. Μετά το άρθρο 6Α προστίθεται νέο άρθρο 6Β ως εξής:

«`Αρθρο 6Β

Εφαρμογή των μέτρων δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας

1. Στην περίπτωση που ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίσει, σύμφωνα με την παρ. 4 του εσωτερικού άρθρου 56 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015 , του μέτρου της δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης, το Ταμείο ορίζεται ως φορέας εφαρμογής του άρθρου 57 του Ν. 4335/2015 μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Στην περίπτωση αυτή το Ταμείο συμμετέχει στην ανακεφαλαιοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος και λαμβάνει ως αντάλλαγμα τα μέσα που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 57 του Ν. 4335/2015

2. Το Ταμείο συμμετέχει στην αύξηση κεφαλαίου και λαμβάνει ως αντάλλαγμα κεφαλαιακά μέσα μετά την εφαρμογή των όποιων μέτρων αποφασίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4335/2015 ».

7. Το άρθρο 7 αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 7

Χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης Έκδοση μετοχών

1. Το Ταμείο παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση αποκλειστικά προς το σκοπό της κάλυψης του κεφαλαιακού ελλείμματος του πιστωτικού ιδρύματος, όπως έχει προσδιορισθεί από την αρμόδια αρχή και μέχρι το ύψος του εναπομείναντος ποσού, εφόσον έχει προηγηθεί η εφαρμογή των μέτρων του σχεδίου άντλησης κεφαλαίων του άρθρου 6, η όποια συμμετοχή επενδυτών του ιδιωτικού τομέα και η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και:

(α) είτε η εφαρμογή των υποχρεωτικών μέτρων του άρθρου 6α, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μέρος της έγκρισης του σχεδίου αναδιάρθρωσης έχει επιβεβαιώσει ότι το πιστωτικό ίδρυμα εμπίπτει στην εξαίρεση της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015 ,

(β) είτε όταν το πιστωτικό ίδρυμα έχει τεθεί σε εξυγίανση και έχουν ληφθεί μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4335/2015 , η συμφωνία πλαίσιο πρέπει να υπογραφεί δεόντως πριν χορηγηθεί η κεφαλαιακή ενίσχυση.

2. Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και διαδικασιών που αναφέρονται στα άρθρα 6, 6α και 6β, κατά περίπτωση, η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται μέσω της συμμετοχής του Ταμείου στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος με την έκδοση κοινών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή με την έκδοση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών (Contingent Convertible Securities) ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων που θα καλύπτονται από το Ταμείο. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου καθορίζεται ο επιμερισμός της συμμετοχής του Ταμείου μεταξύ των κοινών μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή των λοιπών μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων. Το Ταμείο δύναται να ασκεί, να διαθέτει ή να παραιτείται των δικαιωμάτων του προτίμησης σε περιπτώσεις αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου ή έκδοσης υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων που αιτούνται την παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης.

3. Οι αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου καλύπτονται από το Ταμείο με μετρητά ή με ομόλογα του ΕΜΣ. Η αποτίμηση των ομολόγων του ΕΜΣ που γίνεται από το Ταμείο για το σκοπό της εγγραφής τους στα βιβλία του αποτελεί την αποτίμηση που πιθανόν απαιτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 του κ.ν. 2190/1920 . Η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται σε συμμόρφωση με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.

4. Οι αποφάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων για αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων περί έκδοσης υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων, λαμβάνονται από τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων, με την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παράγραφοι 1 και 2 και 31 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920 , όπως ισχύει, και δεν ανακαλούνται.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου ή για έκδοση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων ή για παροχή εξουσιοδότησης στο διοικητικό συμβούλιο να αποφασίσει ως προς τα ανωτέρω ή η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, θα πρέπει να αναφέρουν ρητά ότι λαμβάνονται στο πλαίσιο του παρόντος νόμου. Η εν λόγω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να προβλέπει αντί του ανώτερου αριθμού μετοχών, το ανώτερο ποσό κεφαλαίου που πρέπει να καλυφθεί και να παρέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος την εξουσία να αποφασίζει, μεταξύ άλλων, το εναπομένον ποσό μετά την εφαρμογή των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο 6α, τον ακριβή αριθμό των μετοχών και την κατανομή των μετοχών.

Η προθεσμία για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης που θα αποφασίσει την αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου για την έκδοση των κοινών μετοχών, μετατρέψιμων ομολογιών ή των άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, ορίζεται σε δέκα (10) ημερολογιακές ημέρες όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 115 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015. Η προθεσμία για τη σύγκληση οποιασδήποτε επαναληπτικής ή εξ αναβολής συνέλευσης, καθώς και για την υποβολή εγγράφων στις εποπτικές αρχές συντέμνεται στο ένα τρίτο των προθεσμιών που προβλέπονται στον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται σε κάθε Γενική Συνέλευση που συγκαλείται στα πλαίσια του παρόντος νόμου ή σχετίζεται με αυτόν. Οι τρεις (3) ημέρες του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 28α παράγραφος 4 του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε δύο (2) ημέρες, οι έξι (6) και οι επτά (7) ημέρες που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2α του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε τρεις (3) και τέσσερις (4) ημέρες αντίστοιχα, οι τριάντα (30) ημέρες του άρθρου 39 παράγραφος 3 του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε τρεις (3) ημέρες και οι πέντε (5) ημέρες που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο μειώνονται σε τρεις (3) ημέρες.

5. α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 14 του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, η τιμή κάλυψης των μετοχών ορίζεται ως η τιμή, όπως αυτή προκύπτει από τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών που διενεργείται από κάθε πιστωτικό ίδρυμα. Με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, το Ταμείο δύναται να δεχτεί αυτήν την τιμή υπό την προϋπόθεση ότι το Ταμείο έχει αναθέσει και έχει λάβει γνώμη από ανεξάρτητο χρηματοοικονομικό σύμβουλο, ο οποίος γνωμοδοτεί ότι η διαδικασία βιβλίου προσφορών είναι σύμφωνη με τη διεθνή βέλτιστη πρακτική στις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Δεν επιτρέπεται η διάθεση νέων μετοχών στον ιδιωτικό τομέα σε τιμή κατώτερη της τιμής κάλυψης αυτών που καλύπτονται από το Ταμείο στο πλαίσιο της ίδιας έκδοσης. Η τιμή διάθεσης δύναται να είναι χαμηλότερη της τιμής προηγούμενων καλύψεων μετοχών από το Ταμείο ή της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής.

β) Η περίπτωση α΄ δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το ταμείο καλείται να καλύψει το ύψος του εναπομείναντος ποσού που δεν καλύφθηκε από ιδιωτική συμμετοχή σε αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου των πιστωτικών ιδρυμάτων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 ή κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 6Β του παρόντος νόμου.

