Ενημέρωση >>Φορολογικά Νέα
12/06/2015
Πολ.1117/10.6.2015, Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής

 

Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του N.4321/2015 -ΦΕΚ 32A, (πλην της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που αφορά αποκλειστικά σε οφειλές βεβαιωμένες σε ΟΤΑ), όπως τροποποιήθηκαν: α. με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 - ΦΕΚ 35 Α, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του N. 4328/2015 - ΦΕΚ 51 Α, β. με τα άρθρα 4 και 8 του N. 4328/2015 και γ. με το άρθρο 18 του Ν. 4324/2015 - ΦΕΚ 44 Α΄, και για την εφαρμογή της κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ. 1080/2015 -ΦΕΚ 628 Β, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ. 1108/2015 - ΦΕΚ 917 Β΄, σε συνδυασμό με τις Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ. 1098/2015 - ΦΕΚ 771 Β΄ & ΠΟΛ. 1110/2015 - ΦΕΚ 946 Β΄, την τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ( άρθρο 19 του N. 4321/2015 ) και την κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. ( άρθρο 18 του N. 4321/2015 ) για την ενημέρωσή σας και την ενιαία εφαρμογή αυτών.

Αναλυτικότερα:

ΕΝΟΤΗΤΑ Α

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

Ι. Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές ως εξής:

Α) Υποχρεωτικά:

Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλών οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, έχουν βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία αυτής και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης.

Β) Μετά από επιλογή του οφειλέτη:

Β1) ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής έχουν βεβαιωθεί και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης και

α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου

β) έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ.

Επισημάνσεις:

- Στην περίπτωση υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής χρεών και των ευεργετημάτων αυτών.

- Σε περίπτωση που στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις περιλαμβάνονται οφειλές που δεν μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση, οι τελευταίες δύνανται να τακτοποιηθούν από τον οφειλέτη κατά νόμιμο τρόπο, με εκ νέου υπαγωγή τους στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις, ή με υπαγωγή τους σε άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τους οικείους όρους και προϋποθέσεις.

- Αίτηση και υπαγωγή στη ρύθμιση των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 σημαίνει την αποδοχή αποκλειστικά και μόνο των ευεργετημάτων των διατάξεων που ορίζονται στα άρθρα αυτά.

γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση χρεών κατ΄ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. ή κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου αυτού δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της περ. α της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του N. 3808/2009 , η οποία είναι σε ισχύ

Επισήμανση:

- Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις συνέπειες της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση που η εν λόγω ρύθμιση έχει απεικονιστεί στο σύστημα taxis με νέα βεβαίωση με είδος φόρου 4904 δεν είναι άμεσα δυνατή η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του N. 4321/2015. Κατά την υποβολή της αίτησης μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής εμφανίζεται απαγορευτικό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: «! Οφειλές ειδικής κατηγορίας: Για τη δυνατότητα υπαγωγής των οφειλών σας σε ρύθμιση παρακαλούμε να απευθυνθείτε στην αρμόδια για την είσπραξη φορολογική αρχή». Ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει, με έγγραφη αίτησή του, την απώλεια της ρύθμισης για την οποία είχε δημιουργηθεί το εν λόγω τριπλότυπο βεβαίωσης, προκειμένου να γίνει διαγραφή αυτού και να απεικονιστούν στο σύστημα taxis οι συνέπειες της απώλειας της εν λόγω ρύθμισης, κατά τα ανωτέρω.

Β2) οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση και θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής. Εάν πρόκειται για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη συζητηθεί. Εάν πρόκειται για εκκρεμή υπόθεση ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η δήλωση παραίτησης υποβάλλεται στη Φορολογική Αρχή, στην οποία υπεβλήθη η ενδικοφανής προσφυγή. Εν συνεχεία η Φορολογική Αρχή διαβιβάζει αυθημερόν τη δήλωση παραίτησης στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, η οποία και θα αποστέλλει ακολούθως σημείωμα ότι η εκκρεμής υπόθεση δεν έχει εξετασθεί.

Β3) οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και αφορούν υποχρεώσεις ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014. Στην περίπτωση που από το χρηματικό κατάλογο ή τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα δεν προκύπτει η αναγωγή της υποχρέωσης σε χρόνο έως 31.12.2014, απαιτείται προς τούτο έγγραφη βεβαίωση της βεβαιούσας αρχής.

Στη ρύθμιση του άρθρου 1 δύνανται επίσης να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και έχουν βεβαιωθεί ύστερα από φορολογικό έλεγχο και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι 31/12/2014, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων φόρων / τελών του N. 2523/1997 και των προστίμων ανακριβούς δήλωσης της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 58 του N. 4174/2013 (ΚΦΔ) και μη υποβολής δήλωσης των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 και 54 του ίδιου ως άνω νόμου.

Σημειώνεται ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου συνιστά εκτελεστό τίτλο ( άρθρο 45 N. 4174/2013 ) και με βάση αυτή συνιστάται και βεβαιώνεται το 100% της φορολογικής οφειλής ( άρθρο 30 N. 4174/2013 ), ήτοι ο κύριος και πρόσθετος φόρος / τέλος του N. 2523/1997 ή πρόστιμο του άρθρου 58 του N. 4174/2013 ή πρόστιμο του άρθρου 54 του ίδιου ως άνω νόμου, όταν αυτό επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58 κατ΄ εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του N. 4174/2013 . Για τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 1 του N. 4321/2015 έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα για τις εν γένει βεβαιωμένες οφειλές του ίδιου ως άνω νόμου.

Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση έκδοσης εντολής ελέγχου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 και της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του N. 4174/2013 , όπως ισχύει, δεν υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα υποβολής δήλωσης για τη φορολογία, τη φορολογική περίοδο ή την υπόθεση που αφορά ο φορολογικός έλεγχος (σχετ. ΔΕΛ Α 1069048/2.5.2014 έγγραφό μας).

Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τις φορολογίες κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από τη λήξη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, ανεξάρτητα αν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάρχει ο σχετικός φάκελος της υπόθεσης, ενημερώνει με σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα την αρμόδια για τη ρύθμιση Δ.Ο.Υ. για το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, μετά από την αίτηση του φορολογουμένου για την υπαγωγή του στη ρύθμιση, η οποία εν προκειμένω δεν υποστηρίζεται ηλεκτρονικά.

Τέλος, στη ρύθμιση του άρθρου 1 υπάγονται και οφειλές από την αυτοτελή φορολόγηση των μη διανεμηθέντων ή κεφαλαιοποιηθέντων αποθεματικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου 72 του N. 4172/2013 , ανεξάρτητα εάν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015.

Επισημάνσεις:

- Οι οφειλές των υποπεριπτώσεων Β2) και Β3) υπάγονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

- Οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.

- Ο οφειλέτης ο οποίος υπάγει σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλές των περιπτώσεων Α, Β1 και Β3, δηλαδή αυτές των άρθρων 1 , 3 και 4, παράγραφος 2 του N. 4321/2015 , δεν υποχρεούται σε παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή του δικογράφου ένδικου βοηθήματος ή ένδικου μέσου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ. 1106/2015 .

- Δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή όλων των προαιρετικά υπαγόμενων στη ρύθμιση οφειλών που εμπίπτουν στις περιπτώσεις Β1, Β2 και Β3, αλλά ο οφειλέτης δύναται με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία να επιλέξει να υπαγάγει μερικές μόνον από αυτές. Δεν είναι όμως δυνατή η επιλογή μέρους μόνο οφειλής, εκτός εάν ο οφειλέτης έχει ευθύνη για την καταβολή μέρους μόνον αυτής.

Β4) οφειλές που υπάγονται σε συμφωνία που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση κατ΄ άρθρα 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, 44 του N. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι σε ισχύ είτε οι υπαγόμενες οφειλές είναι ληξιπρόθεσμες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση Β1 είτε πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας.