γ) Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου μετά από αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή της συμβατότητας της με το άρθρο 31 του Κανονισμού 575/2013 και γνώμη του Ταμείου καθορίζονται οι όροι υπό τους οποίους οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες ή άλλα μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά μέσα μπορούν να εκδοθούν από τα πιστωτικά ιδρύματα και να καλυφθούν από το Ταμείο, οι όροι μετατροπής των ως άνω υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών και των άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων, η ονομαστική τους αξία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, εφόσον είναι απαραίτητο, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η μεταβίβαση των προαναφερθεισών ομολογιών και των άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων υπόκειται στην έγκριση της αρμόδιας αρχής. Η σχετική Πράξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

6. Η συμμετοχή του Ταμείου στην αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου των συνεταιριστικών τραπεζών γίνεται με εγγραφή σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε ομολογίες μετατρέψιμες σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε άλλα μετατρέψιμα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η Γενική Συνέλευση της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο εξουσίες αναφορικά με την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου με την έκδοση συνεταιριστικών μεριδίων τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε ομολογίες μετατρέψιμες σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε άλλα μετατρέψιμα χρηματοπιστωτικά μέσα που θα καλυφθούν από το Ταμείο ή από άλλα πρόσωπα στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης των συνεταιριστικών τραπεζών. Η Γενική Συνέλευση της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο να καθορίσει την τελική τιμή διάθεσης των συνεταιριστικών μεριδίων που θα διατεθούν στους επενδυτές μέσα στα πλαίσια που θέτει η Γενική Συνέλευση. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζονται αναλόγως και στις συνεταιριστικές τράπεζες».

8. Το άρθρο 7Α αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 7Α

Δικαιώματα ψήφου

1. Το Ταμείο ασκεί πλήρως τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν στις μετοχές που αναλαμβάνει στο πλαίσιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 7.

2. Το Ταμείο ασκεί τα δικαιώματα ψήφου του με τους περιορισμούς που ορίζονται στην παράγραφο 3 στις παρακάτω περιπτώσεις:

(α) Για τις μετοχές ως προς τις οποίες τύγχαναν εφαρμογής οι εν λόγω περιορισμοί, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 9 του Ν. 4051/2012 (Α΄ 40) κατά το χρόνο της ανάληψης των μετοχών από το Ταμείο.

(β) Για τις μετοχές που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο κεφαλαιακής ενίσχυσης κατά το χρόνο ισχύος της παρ. 7 του άρθρου 9 του Ν. 4051/2012, αλλά ως προς τις οποίες οι εν λόγω περιορισμοί δεν ίσχυσαν λόγω της μη επίτευξης του, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, απαιτούμενου ποσοστού συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα. Οι εν λόγω περιορισμοί στα δικαιώματα ψήφου του Ταμείου θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιωτική συμμετοχή στην πρώτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου που θα λάβει χώρα μετά τη δημοσίευση του Ν. 4254/2014 (Α΄ 84) είναι τουλάχιστον ίση με το 50%.

3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το Ταμείο ασκεί το δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση μόνο για τις αποφάσεις τροποποίησης του καταστατικού, περιλαμβανομένης της αύξησης ή μείωσης κεφαλαίου ή της παροχής σχετικής εξουσιοδότησης στο διοικητικό συμβούλιο, συγχώνευσης, διάσπασης, μετατροπής, αναβίωσης, παράτασης της διάρκειας ή διάλυσης της εταιρείας, μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού, περιλαμβανομένης της πώλησης θυγατρικών, ή για όποιο άλλο θέμα απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία κατά τα προβλεπόμενα στο Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών. Για τους σκοπούς υπολογισμού της απαρτίας και της πλειοψηφίας στη Γενική Συνέλευση, οι μετοχές του παρόντος άρθρου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων για θέματα άλλα από αυτά που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια της παραγράφου αυτής.

4. Το Ταμείο ασκεί πλήρως τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν στις μετοχές της παραγράφου 2, χωρίς τους περιορισμούς της παραγράφου 3 εάν διαπιστωθεί, με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου του Ταμείου, ότι παραβιάζονται ουσιώδεις υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος, οι οποίες προβλέπονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης ή προάγουν την υλοποίηση αυτού ή περιγράφονται στη «συμφωνία πλαίσιο» του άρθρου 2.

5. Κάθε διάθεση μετοχών από το Ταμείο προς επενδυτές του ιδιωτικού τομέα που λαμβάνει χώρα κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 ή στο πλαίσιο της εξάσκησης των δικαιωμάτων που ενσωματώνονται στους τίτλους της παραγράφου 6 του άρθρου 8 θα λογίζεται ότι επιφέρει μείωση στη συμμετοχή του Ταμείου όσον αφορά τις μετοχές για τις οποίες το Ταμείο ασκεί περιορισμένα δικαιώματα ψήφου.

6. Για όσο χρόνο το Ταμείο ασκεί τα δικαιώματα ψήφου με τους περιορισμούς του παρόντος άρθρου, πέραν των γνωστοποιήσεων του Ν. 3556/2007 (Α΄ 91):

α. το Ταμείο γνωστοποιεί στον Εκδότη και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οποιαδήποτε μεταβολή στον αριθμό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγήσει κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησε ή διέθεσε μετοχές, καθώς και το συνολικό αριθμό δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει. Ο Εκδότης δημοσιοποιεί τις πληροφορίες του προηγούμενου εδαφίου άμεσα και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο ημερών διαπραγμάτευσης από την ημερομηνία της παραπάνω παραλαβής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 3556/2007 ,

β) οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 6 , 10 και 11 του Ν. 3556/2007 (Α΄ 91) δεν εφαρμόζονται στο Ταμείο και

γ) πρόσωπα που αποκτούν ή διαθέτουν σημαντικές συμμετοχές ή ποσοστά δικαιωμάτων ψήφου που αφορούν σε πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία έχει χορηγηθεί κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο, οφείλουν να γνωστοποιούν κατά τις διατάξεις του Ν. 3556/2007 και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού αποφάσεων τις μεταβολές επί των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχουν με βάση το συνολικό αριθμό δικαιωμάτων ψήφου, πλην αυτών του Ταμείου, όπως αυτές γνωστοποιούνται από το Ταμείο σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση α. Η γνωστοποίηση αυτή αφορά μόνο σε μεταβολές σε δικαιώματα ψήφου επί μετοχών και όχι επί τίτλων παραστατικών δικαιωμάτων κτήσης μετοχών.

Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παρούσας παραγράφου επιβάλλονται κυρώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 3556/2007 .

7. Σε περίπτωση μετατροπής των προνομιούχων μετοχών που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 1 του Ν. 3723/2008 (Α΄ 50), σε κοινές μετοχές, αυτές έχουν πλήρη δικαιώματα ψήφου. Από της μετατροπής τους, τα δικαιώματα άσκησης ψήφου μεταφέρονται στο Ταμείο, χωρίς την ανάγκη άλλων διατυπώσεων».

9. Μετά το τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Ν. 3864/2010 , προστίθεται εδάφιο ως εξής: «εκτός εάν πρόκειται για πωλήσεις με οικονομικά δυσμενείς όρους (firesales)». Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαγράφεται.

10. Το άρθρο 10 αντικαθίσταται ως εξής:

«`Αρθρο 10

Ειδικά δικαιώματα του Ταμείου

1. Οι κοινές μετοχές και οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες του άρθρου 7 παρέχουν στο Ταμείο τα ειδικά δικαιώματα του παρόντος άρθρου.