Επισήμανση:

Για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται προηγούμενη ανατροπή της συμφωνίας ως προς το Δημόσιο, με συνέπεια την αναβίωση των οφειλών που είχαν υπαχθεί σε αυτή, η οποία επέρχεται με σχετική μονομερή δήλωση του οφειλέτη, που υποβάλλεται εγγράφως στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Ποσά που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της ανατραπείσας συμφωνίας πιστώνονται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα κάθε καταβολή στις οφειλές που είχαν υπαχθεί στη συμφωνία, με τις αναλογούσες κατά το χρόνο καταβολής προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι όροι της ανατραπείσας συμφωνίας (π.χ. «πάγωμα» προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, περιορισμός αυτών κ.λπ.). Σε περίπτωση που στη δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του οφειλέτη να επιλέξει, μετά την επικύρωσή της, ευμενέστερο από τον οριζόμενο σε αυτή τρόπο αποπληρωμής των οφειλών του, κατ΄ εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα στη συμφωνία.

Έχει παρατηρηθεί ότι, για τις ανάγκες απεικόνισης των όρων των δικαστικών συμφωνιών, επιλέγεται συχνά στην πράξη η δημιουργία νέας βεβαίωσης με είδος φόρου 4904. Στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω (υπό στοιχείο Β1γ) εμποδίζεται αυτόματα η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής και ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει με έγγραφη μονομερή δήλωσή του την ανατροπή της συμφωνίας. Στη συνέχεια η αρμόδια Υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διαγραφή του τριπλοτύπου βεβαίωσης με είδος φόρου 4904 και στην απεικόνιση των συνεπειών της ανατροπής της συμφωνίας στο σύστημα taxis.

Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που για την απεικόνιση της δικαστικής συμφωνίας έχει επιλεγεί ορισμένος τύπος ρύθμισης στο σύστημα taxis ή η συμφωνία δεν έχει απεικονιστεί καθόλου σε αυτό, δεν κωλύεται η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του N. 4321/2015. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση οφειλών για τις οποίες ήδη προβλέπεται ειδικός τρόπος αποπληρωμής βάσει δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας, χωρίς προηγούμενη ανατροπή αυτής και απεικόνιση των οικείων συνεπειών, οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να διενεργούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σχετικό έλεγχο, ώστε, αν διαπιστωθεί ότι έχει λάβει χώρα υπαγωγή οφειλών της ανωτέρω κατηγορίας στη ρύθμιση του N. 4321/2015, χωρίς να έχει προηγηθεί υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης και πίστωση των καταβληθέντων ποσών, κατά τα ανωτέρω, να επέρχεται απώλεια της ρύθμισης του N. 4321/2015 σύμφωνα με το Κεφάλαιο VIII της Ενότητας Γ΄ της παρούσας εγκυκλίου. Προκειμένου ο οφειλέτης να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει εμπρόθεσμα νέα αίτηση για υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση, μετά την απώλεια της πρώτης και αφού τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία (υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης ανατροπής, ορθή πίστωση καταβληθέντων ποσών), ο ανωτέρω έλεγχος πρέπει να διενεργείται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την καταληκτική ημερομηνία για υποβολή αίτησης υπαγωγής στην ρύθμιση, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του οφειλέτη με κάθε πρόσφορο μέσο.

Επισημαίνεται και με την παρούσα εγκύκλιο η επιτακτική ανάγκη απεικόνισης τυχόν μη απεικονισμένων δικαστικών συμφωνιών στο σύστημα taxis ή χειρόγραφα, ώστε να καθίσταται δυνατή η διενέργεια του ανωτέρω περιγραφόμενου ελέγχου.

Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ρύθμισης οφειλών που υπάγονται σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία εν μέρει με τους όρους της συμφωνίας και εν μέρει με τις διατάξεις του N. 4321/2015, τονίζεται ότι οι ανωτέρω οδηγίες καταλαμβάνουν όλες τις οφειλές που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας κατά τους όρους αυτής, δηλαδή όχι μόνο οφειλές που ήταν ήδη βεβαιωμένες κατά το χρόνο δικαστικής επικύρωσης της συμφωνίας (ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης) και ρυθμίζονται από αυτή αλλά και οφειλές που βεβαιώθηκαν μετά την ανωτέρω ημερομηνία ή θα βεβαιωθούν και θα καταχωριστούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του N. 4321/2015 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχεία Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.

Τέλος, είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση ανατροπής της συμφωνίας δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής σε αυτή οφειλών που θα βεβαιωθούν μελλοντικά και οι οποίες βάσει των όρων της ανατραπείσας συμφωνίας θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής αυτής. Επίσης, μετά την ανατροπή συμφωνίας συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης κατ΄ άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα δεν είναι πλέον δυνατή η ρύθμιση κατ΄ άρθρο 62Α του Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 6 του N. 3808/2009 οφειλών που δεν είχαν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτής.

ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.

Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:

α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου),

β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη και κατά το μέρος της ευθύνης τους,

γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας,

δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του. Ομοίως και σε περίπτωση άλλων φόρων και τελών που προκύπτουν από κοινή δήλωση.

ε) στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων που εκδίδονται στα Τελωνεία με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους - ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση - υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωσή του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.

ΙΙΙ. Εξαιρέσεις από την υπαγωγή στη ρύθμιση.

Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση:

α. οι οφειλές οι οποίες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις δεν δύνανται να υπαχθούν σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, όπως οφειλές που προέρχονται από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών άρθρων 2 & 3 του N .3220/2004 , βάσει του αρ. 169 Ν.4099/2012 . Η ανάκτηση γίνεται με την έκδοση φύλλου ελέγχου από την αρμόδια ελεγκτική φορολογική Υπηρεσία και η βεβαίωση αυτής διενεργείται σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε (είδος φόρου 6130),

β. οφειλές από τις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.

Επισήμανση:

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 4321/2015 καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (N. 2859/2000) και δεν εξαιρούνται πλέον από την υπαγωγή σε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, ούτε βέβαια από την παρούσα ρύθμιση, οφειλές από Φ.Π.Α. που έχουν βεβαιωθεί με τις πράξεις των άρθρων 49 και 50 του Κώδικα Φ.Π.Α.

ΕΝΟΤΗΤΑ Β

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

Ι. Υποβολή αίτησης - Προϋποθέσεις υπαγωγής- Καταβολή δόσεων.

1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής, έως και την 26η Ιουνίου 2015.

Επισημάνσεις:

-Τυχόν εκκρεμής πίστωση ποσού έως πενήντα (50) ευρώ από καταβολή ή απόδοση που έχει διενεργηθεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμποδίζει την υποβολή της σχετικής αίτησης μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

- Σε περίπτωση που εκκρεμεί πίστωση ποσού άνω των πενήντα (50) ευρώ, η πίστωση διενεργείται κατά προτεραιότητα και η τυχόν εναπομείνασα οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.

2. Εξαιρετικά, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η υποβολή της αίτησης ηλεκτρονικά, υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

Επισήμανση:

- Κατ΄ εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.

3. Ο φορολογούμενος που διαπιστώνει ότι έχει πρόσθετο φόρο ο οποίος έχει συμβεβαιωθεί στον ίδιο ΚΑΕ με τον κύριο, προκειμένου οι οφειλές του να απαλλαγούν από το ποσοστό του πρόσθετου φόρου ανάλογα με το πρόγραμμα δόσεων που επιθυμεί, προσέρχεται στην υπηρεσία που είναι βεβαιωμένες οι οφειλές, υποβάλλει αίτηση διαχωρισμού σε κύριο και πρόσθετο φόρο, προσκομίζοντας τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει (το νόμιμο τίτλο βεβαίωσης, όπως δήλωση, εκκαθάριση δήλωσης, φύλλο ελέγχου, λοιπές πράξεις προσδιορισμού φόρου, πρακτικό διοικητικής επίλυσης διαφοράς κ.λπ.). Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας αποδέχεται τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά και καταχωρεί τα απαιτούμενα για το διαχωρισμό στοιχεία, μετά από επικοινωνία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον απαιτείται, σε εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γ.Γ.Δ.Ε. Ο διαχωρισμός διενεργείται με μεταβολή της αρχικής βεβαίωσης ανά ΚΑΕ, ώστε να αποτυπωθεί η με βάση του διαχωρισμού αναλογία στο ανεξόφλητο υπόλοιπο πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής. Κατόπιν, ο φορολογούμενος υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση.