2. Το Ταμείο εκπροσωπείται με ένα μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος, στο οποίο έχει παρασχεθεί κεφαλαιακή ενίσχυση. Η ιδιότητα του εκπροσώπου του Ταμείου του παρόντος άρθρου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 1 παρ. 3 εδάφιο β΄ του Ν. 3723/2008 (Α΄ 250). Οι υποχρεώσεις αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και πίστεως όπως ορίζονται στο άρθρο 16Β του παρόντος νόμου δεσμεύουν και τους εκπροσώπους του Ταμείου στα διοικητικά συμβούλια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο εκπρόσωπος του Ταμείου στο Διοικητικό Συμβούλιο έχει:

α) Το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων.

β) Το δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος:

i) σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών και πρόσθετων απολαβών (bonus) προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και για όσους έχουν τη θέση ή εκτελούν καθήκοντα γενικού διευθυντή, καθώς και για τους αναπληρωτές τους,

ii) εφόσον η υπό συζήτηση απόφαση δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει σοβαρά τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα ή την εν γένει συνετή και εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος (όπως επιχειρηματική στρατηγική, διαχείριση στοιχείων ενεργητικού - παθητικού κ.λπ.),

iii) που αφορά εταιρικές πράξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7Α και η οποία απόφαση δύναται να επηρεάσει σημαντικά τη συμμετοχή του Ταμείου στο Μετοχικό Κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος.

γ) Το δικαίωμα να ζητεί την αναβολή επί τρεις (3) εργάσιμες ημέρες της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να λάβει οδηγίες από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ταμείου. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί έως το πέρας της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος.

δ) Το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου.

ε) Το δικαίωμα να εγκρίνει τον Οικονομικό Διευθυντή.

Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του, ο εκπρόσωπος του Ταμείου στο Διοικητικό Συμβούλιο, λαμβάνει υπόψη του την επιχειρηματική αυτονομία του πιστωτικού ιδρύματος.

3. Σε κάθε περίπτωση οι αποδοχές των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3 υποστοίχειο β΄ περίπτωση i, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι πάσης φύσης πρόσθετες απολαβές (bonus) των ιδίων προσώπων καταργούνται για το χρονικό διάστημα συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης του παρόντος νόμου. Αναφορικά με τα μερίσματα της ίδιας διάταξης, εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 3723/2008 .

4. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου το Ταμείο έχει ελεύθερη πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος με στελέχη ή συμβούλους της επιλογής του.

5. Το Ταμείο, με τη βοήθεια ανεξάρτητου συμβούλου διεθνούς κύρους, εμπειρίας και εξειδίκευσης, θα προβεί στην αξιολόγηση του πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης των πιστωτικών ιδρυμάτων με τα οποία το Ταμείο έχει υπογράψει Συμφωνία Πλαισίου Συνεργασίας. Ειδικότερα, η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει το μέγεθος, τη δομή και την κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών του σύμφωνα με τις επιχειρηματικές ανάγκες του πιστωτικού ιδρύματος. Η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών του.

Η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση αφορά όλες τις επιτροπές του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλη επιτροπή την οποία το Ταμείο κρίνει απαραίτητο να αξιολογήσει για να εκπληρώσει τους στόχους του σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

6. Το Ταμείο, με τη βοήθεια ανεξάρτητου συμβούλου θα θεσπίσει κριτήρια αξιολόγησης των παραπάνω στοιχείων και των μελών των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές. Βάσει της αξιολόγησης το Ταμείο θα προβεί σε συγκεκριμένες προτάσεις για βελτιώσεις και τυχόν αλλαγές στην εταιρική διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Για τη διεξαγωγή της αξιολόγησης τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών θα συνεργαστούν με το Ταμείο και τους συμβούλους του και θα παράσχουν κάθε αναγκαία πληροφόρηση.

7. Πέραν των κριτηρίων που θα θεσπιστούν από το Ταμείο με τη συνδρομή του ανεξάρτητου συμβούλου, η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει κατ΄ ελάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Αναφορικά με την αξιολόγηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών αυτού, θα πρέπει να πληρούνται τα εξής:

(i) Τρία τουλάχιστον μέλη πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον δεκαετή διεθνή εμπειρία, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη, ως μέλος διοικητικού συμβουλίου πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ή ως ανώτατο στέλεχος διεθνούς οργανισμού.

(ii) Το μέλος δεν θα πρέπει να έχει διατελέσει κατά τα τελευταία τρία (3) έτη σε ανώτατες πολιτικές ή διοικητικές θέσεις του Δημοσίου, όπως Πρόεδρος Δημοκρατίας ή της Κυβέρνησης, υψηλόβαθμα πολιτικά, κυβερνητικά, κομματικά, δικαστικά, στρατιωτικά στελέχη ή διευθυντικά στελέχη κρατικών επιχειρήσεων.

(iii) Το μέλος πρέπει να γνωστοποιήσει όλες τις οικονομικές σχέσεις του με την τράπεζα πριν από το διορισμό του. Η εποπτική αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι το μέλος είναι κατάλληλο και επαρκές για το διορισμό του ως μέλος. Το Ταμείο με τη βοήθεια του ανεξάρτητου συμβούλου κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης για την εταιρική διακυβέρνηση θα ορίσει επιπλέον κριτήρια για συγκεκριμένες δεξιότητες που απαιτούνται στο διοικητικό συμβούλιο. Τα κριτήρια θα επισκοπούνται τουλάχιστον μία φορά κάθε δύο έτη ή και συχνότερα εάν υπάρξει ουσιώδης αλλαγή στην οικονομική κατάσταση της τράπεζας. Τα ως άνω κριτήρια αξιολόγησης δεν εφαρμόζονται για μέλη διοικητικού συμβουλίου των πιστωτικών ιδρυμάτων για τα οποία έχουν εκδοθεί εποπτικές εγκριτικές αποφάσεις του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), η ισχύς των οποίων ουδόλως θίγεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

8. Η αξιολόγηση της δομής και της σύνθεσης των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών θα πληροί τα παρακάτω κατ΄ ελάχιστον κριτήρια:

(i) στο Διοικητικό Συμβούλιο να συμμετέχουν τουλάχιστον τρία ανεξάρτητα μη εκτελεστικά μέλη με επαρκή γνώση και μακροχρόνια εμπειρία σε αντίστοιχα πιστωτικά ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είχαν καμία σχέση με πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα κατά τα προηγούμενα δέκα έτη,

(ii) τα ανωτέρω ανεξάρτητα μέλη προεδρεύουν σε όλες τις Επιτροπές του Διοικητικού Συμβουλίου,

(iii) τουλάχιστον ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου θα διαθέτει σχετική εξειδίκευση και διεθνή εμπειρία τουλάχιστον πέντε (5) ετών στους τομείς της διαχείρισης κινδύνων ή/και της διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το εν λόγω μέλος θα προεδρεύει σε κάθε επιτροπή του διοικητικού συμβουλίου που θα ασχολείται με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