Επισήμανση:

 

- Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται διασταυρώνονται με αυτά που τηρούνται στα αρχεία της Φορολογικής Διοίκησης (φάκελο της υπόθεσης, βιβλία καταχώρησης φύλλων ελέγχου, πρακτικών συμβιβασμού κ.λπ.), κατά την προσκόμισή τους, εφόσον είναι εφικτό, διαφορετικά στο συντομότερο δυνατό χρόνο.

4. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η καταβολή της προκαταβολής ή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφλησή της εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης (για την περίπτωση υπαγωγής σε ρύθμιση κατόπιν καταβολής «προκαταβολής» ισχύουν και τα ειδικότερα οριζόμενα στην κατωτέρω ενότητα Δ. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.

Επισημάνσεις:

- Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της, προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.

- Δεν υφίσταται περιορισμός ως προς το ύψος της οφειλής η οποία δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.

- Εφόσον οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης εξοφλήσει εφάπαξ το υπολειπόμενο ποσό έως και την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή, δικαιούται επί του εφάπαξ εξοφλούμενου ποσού τις απαλλαγές του άρθρου 1 του N. 4321/2015 , όπως ισχύει, κατά ποσοστό 100% από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία πριν ή μετά την εφάπαξ εξόφληση.

- Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης του N.4321/2015, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 (ΦΕΚ 35 Α), μετά την εκούσια καταβολή της πρώτης δόσης αυτής. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της πρώτης δόσης της ρύθμισης με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του N.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, με επιμέλεια του οφειλέτη.

- Ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΦΔ και του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, η απόδοση προϊόντος κατάσχεσης (με εξαίρεση την περίπτωση του ανωτέρω εδαφίου) πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής ή άλλης μορφής συλλογικής εκτέλεσης και η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ΚΦΔ, όπως ισχύει, δεν αποτελούν εκούσια καταβολή, αλλά καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εφόσον αποδίδονται κατά τη διάρκεια εν ισχύ ρύθμισης και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

ΙΙ. Φορείς είσπραξης.

Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση, με την χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής (Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής - Τ.Ρ.Ο.) ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο κατά περίπτωση).

Επισήμανση:

- Ο οφειλέτης πρέπει να απευθυνθεί στους φορείς είσπραξης εφόσον επιθυμεί τη σύσταση εντολής αυτόματης χρέωσης λογαριασμού για την καταβολή των δόσεων της ρύθμισης. Σε περίπτωση που υπάγονται στη νέα ρύθμιση οφειλές οι οποίες τελούσαν σε προηγούμενη ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής οι δόσεις της οποίας καταβάλλονταν με εντολή αυτόματης χρέωσης λογαριασμού που τηρείται σε φορέα είσπραξης, ο φορολογούμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο φορέα είσπραξης, για την αλλαγή της εντολής.

ΙΙΙ. Αρμοδιότητα

Ως αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής, τη βεβαίωση της κύρωσης του άρθρου 15 του Ν.4321/2015 και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία ορίζεται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου ή άλλης Υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

Στην περίπτωση συναρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδιος για τα ανωτέρω ορίζεται ο τελευταίος, ανεξαρτήτως του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ

Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη.

Διακανονισμός πληρωμής.

i) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις.

ii) Απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, από τα πρόστιμα του άρθρου 58 και του άρθρου 54 του Ν. 4174/2013 , όταν αυτό το τελευταίο επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του ίδιου ως άνω νόμου, οπότε και συμβεβαιώνεται με την κύρια οφειλή, καθώς και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις ρυθμισμένες οφειλές (όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής) ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.

Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή ποσού οφειλής, χορηγείται απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει.

Οι απαλλαγές τόκων και προσαυξήσεων υπολογίζονται επί του ποσού της αρχικής ρυθμισμένης οφειλής και πριν την απαλλαγή των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1995 και των προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 που συμβεβαιώνονται με την κύρια οφειλή.

Δεν διενεργείται απαλλαγή του αυτοτελούς προστίμου των διατάξεων του άρθρου 7 του Ν. 2523/1997 και της παραγράφου 1 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Ε7 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, για παραβάσεις που αφορούν τα τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων.