9. Στην περίπτωση που η επισκόπηση ή η αξιολόγηση του διοικητικού συμβουλίου δεν πληροί τα σχετικά κριτήρια, το Ταμείο θα ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο και εφόσον το τελευταίο δεν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίηση των σχετικών προτάσεων, το Ταμείο θα συγκαλεί τη Γενική Συνέλευση των μετόχων με σκοπό την ενημέρωσή τους και θα προτείνει τις απαιτούμενες αλλαγές. Το Ταμείο θα αποστέλλει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Στην περίπτωση που το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή της επιτροπής αυτού δεν πληροί τα σχετικά κριτήρια ή το διοικητικό συμβούλιο ως σώμα δεν ικανοποιεί την προτεινόμενη δομή ως προς το μέγεθος, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και εξειδίκευσης και σε περίπτωση που οι απαιτούμενες αλλαγές δεν μπορούν να υλοποιηθούν με άλλο τρόπο, τότε θα υπάρξει σύσταση για αλλαγή συγκεκριμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των επιτροπών του. Στην περίπτωση που η γενική συνέλευση των μετόχων δεν συμφωνήσει εντός τριών μηνών με την αντικατάσταση των μελών του διοικητικού συμβουλίου που δεν εκπλήρωσαν τα κριτήρια αξιολόγησης, τότε το Ταμείο θα δημοσιοποιήσει εντός τεσσάρων εβδομάδων στην ιστοσελίδα του σχετική αναφορά, η οποία θα περιλαμβάνει την επωνυμία του πιστωτικού ιδρύματος, τις προτάσεις και τον αριθμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου που δεν εκπλήρωσαν τα σχετικά κριτήρια, καθώς και τα κριτήρια αυτά.

10. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 έως 9 δεν αίρουν την υποχρέωση των μετόχων να διασφαλίσουν ότι τα διοικητικά συμβούλια και οι επιτροπές αυτών στελεχώνονται με μέλη τα οποία διαθέτουν επαρκή εμπειρία και ικανότητα με τρόπο ώστε να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον της τράπεζας και όλων των ενδιαφερομένων μερών.

11. Σε περίπτωση εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, το Ταμείο για όσο διάστημα συμμετέχει στο πιστωτικό ίδρυμα, ως μέτοχος, ικανοποιείται από το προϊόν εκκαθάρισης προνομιακά έναντι όλων των άλλων μετόχων, από κοινού με το Δημόσιο ως δικαιούχο των προνομιούχων μετοχών του Ν. 3723/2008».

11. Στην παράγραφο α του άρθρου 11 διαγράφονται οι λέξεις «μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος» και οι λέξεις «του άρθρου 60 του Ν. 3601/2007 » αντικαθίστανται με τις λέξεις «του άρθρου 54 του Ν. 4261/2014 ».

12. Στο άρθρο 12 προστίθεται νέα παράγραφος 6, ως εξής:

«6. Τα ποσά που λαμβάνει το Ταμείο από αποζημιώσεις ή εξοφλήσεις και οι εισπράξεις από την πώληση ή την αποπληρωμή δανείων, ομολόγων, χρεογράφων, μετοχών ή κεφαλαίων ή άλλων τίτλων που πραγματοποιεί το Ταμείο, καταχωρούνται σε ειδικό αποθεματικό λογαριασμό και μπορούν να διανέμονται στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται διανεμητέο κέρδος, μετά από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών, υπό την προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί στον Υπουργό Οικονομικών αίτημα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας να μεταφέρει το ποσό των ανωτέρω εισπράξεων. Το ποσό το οποίο θα αιτείται ο Υπουργός Οικονομικών από το Ταμείο δεν θα υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα αιτούνται το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας από το Ελληνικό Δημόσιο».

13. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 13, μετά τις λέξεις «Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα», προστίθενται οι λέξεις «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας».

14. Προστίθεται νέο άρθρο 16, ως εξής:

«`Αρθρο 16

Δάνειο Εξυγίανσης

Το Ταμείο δύναται να χορηγεί δάνειο εξυγίανσης, όπως ορίζεται στη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων προς το σκοπό κάλυψης δαπανών για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης τραπεζών, σύμφωνα με τις προβλέψεις της προαναφερθείσας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης τηρουμένων των κανόνων κρατικών ενισχύσεων της Ε.Ε.».

15. Στο άρθρο 16Α, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται, οι παράγραφοι 4 και 5 αναριθμούνται σε 6 και 7 και προστίθενται νέες παράγραφοι 4 και 5, ως εξής: «2. Το Γενικό Συμβούλιο ενημερώνει, κατ΄ ελάχιστον δύο φορές το χρόνο και σε όποιες άλλες περιπτώσεις αυτό κρίνεται αναγκαίο, τη Βουλή των Ελλήνων, τον Υπουργό Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, σχετικά με την πορεία επίτευξης της αποστολής του.

3. Το Γενικό Συμβούλιο ενημερώνει, μέσω διμηνιαίων ενημερωτικών δελτίων, τον Υπουργό Οικονομικών και, μετά από αίτημα του, ο Υπουργός Οικονομικών ενημερώνεται περαιτέρω από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο.

4. Το Ταμείο δημοσιεύει σε ετήσια βάση έκθεση για τη στρατηγική λειτουργίας του. Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από τον Μάρτιο του 2016.

5. Το Ταμείο δημοσιεύει κάθε έξι μήνες έκθεση πεπραγμένων ως προς την κατά τα ανωτέρω στρατηγική. Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από τον Ιούνιο του 2016».

16. Η παράγραφος 9 του άρθρου 16Β αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής έχουν υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας σχετικά με τις υποθέσεις του Ταμείου και δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο που προβλέπεται στους οικείους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας αντίστοιχα. Η υποχρέωση απορρήτου δεν ισχύει για την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

17. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 16Γ, αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, της Εκτελεστικής Επιτροπής και το προσωπικό του Ταμείου δεν έχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά μόνο για βαρειά αμέλεια και δόλο».

β. Στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου διαγράφονται οι λέξεις «συμπεριλαμβανομένης της αρμοδιότητάς της να λάβει μέτρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62 , 63 , 64 και 68 του Ν. 3601/2007 .

γ. Στο τέλος του άρθρου προστίθεται νέα παράγραφος 10, ως εξής:

«10. Ενέργειες του Ταμείου, που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διατάξεις του ιδρυτικού του νόμου, οι οποίες τροποποιήθηκαν ή καταργήθηκαν, καθώς και τυχόν δικαιώματα ή υποχρεώσεις, εξακολουθούν να διέπονται από τις τότε ισχύουσες διατάξεις για κάθε νόμιμη συνέπεια».

 

`Αρθρο 2 Τροποποιήσεις του Ν . 4261/2014 ( Α΄ 107)

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 145Α προστίθεται, μετά την περίπτωση η΄, περίπτωση θ΄ ως εξής:

«(θ) Όλες οι απαιτήσεις, που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις ούτε είναι μειωμένης εξασφάλισης κατά την αντίστοιχη σύμβαση, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, απαιτήσεις από δάνεια και άλλες πιστωτικές συμβάσεις, από συμβάσεις προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή από παράγωγα. Η παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις που πηγάζουν από ομόλογα έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, εκτός από ομόλογα έκδοσης του, για τα οποία έχει δοθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και τα οποία τότε η παρούσα περίπτωση περιλαμβάνει. Η παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις που απορρέουν από εγγυήσεις που έχουν δοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα για ομόλογα έκδοσης θυγατρικών του με την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 32 του Ν. 4308/2014 , είτε αυτές οι θυγατρικές εδρεύουν στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή. Επιπλέον, δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις τέτοιων θυγατρικών του πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτές οι απαιτήσεις απορρέουν από σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με το πιστωτικό ίδρυμα, δια της οποίας συμβάσεως δανείζεται ή κατατίθεται στο πιστωτικό ίδρυμα το προϊόν της έκδοσης ομολόγων ή υβριδικών τίτλων από αυτές τις θυγατρικές. Σε περίπτωση κατάθεσης τέτοιας θυγατρικής στο πιστωτικό ίδρυμα, το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται στο τμήμα της κατάθεσης που δεν εμπίπτει στην περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου. Οι απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα περίπτωση και εμπίπτουν στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο ανωτέρω κατατάσσονται ως κοινές απαιτήσεις χωρίς προνόμιο με την έννοια της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Πτωχευτικού Κώδικα, εκτός εάν οι υποχρεώσεις της θυγατρικής από τα ομόλογα ή τους υβριδικούς τίτλους έκδοσης της, και για τις οποίες έχει δοθεί εγγύηση ή έχει συναφθεί σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με την έννοια του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου, είναι μειωμένης εξασφάλισης στην κατάταξη των υποχρεώσεων της ίδιας της θυγατρικής. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση οι απαιτήσεις κατά του πιστωτικού ιδρύματος που εμπίπτουν στο τρίτο και το τέταρτο εδάφιο είναι επίσης μειωμένης εξασφάλισης κατά τον ίδιο τρόπο».

2. Στο άρθρο 145Α προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:

«4. Η κατάταξη των απαιτήσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αναγκαστικός κανόνας δημοσίου συμφέροντος».

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 146 τροποποιείται ως εξής:

α. Μετά τις λέξεις «ειδικός εκκαθαριστής» προστίθενται οι λέξεις «πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος».

β. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ προστίθενται οι λέξεις «ή άλλης πιστωτικής σύμβασης».

γ. Στην περίπτωση β΄ μετά τις λέξεις «ρυθμίσεις δανείων» προστίθενται οι λέξεις «και λοιπών πιστωτικών συμβάσεων».

δ. στην περίπτωση δ΄ μετά τις λέξεις «από δάνεια» προστίθενται οι λέξεις «ή λοιπές πιστωτικές συμβάσεις».

 

`Αρθρο 3 Τροποποιήσεις του Ν . 4335/2015 ( Α΄ 87)

1. Στην παράγραφο 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 προστίθεται περίπτωση θ΄, ως εξής:

«τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις περιπτώσεις ζ΄, η΄ και θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 145Α του Ν. 4261/2014 ».

2. Στο εσωτερικό άρθρο 57 του άρθρου 2 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Η δημόσια κεφαλαιακή στήριξη κατά το παρόν άρθρο μπορεί να παρασχεθεί στο πιστωτικό ίδρυμα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 56».

3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του εσωτερικού άρθρου 59 του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου και όσα αναγνωρίζονται ως κεφαλαιακά μέσα βάσει των άρθρων 483-491 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης ως εξής:».

4. Στο τέλος της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 63 του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Εάν συντρέχει περίπτωση, στη δημοσιότητα του άρθρου 7α του Ν. 2190/1920 υποβάλλεται η οικεία απόφαση της αρχής εξυγίανσης».

5. Στο τέλος της παραγράφου 1 του εσωτερικού άρθρου 68 του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η αφερεγγυότητα ή αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων έναντι τρίτων ενός μέλους του ομίλου, όταν προκαλείται από την εφαρμογή μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο σε απαιτήσεις κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου, θεωρείται γεγονός άμεσο συνδεόμενο με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, με την έννοια της παρούσας διάταξης».

6. Στο τέλος του εσωτερικού άρθρου 82 του άρθρου 2 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει με απόφαση της τη λήξη της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος. Στην απόφαση αυτή εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3».

7. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του εσωτερικού άρθρου 96 του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης αποφασίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 96».

β. Στο τέλος της παραγράφου 3 του εσωτερικού άρθρου 96 του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Σε περίπτωση προσωρινής αποτίμησης, τα δύο τρίτα της προσωρινώς υπολογισθείσας διαφοράς αξίας καταβάλλονται αμέσως, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται με την οριστικοποίηση της αποτίμησης».

8. Στο εσωτερικό άρθρο 130 του άρθρου 2 προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως εξής:

«4. Σε εκκρεμείς διαδικασίες σχετικές με μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ισχύουσες κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων διατάξεις».

9. Η παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι παράγραφοι 9 και 11 του άρθρου 44, καθώς και η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 56, του άρθρου 2 του παρόντος νόμου τίθενται σε ισχύ την 1 η Ιανουαρίου 2016. Η περίπτωση θ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 44 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου παύει να ισχύει την 31η Δεκεμβρίου 2015».

10. Η παράγραφος 1 του εσωτερικού άρθρου 119 του άρθρου 2 του Ν. 4335/2015 καταργείται.

 

`Αρθρο 4 Τροποποιήσεις του Ν. 4172/2013

Το άρθρο 27Α του Ν. 4172/2013 (Α΄ 167), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν. 4302/2014 (Α΄ 225), αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «Μετά το άρθρο 27 του Ν. 4172/2013 (α΄ 167), όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 27Α ως εξής:

«`Αρθρο 27Α

Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση

1. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 11 του παρόντος άρθρου αφορούν στην προαιρετική μετατροπή αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, επί προσωρινών διαφορών, σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Προς το σκοπό της ένταξης στις διατάξεις των παραγράφων αυτών και για την ανάληψη των σχετικών εταιρικών ενεργειών, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν ειδικής εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή αφορά στο σχηματισμό ειδικού αποθεματικού και στη δωρεάν έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6, στην αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού κεφαλαίου του νομικού προσώπου με κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού και στην εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Η ως άνω απόφαση γνωστοποιείται στη Φορολογική Διοίκηση και στην Εποπτική Αρχή.

Η ένταξη στο ειδικό πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος άρθρου λήγει με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους εκείνου στο οποίο αφορά.

Οι αποφάσεις των προηγούμενων εδαφίων λαμβάνονται με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία που απαιτείται, κατά τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 ή του Ν. 1667/1986, για την αύξηση του μετοχικού ή του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αντίστοιχα.

Ειδικά, όσον αφορά στη λήξη της ένταξης, το νομικό πρόσωπο υποβάλλει προς την Εποπτική Αρχή σχετική αίτηση προς έγκριση τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, την οποία αυτή εγκρίνει ή απορρίπτει εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της.