Τέλος, για τις μη φορολογικές οφειλές είναι δυνατή μόνο η κατά ποσοστό απαλλαγή των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. ή Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.

iii) Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται, εφάπαξ ή σε δόσεις ως εξής:

α) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%),

β) από δύο (2) έως και πέντε (5) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή ποσοστού ενενήντα τοις εκατό (90%),

γ) από έξι (6) έως και δέκα (10) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%),

δ) από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%),

ε) από είκοσι μία (21) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό (70%)

στ) από τριάντα μία (31) έως και σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα πέντε τοις εκατό (65%),

ζ) από σαράντα μία (41) έως και πενήντα (50) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%),

η) από πενήντα μία (51) έως και εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα πέντε τοις εκατό (55%),

 

θ) από εξήντα μία (61) έως και εβδομήντα (70) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%),

ι) από εβδομήντα μία (71) έως και ογδόντα (80) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα πέντε τοις εκατό (45%),

ια) από ογδόντα μία (81) έως και ενενήντα (90) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) και

ιβ) από ενενήντα μία (91) έως και εκατό (100) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%).

Επισημάνσεις:

- Η διάρκεια της ρύθμισης των βεβαιωμένων οφειλών υπέρ αλλοδαπού δημοσίου κατόπιν αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία παραγραφής, όπως αυτή ορίζεται από το αλλοδαπό δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή οι οφειλές προς το αλλοδαπό δημόσιο δύνανται, με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία, να ρυθμίζονται με διαφορετική Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής από τις λοιπές οφειλές.

- Τα πολλαπλά τέλη και πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα υπάγονται στη ρύθμιση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τα επιβαρύνουν ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.

Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος ρύθμισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ.

Στην περίπτωση που επιβάλλεται ή έχει επιβληθεί το πρόστιμο του άρθρου 59 του ΚΦΔ, εφόσον ο φορολογούμενος υπαχθεί στη ρύθμιση και υπό την προϋπόθεση τήρησης του προγράμματος, το πρόστιμο αυτό διαγράφεται.

v) Το ελάχιστο ποσό δόσης ρύθμισης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 20€. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές ληξιπρόθεσμες της 1η Μαρτίου 2015 σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό δόσης διαμορφώνεται σε 10€. Σε κάθε περίπτωση οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι περισσότερες των εκατό (100).

III. Λήψη πιστοποιητικών

α) Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της ΠΟΛ. 1004/2015 (ΦΕΚ 2Β΄) Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Στις περιπτώσεις στις οποίες στο πιστοποιητικό του άρθρου 54Α αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό του αναλογούντος φόρου (ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ) και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του ποσού αυτού από το συμβολαιογράφο ( παρ. 4 άρθρου 54 Α Ν. 4174/2013 ), τότε εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της ΠΟΛ. 1004/2015 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Ο επιμεριστικά αναλογών φόρος υπολογίζεται από το τμήμα συμμόρφωσης και σχέσεων με τους φορολογούμενους της Δ.Ο.Υ. και αναγράφεται, κατά τα οριζόμενα στην ανωτέρω απόφαση, στα υποδείγματα 3 και 5 αυτής με τα λοιπά στοιχεία βεβαίωσης του φόρου.

Προκειμένου να πιστωθούν / αποδοθούν τα ποσά του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου για κάθε οφειλή από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ, πραγματοποιείται οίκοθεν από το τμήμα εσόδων διαχωρισμός της ρύθμισης και εκδίδονται αντίστοιχες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής. Με την απεικόνιση της πίστωσης / απόδοσης εκδίδεται νέα Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, δηλαδή για αυτές από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ και τις λοιπές. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, όπως και οι ενδιάμεσες, έχουν τα ευεργετήματα και τους όρους της αρχικής.