2. Ο φόρος εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί σε προσωρινές διαφορές, που αφορούν:

α) στο υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς της παραγράφου 2 του άρθρου 27, που έχει προκύψει σε βάρος των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 και

β) στο ποσό των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες έχουν λογισθεί έως τις 30 Ιουνίου 2015 αναφορικά με απαιτήσεις των προαναφερθέντων νομικών προσώπων, για το οποίο έχει ή θα λογισθεί «αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση», σύμφωνα με τις διατάξεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος Ν. 2238/1994 (Α΄ 151), και εμφανίζεται στις τελευταίες εκάστοτε νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων, ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις των ανωτέρω νομικών προσώπων, εφόσον έχουν συνταχθεί με βάση τα ΔΠΧΑ, μετατρέπεται, στο σύνολο του ή μερικά με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω, κατά περίπτωση, σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση αυτού έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση κατά την οποία το λογιστικό, μετά από φόρους, αποτέλεσμα χρήσης του νομικού προσώπου είναι ζημία, σύμφωνα με τις, κατά τα παραπάνω, νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων.

Το ποσό της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης προσδιορίζεται δια του πολλαπλασιασμού του συνολικού ποσού της, κατά τα παραπάνω, οριζόμενης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης στο σύνολο των ιδίων κεφαλαίων, όπως αυτά εμφανίζονται στις εκάστοτε ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις του νομικού προσώπου, οι οποίες έχουν συνταχθεί για το οικείο φορολογικό έτος, μη συμπεριλαμβανομένης σε αυτά της λογιστικής ζημίας χρήσης [Φορολογική Απαίτηση = Ποσό Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης οικονομικών καταστάσεων Χ λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης/(ίδια κεφάλαια - Λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης)].

Η απαίτηση της παρούσας παραγράφου γεννάται κατά το χρόνο έγκρισης των εκάστοτε ετήσιων εταιρικών οικονομικών καταστάσεων από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων και συμψηφίζεται με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου ή και εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου («συνδεδεμένων επιχειρήσεων» κατά την έννοια του παρόντος νόμου) του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν οι εγκριθείσες οικονομικές καταστάσεις. Προκειμένου για το συμψηφισμό με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος, το νομικό πρόσωπο ή η συνδεδεμένη επιχείρηση μπορεί να υποβάλει εμπρόθεσμα συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία γέννησης της απαίτησης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που ο αναλογών φόρος εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία δεν επαρκεί για τον ολοσχερή συμψηφισμό της απαίτησης και κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συμψηφισθεί, το νομικό πρόσωπο έχει άμεσα εισπράξιμη απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το υπόλοιπο (μη συμψηφισθέν) ποσό. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της (αρχικής ή συμπληρωματικής) δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, το νομικό πρόσωπο εκδίδει δωρεάν παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και αντιστοιχούν σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες συνολικής αγοραίας αξίας ίσης με το εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης, προ του συμψηφισμού της με το φόρο εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία. Ως αγοραία αξία των μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων νοείται: (α) εφόσον οι μετοχές του νομικού προσώπου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους σταθμισμένος με βάση τον όγκο συναλλαγών, κατά τις προηγούμενες τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που καθίσταται εισπρακτέα η, κατά τα παραπάνω, φορολογική απαίτηση ή (β) εφόσον πρόκειται για συνεταιριστικές μερίδες ή μετοχές που δεν είναι εισηγμένες, η εσωτερική λογιστική αξία τους, όπως προκύπτει από τον νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό του νομικού προσώπου, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις στην έκθεση ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή. Η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής πραγματοποιείται χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος, με την κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού.

3. Στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, σε εφαρμογή διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας ή της ευρωπαϊκής, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, το υπολειπόμενο ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, μετατρέπεται σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο. Εάν η φορολογική απαίτηση δεν συμψηφισθεί ολοσχερώς με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου, το μη συμψηφισθέν μέρος της ανωτέρω απαίτησης αποτελεί άμεσα εισπράξιμη απαίτηση του από το Δημόσιο.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται στο ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που έχει λογισθεί επί των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου αναφορικά με απαιτήσεις κατά εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου, καθώς και μετόχων, συνεταίρων που κατέχουν ποσοστό άνω του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού συνεταιριστικού κεφαλαίου, μελών διοικητικών συμβουλίων, διευθυνόντων συμβούλων, γενικών διευθυντών και διευθυντών αυτών. Ως εταιρεία του ιδίου εταιρικού ομίλου νοείται κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια του παρόντος νόμου.

5. Σε περίπτωση συμψηφισμού ή είσπραξης της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2, το σχετικό ποσό αφαιρείται από τη συνολική φορολογική απαίτηση του νομικού προσώπου.

6. Για το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της ανωτέρω φορολογικής απαίτησης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, το νομικό πρόσωπο σχηματίζει ισόποσο ειδικό αποθεματικό, το οποίο προορίζεται αποκλειστικά για την αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού του κεφαλαίου και την έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) προς το Ελληνικό Δημόσιο. Για το σκοπό αυτόν, κατά το χρόνο σχηματισμού του κατά τα ανωτέρω ειδικού αποθεματικού, το νομικό πρόσωπο εκδίδει προς το Ελληνικό Δημόσιο παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) η συνολική αξία των οποίων προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι τίτλοι είναι μετατρέψιμοι σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες μπορεί να εκδοθούν και υπέρ το άρτιο. Οι κατά τα παραπάνω παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι από τους κατόχους. Εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την ημερομηνία έκδοσης των τίτλων, οι υφιστάμενοι μέτοχοι ή συνεταίροι έχουν δικαίωμα εξαγοράς τους κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό ή συνεταιριστικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου κατά το χρόνο έκδοσης των τίτλων. Η απόκτηση των τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής από τους κατόχους τους πραγματοποιείται χωρίς αντάλλαγμα και δεν αποτελεί δημόσια προσφορά κατά την έννοια του Ν. 3401/2005. Δεν αποτελεί, επίσης, δημόσια προσφορά η άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς των τίτλων από τους υπάρχοντες μετόχους ή συνεταίρους. Μετά την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς από τους υφιστάμενους μετόχους ή συνεταίρους ή μετά την παρέλευση του εύλογου χρονικού διαστήματος χωρίς να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό οι, κατά τα παραπάνω, παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι έναντι ανταλλάγματος και διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά.

7. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται κάθε σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα και ιδίως η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, τα απαιτούμενα στοιχεία τεκμηρίωσης για την επαλήθευση του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης κατά του Δημοσίου, η παρακολούθηση και πιστοποίηση του μη συμψηφισθέντος ετήσιου υπολοίπου της φορολογικής απαίτησης της παραγράφου 2, ο τρόπος αποπληρωμής της, ο οποίος είναι είτε μετρητοίς είτε με ταμειακά ισοδύναμα, όπως αυτά ορίζονται στο πρότυπο 7 των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, η πιστοποίηση της εξόφλησης της απαίτησης αυτής, οι βασικοί όροι που διέπουν τους εκδιδόμενους παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεων κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), η μεταβίβασή τους, η αξία μεταβίβασης, ο χρόνος και η διαδικασία άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς από τους μετόχους ή συνεταίρους του νομικού προσώπου, ο χρόνος κατά τον οποίο αυτοί καθίστανται διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με το χρόνο και τη διαδικασία μετατροπής των δικαιωμάτων και την έκδοση (δωρεάν) κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων των νομικών προσώπων προς το Ελληνικό Δημόσιο.

8. Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος άρθρου, και για όσα νομικά πρόσωπα αποφασίσουν την ένταξή τους στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται ως προς τις σε αυτό αναφερόμενες φορολογικές απαιτήσεις οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου, η οποία τυχόν θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις, αιρέσεις ή προθεσμίες στην επιστροφή από το Δημόσιο φόρου εισοδήματος. Η τυχόν μείωση του ποσού της φορολογικής απαίτησης, κατόπιν του ελέγχου της Φορολογικής Διοίκησης, συνεπάγεται την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου ή πράξης διόρθωσης αυτού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε αξίωση του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου σε βάρος οποιουδήποτε κατόχου, σχετικά με τους παραστατικούς τίτλους της παραγράφου 6 ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία.

9. Σε περίπτωση μετατροπής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης επί του ποσού των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, το δικαιούχο νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημά του το ποσό των προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου, που αφορούν στο ποσό της κατά τα ανωτέρω μετατραπείσας φορολογικής απαίτησης σε οριστική. Το ως άνω ποσό εγγράφεται σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου.

10. Το ποσό της χρεωστικής διαφοράς, για το οποίο έχει πραγματοποιηθεί μετατροπή της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, αφαιρείται από το υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς, που εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του νομικού προσώπου κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 2.

11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αφορούν φορολογικές απαιτήσεις που γεννώνται από το φορολογικό έτος [2017]* και εφεξής και ανάγονται στο φορολογικό έτος [2016]* και εφεξής. Κατ΄ εξαίρεση, στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, η φορολογική απαίτηση γεννάται οποτεδήποτε συντρέξουν τα γεγονότα αυτά μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος».

 

`Αρθρο 5 Τροποποιήσεις του Ν . 1667/1986

1. Μετά την παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 1667/1986 (Α΄ 196) προστίθενται παράγραφοι 2α, 2β, 2γ, 2δ και 2ε ως ακολούθως:

«2α. Το καταστατικό πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του συνεταιρισμού, που κατέχει συνεταιριστικές μερίδες με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, η συνολική ονομαστική αξία των οποίων υπερβαίνει ποσοστό τουλάχιστον 10% της συνολικής ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως θα ορίζει το καταστατικό, δύναται να ορίζει:

α) Ένα από τα δύο πρόσωπα πλήρους απασχόλησης που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ν. 4261/2014 , εφόσον αυτό έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος βάσει των διατάξεων του άρθρου 83 του Ν. 4261/2014 . Το δικαίωμα αυτό δεν δύναται να παρέχεται σε περισσότερα του ενός μέλη του συνεταιρισμού. Το οριζόμενο κατά τα ανωτέρω πρόσωπο δύναται να ανακληθεί από το μέλος του συνεταιρισμού που το όρισε, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίσταται από άλλο που αυτό προτείνει. Το μέλος του συνεταιρισμού που αποκτά το παρόν δικαίωμα συνεργάζεται καταλλήλως με την Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων του άρθρου 8 παράγραφοι 4 και 5 του Ν. 1667/1986 , έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο ως εκτελεστικού μέλους προσώπου που θα έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο διπλάσιος αριθμός υποψηφίων που πρόκειται να εκλεγούν, κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 8, προσδιορίζεται βάσει του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγει η Γενική Συνέλευση, αφαιρουμένου του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου που δικαιούται να διορίσει το εν λόγω μέλος του συνεταιρισμού.

β) Έως τα δύο τρίτα (2/3) των μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που απαρτίζουν την Επιτροπή Ελέγχου. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Σε μέλος του συνεταιρισμού που έχει παρασχεθεί το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με το παρόν στοιχείο β΄ δεν δύναται να παρασχεθεί και το δικαίωμα διορισμού σύμφωνα με το στοιχείο α΄. Τα οριζόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που είναι και μέλη της Επιτροπής Ελέγχου δύνανται να ανακληθούν από το μέλος του συνεταιρισμού που τα όρισε μόνον, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίστανται από άλλα που αυτό προτείνει.

γ) Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού μέχρι του ενός τρίτου (1/3) του προβλεπομένου συνολικού αριθμού αυτών. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που δεν μπορεί να υπολείπονται των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών του, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. Εφόσον το δικαίωμα του πρώτου εδαφίου του παρόντος στοιχείου γ΄ έχει παρασχεθεί σε περισσότερα από ένα μέλη του συνεταιρισμού, ο συνολικός αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού που μπορούν να ορίσουν τα εν λόγω μέλη του συνεταιρισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο πέμπτα (2/5) του προβλεπόμενου στο καταστατικό συνολικού αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον σε μέλος του συνεταιρισμού, στο οποίο παρέχεται το δικαίωμα του παρόντος στοιχείου γ΄, έχει παρασχεθεί, και το δικαίωμα του στοιχείου α΄ ή του στοιχείου β΄, για τον υπολογισμό του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που διορίζονται από αυτό το μέλος προσμετρώνται και τα διοριζόμενα από αυτό κατά το στοιχείο α΄ ή το στοιχείο β΄ πρόσωπα. Οι κατά το στοιχείο γ΄ οριζόμενοι σύμβουλοι δύναται να ανακληθούν οποτεδήποτε από το μέλος ή τα μέλη που τους όρισαν, εφόσον το μέλος ή τα μέλη εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα αυτό, και να αντικαθίστανται από άλλους.

2β. Το καταστατικό ορίζει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, ποσοτικά ή και ποιοτικά, για να απονεμηθούν σε ορισμένο ή ορισμένα μέλη ένα ή περισσότερα από τα δικαιώματα της παραγράφου 2α του παρόντος, καθώς και τη διαδικασία ασκήσεώς τους, ενδεικτικώς ως προς το ποσοστό του συνολικού αριθμού ψήφων, τη δέσμευση του μέλους του συνεταιρισμού να διατηρήσει συγκεκριμένο αριθμό συνεταιριστικών μερίδων ή να εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τη διάρκεια ισχύος και τους λόγους απώλειας του δικαιώματος, την παροχή από το μέλος ειδικής τεχνογνωσίας ή και την κατοχή θέσης στρατηγικού εταίρου στο πλαίσιο συμφωνίας που έχει καταρτίσει με τη διοίκηση του συνεταιρισμού.