Ο φορολογούμενος ενημερώνεται για τις νέες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που το πιστοποιητικό χορηγείται μετά την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου στη Δ.Ο.Υ., και από την «Προσωποποιημένη Πληροφόρηση του φορολογούμενου» στο Ο.Π.Σ. TAXISnet, εφόσον αποδίδεται από το συμβολαιογράφο. Μέχρι την καταβολή από το συμβολαιογράφο του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου και την έκδοση της νέας Ταυτότητας Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, εφόσον απαιτείται καταβολή δόσης της ρύθμισης, αυτή καταβάλλεται για όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις που έχουν δημιουργηθεί. Μετά την εξόφληση του αναλογούντος φόρου από το φορολογούμενο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα σε αυτόν, ενώ στην περίπτωση απόδοσης του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου από το συμβολαιογράφο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα μετά την αναγραφή των Ταυτοτήτων Ρυθμισμένης Οφειλής στο πιστοποιητικό.

β) Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α΄), συνεπώς δεν χορηγείται το εν λόγω πιστοποιητικό αν δεν έχει καταβληθεί ο επιμεριστικά αναλογών φόρος. Σε κάθε περίπτωση που καταβάλλεται από τον υπόχρεο επιμεριστικά αναλογών φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής καθώς και στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση απόδοσης επιμεριστικά αναλογούντος φόρου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του ως άνω Κώδικα, είτε από συμβολαιογράφο είτε από άλλα πρόσωπα -όπως Τράπεζες εφόσον πρόκειται για απόδοση καταθέσεων- ακολουθείται η ανωτέρω αναφερθείσα διαδικασία για την περίπτωση α) ως προς την πίστωση / απόδοση των ποσών του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου (διαχωρισμός ρύθμισης κ.λπ).

IV. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.

Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση, μηνιαίας διάρκειας (με παρακράτηση ποσοστού, όπου απαιτείται), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ. και της κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1274/2013 (ΦΕΚ 3398 Β΄), όπως ισχύουν.

Επισήμανση:

- Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι σχετικές πληρωμές, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.

V. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.

1. Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού) επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί παραγγελίες κατάσχεσης, τα ποσά όμως που θα αποδίδονται από τις κατασχέσεις στα χέρια τρίτων καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Με την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου 15 του Ν. 4321/2015 ,

β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,

γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή της πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,

δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.

3. Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρου 13 του Ν.4321/2015 , όπως ισχύει, περί δυνατότητας πίστωσης υπό προϋποθέσεις ποσών από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή ή την κάλυψη πρώτης δόσης της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (πχ απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της παραγράφου 2 του άρθρου 10 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1080/2015 νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

Ποσά που αποδίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ. Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ. 1092/2014 .

VI. Αναβολή εκτέλεσης ποινής.

Με την υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή, της διακόπτεται.

VII. Δικαιώματα του Δημοσίου.

Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση:

α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ΄ αυτού εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1274/2013 , όπως ισχύουν,

β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

γ) να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, στις περιπτώσεις που απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου, το οποίο αναγράφεται επί του χορηγούμενου αποδεικτικού ενημερότητας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ΚΦΔ και την κατ΄εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ. 1274/2013 , όπως ισχύουν,

δ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του - εν στενή εννοία - Δημοσίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 42 του ΚΦΔ και στο άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν.

VIII. Απώλεια της ρύθμισης.

 

1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

α) κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες δόσεις ή

β) μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή

γ) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης ή

δ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή και υπήρχε υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων κατά την τελευταία πενταετία προ της υπαγωγής.

Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων των άρθρων 1 - 17 του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 4321/2015 και της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1080/2015 , η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.

Εάν η απώλεια της ρύθμισης επέλθει εντός της προθεσμίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει εκ νέου αίτηση και να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1 του Ν.4321/2015 .

Η τυχόν εν μέρει ή εν όλω απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ή της ενδικοφανούς προσφυγής από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν συνεπάγεται την απώλεια των απαλλαγών από πρόσθετους φόρους, τέλη, πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 1, καθώς και των λοιπών ευεργετημάτων του Ν. 4321/2015.

IX. Αναστολή παραγραφής χρεών.

Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ

ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

I. Τόκος.

 

- Οι υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές δεν επιβαρύνονται εφεξής με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ.

- Βασική οφειλή άνω των 5.000€ που υπάγεται σε ρύθμιση επιβαρύνεται με τόκο 3% ετησίως, ήτοι 0.25% ανά μήνα.

Επισήμανση: Το όριο των 5.000€ αφορά σε βασική ρυθμιζόμενη οφειλή κατά το άρθρο 1 του Ν.4321/2015, ανά υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή και ανά ρύθμιση. Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή το όριο των 5.000 ευρώ διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση της προκαταβολής.

ΙΙ. Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης.

Στην περίπτωση καθυστέρησης δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί με επιβάρυνση 0,25% ανά μήνα καθυστέρησης.

ΙΙΙ. Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.

1) Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής με οποιοδήποτε τρόπο, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1997, προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης, που τελικά διαμορφώνεται.

2) Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015, δύναται με αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή θα τύχει ποσοστού απαλλαγής για το ποσό που εντάσσεται στο νέο πρόγραμμα ρύθμισης, η οποία λαμβάνει νέα ταυτότητα πληρωμής (Τ.Ρ.Ο.), αποτελεί δε συνέχεια της αρχικής ρύθμισης.

Επισήμανση:

- Σε καμία περίπτωση αλλαγής προγράμματος ρύθμισης ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.

I V. Εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή

1. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης με χορήγηση ισόποσης απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν.4321/2015 υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

2. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση δύναται να υποβληθεί έως και την 26η Ιουνίου 2015.

3. Το ελάχιστο ποσό προκαταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των διακοσίων ευρώ (200€). Σε περίπτωση που υφίστανται ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό προκαταβολής διαμορφώνεται σε εκατό ευρώ (100€). Η προκαταβολή είναι καταβλητέα άπαξ, με εκούσια καταβολή, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της προκαταβολής με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης - δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30 Α και 32 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης - δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση, με επιμέλεια του οφειλέτη.

4. Η υπολειπόμενη οφειλή υπάγεται υποχρεωτικά σε πρόγραμμα δόσεων ρύθμισης του άρθρου 1 του Ν. 4321/2015 . Οι δόσεις της ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται της προκαταβολής. Η προκαταβολή δεν προσμετράται στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.

5. Εφόσον η προκαταβολή είναι ίση ή μεγαλύτερη από την πρώτη δόση της ρύθμισης ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 4321/2015 , όπως η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας κατά το άρθρο 12 του ΚΦΔ.

6. Η καταβολή της προκαταβολής διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο).

7. Εφόσον ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις δέκα (10) πρώτες δόσεις της ρύθμισης που έπονται της προκαταβολής ή, στην περίπτωση που οι δόσεις της ρύθμισης είναι λιγότερες των δέκα, δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από αυτές ή επέλθει απώλεια της ρύθμισης με υπαιτιότητα του οφειλέτη για οποιοδήποτε λόγο, βεβαιώνεται σε βάρος του οφειλέτη, ο οποίος έχει υποβάλει την αίτηση, στον Κ.Α.Ε 3739, ποσό ίσο με την απαλλαγή που του χορηγήθηκε κατά την καταβολή της προκαταβολής. Η ως άνω μη εμπρόθεσμη καταβολή μιας δόσης δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την απώλεια της ρύθμισης.

8. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο απαιτείται σύνταξη χρηματικού καταλόγου από το αρμόδιο για την παρακολούθηση της ρύθμισης όργανο, ο οποίος αποστέλλεται προς βεβαίωση και είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ στην υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένες οι ρυθμισμένες οφειλές. Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν και με μαζικούς χρηματικούς καταλόγους, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.

ΕΝΟΤΗΤΑ Ε

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 57 ΤΟΥ ΚΦΔ ΚΑΙ 6 ΤΟΥ ΚΕΔΕ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ( ΑΡΘΡΟ 19 ΤΟΥ Ν. 4321/2015 )

Οι οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από την 21η Μαρτίου 2015 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4321/2015) και εφεξής δεν επιβαρύνονται με το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (10%, 20%, 30%) του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ. Τα ως άνω πρόστιμα υπολογίζονται κατά την είσπραξη για οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης έως και την 20η Μαρτίου 2015.

 

Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων

Αικατερίνη Σαββαΐδου

 

Πηγή:


B4-B5_728X90