2γ. Η θητεία των οριζομένων κατά την παράγραφο 2α μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπίπτει με τη θητεία του εκάστοτε τρέχοντος ή του νεοκλεγομένου Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παράγραφο 2α γίνεται εν όψει της εκλογής από τη Γενική Συνέλευση νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η άσκηση του δικαιώματος της παραγράφου 2α από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία έχει παρασχεθεί το δικαίωμα αυτό πραγματοποιείται πριν από την εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση, η οποία περιορίζεται στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς το μέλος, το οποίο έχει ασκήσει το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που του έχει παρασχεθεί με το καταστατικό κατά την παράγραφο 2α, να συμμετέχει στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα μέλη του συνεταιρισμού που ασκούν το ανωτέρω δικαίωμα γνωστοποιούν στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού τον ορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δέκα (10) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της γενικής συνελεύσεως και δεν συμμετέχουν στην εκλογή του υπολοίπου Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παράγραφο 2α γίνεται κατά τη διάρκεια της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε και παρασχέθηκε στο μέλος το δικαίωμα αυτό, το δικαίωμα ορισμού του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ασκείται είτε με αναπλήρωση παραιτούμενων ισάριθμων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είτε με αύξηση του αριθμού των μελών του τρέχοντος Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που εκπέσει για οποιοδήποτε λόγο της θέσεως του μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που έχει ορισθεί από μέλος του συνεταιρισμού κατά την παράγραφο 2α, το μέλος αυτό αντικαθίσταται από το μέλος του συνεταιρισμού που είχε το δικαίωμα ορισμού του. Σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διατηρείται υποχρεωτικώς η ιδιαίτερη αναλογία εκπροσωπήσεως που υφίσταται στο καταστατικό.

2δ. Σε περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα για την ενσωμάτωση σε αυτό για πρώτη φορά διατάξεων σύμφωνα με τις παραγράφους 2α, 2β και 2γ, η οποία αποφασίζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, η Γενική Συνέλευση που αποφασίζει την τροποποίηση του καταστατικού δύναται να διορίζει η ίδια και νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που έχουν επιλεγεί από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία παρέχεται με την ίδια απόφαση το σχετικό δικαίωμα και έχουν εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, τηρούμενων των διατάξεων του άρθρου 83 του Ν. 4261/2014 , είτε αναπληρώνοντας παραιτούμενα ισάριθμα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είτε αυξάνοντας ανάλογα τον αριθμό των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου μέχρι τη λήξη της θητείας του τρέχοντος Διοικητικού Συμβουλίου.

2ε. Με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζονται ειδικά θέματα και λεπτομέρειες για την άσκηση από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτικών αρμοδιοτήτων της ως προς θέματα των παραγράφων 2α-2δ».

2.α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 1667/1986 καταργείται και στο τέλος της ίδιας παραγράφου προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Με την επιφύλαξη της διατάξεως του επόμενου εδαφίου, τα δικαιώματα ψήφου τα οποία δικαιούται να ασκεί ένα μέλος συνεταιριστικής τράπεζας, ανεξαρτήτως των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 33% του συνολικού αριθμού ψήφων. Μέλη συνεταιριστικής τράπεζας, που τα δικαιώματα ψήφου καθενός απ΄ αυτά υπερβαίνουν ποσοστό που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο ποσοστό δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων, δεν δικαιούνται να ασκούν αθροιστικώς, ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων δύο εδαφίων, το καταστατικό της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί, επιπλέον, να προβλέπει θέματα για τα οποία η λήψη απόφασης απαιτεί διπλή πλειοψηφία τόσο του συνόλου των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας, όσο και του συνόλου του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, καθώς και να καθορίζει το απαιτούμενο ποσοστό για τα θέματα αυτά. Εφόσον, για οποιονδήποτε λόγο μεταβληθεί ο αριθμός των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, τα δικαιώματα ψήφου που δύνανται να ασκηθούν υπολογίζονται βάσει του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου κατά το χρόνο εξασκήσεως του δικαιώματος ψήφου. Μέλος συνεταιριστικής τράπεζας που κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων θεωρείται ότι δύναται να ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαχείριση της συνεταιριστικής τράπεζας και υπόκειται στους εποπτικούς κανόνες του Ν. 4261/2014 για τα πρόσωπα που έχουν ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, (κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 23). Οι ως άνω ποσοτικοί περιορισμοί δεν ισχύουν για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας».

β. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1667/1986 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε συνεταιριστική τράπεζα, η οποία, κάνοντας χρήση των διατάξεων των εδαφίων 4 επί του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 1667/1986 , έχει παράσχει στα μέλη της δικαίωμα άνω των είκοσι ψήφων για συνεταιριστικές μερίδες που κατέχουν, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη Γενική Συνέλευση δύναται να ασκείται και δι΄ αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, με ή χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί, όπως καθορίζεται στο καταστατικό».

3. Στο άρθρο 5 προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής:

«8.α. Οι γενικές συνελεύσεις των συνεταιριστικών τραπεζών που θα κληθούν να αποφασίσουν εντός του έτους 2015 επί των τροποποιήσεων του καταστατικού των άρθρων που αφορούν το πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των συνεταιριστικών τραπεζών, καθώς και επί θεμάτων αυξήσεως κεφαλαίου ή και εκδόσεως τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια, δύνανται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, να συγκαλούνται εντός επτά ημερών από την ημέρα της προσκλήσεως και να αποφασίζουν συντεμνομένων κατά το ήμισυ των ορίων του καταστατικού περί απαρτίας της Γενικής Συνέλευσης, εφόσον η απόφαση περί αυξήσεως κεφαλαίου και τροποποιήσεως του καταστατικού έχει εγκριθεί προηγουμένως από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, οι επαναληπτικές ή μετ΄ αναβολή γενικές συνελεύσεις που καλούνται να αποφασίσουν επί των θεμάτων του πρώτου εδαφίου δύνανται να προσκαλούνται εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών.

β. Το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της παραγράφου 1 δύναται να ασκείται και δι΄ αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί ο αντιπρόσωπος.

γ. Οι ανωτέρω γενικές συνελεύσεις μπορούν να αποφασίζουν να μεταβιβάζουν στο διοικητικό συμβούλιο την αρμοδιότητα της αύξησης κεφαλαίου με έκδοση συνεταιριστικών μερίδων ή για έκδοση τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια για χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου από τη λήψη της σχετικής απόφασης.

δ. Μετά την παρ. 6 του άρθρου 3 του Ν. 1667/1986 προστίθεται παράγραφος 6α ως εξής:

«6α. Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου συνεταιριστικών τραπεζών προς ανακεφαλαιοποίησή τους που πραγματοποιείται εντός του 2015 με την έκδοση συνεταιριστικών μερίδων οι οποίες μεταβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 1667/1986 μόνο σε συνεταίρους χωρίς να είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει έγκριση για την αύξηση κεφαλαίου εντός δέκα ημερών από την υποβολή σε αυτήν πλήρους φακέλου της αυξήσεως, που περιέχει και το πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης. Με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να αρχίσει η απευθείας διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων από την εκδότρια συνεταιριστική τράπεζα και η εγγραφή, χωρίς να απαιτείται η τήρηση άλλων διαδικασιών πλην εκείνων που τυχόν θα επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος με την εγκριτική της απόφαση».

 

`Αρθρο 6 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2015

 

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ

 

Πηγή:


B4-B5_728X90