10/06/2015
Να πως θα μειωθεί το ελληνικό χρέος, τι προτείνει η Αθήνα

 

«Ολοκληρωμένο» σχέδιο για την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους προς τους δανειστές κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση. Μέσω του σχεδίου αυτού προτείνεται η αντικατάσταση του χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αντίστοιχο χρέος προς τον ESM, κάτι που θα επιτρέψει στη χώρα την επιστροφή κερδών που διακρατά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κυρίως τη συμμετοχή της στην ποσοτική χαλάρωση. Οι πόροι από τις δύο αυτές δράσεις θα επιτρέψουν την αποπληρωμή μεγάλου τμήματος του χρέους της Ελλάδας προς το ΔΝΤ καθιστώντας το τελικώς βιώσιμο.

Οι ελληνικές αρχές προτείνουν δύο πακέτα πολιτικής για την επίτευξη ενός διπλού στόχου: μία πρόταση σχετικά με την αναχρηματοδότηση μέρους του ελληνικού χρέους (χωρίς κούρεμα και χωρίς νέο δάνειο για την ελληνική κυβέρνηση) και μία δεύτερη πρόταση για το πώς η χρηματοδότηση επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα μπορεί να αυξηθεί.

Οι όροι για νέο δάνειο μέσω ESM

Το ελληνικό δημόσιο χρέος αφορά κυρίως το δημόσιο τομέα. Το επίσημο χρέος αφορά τους: (α) ESM-ΕΤΧΣ (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) , (β) ΕΚΤ, (γ) ΔΝΤ, και (δ) τις άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (το ελληνικό πρόγραμμα διευκόλυνσης Δανείου (GLF), το οποίο χρονολογείται από το πρώτο μνημόνιο, που υπογράφτηκε τον Μάιο 2010).

i. Οι λήξεις του χρέους στο μηχανισμό ΕSΜ-ΕΤΧΣ και τα δάνεια GLF έχουν μακροπρόθεσμες λήξεις και το πραγματικό επιτόκιο δεν είναι υψηλό.

ii. Το χρέος της Ελλάδας προς την ΕΚΤ (που απορρέει από τα ομόλογα SMP τα οποία και αγοράστηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 2010/11) είναι βραχυπρόθεσμο και έτσι δημιουργείται ένα χρηματοδοτικό κενό σε βραχύ και μεσοπρόθεσμο διάστημα. Επιπλέον, αποτρέπει τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

iii. Το πρόγραμμα αποπληρωμής του ΔΝΤ έχει αυξημένες δόσεις κατά τη διάρκεια του 2015, έτος που είχε προβλεφθεί οικονομική ανάκαμψη στη χώρα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ελληνικές αρχές προτείνουν το χρέος προς την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να αναχρηματοδοτηθούν μέσω του ESM με βάση μία απλή λειτουργία που είναι συνεπής με τους κανόνες του ESM. Επειδή δε, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα λάβει ούτε ένα ευρώ επιπρόσθετα, η Ελλάδα και οι εταίροι της θα πρέπει να συμφωνήσουν ότι οι όροι για αυτό το νέο αναχρηματοδοτικό δάνειο μέσω του ESM να διέπεται από τους όρους της τελευταίας αξιολόγησης του υφιστάμενου προγράμματος.

Η διαδικασία

Η Ελλάδα αποκτά μια νέα υποχρέωση απέναντι στον ΕSM, για επαναγορά των ομολόγων SMP από την Ευρωπαίκή Κεντρική Τράπεζα ύψους 27 δισ. ευρώ. Με την επαναγορά των συγκεκριμένων ομολόγων η Ελλάδα αποσύρει αυτά το ομόλογα. Έτσι, η ΕΚΤ αποπληρώνεται πλήρως για το υπόλοιπο των ομολόγων SMP εφάπαξ. Η Ελλάδα θα έχει εξαλέιψει ένα βραχυπρόθεσμο χρέος ονομαστικής αξίας 27 δισ. προς την ΕΚΤ και ως αντάλλαγμα θα αποκτήσει μια νέα υποχρέωση της ίδιας ονομαστικής αξίας προς τον ESM.

Αφού το χρέος προς τον ΕSM είναι μακροχρόνιο και χαμηλού επιτοκιακού κόστους, και καθώς νέα χρήματα δεν χορηγούνται στην Ελλάδα, η Ελλάδα μειώνει σημαντικά το πραγματικό επιτόκιο που πληρώνει και μειώνει και ένα μεγάλο μέρος του χρηματοδοτικού της κενού. Με τον τρόπο αυτόν της δίδεται η δυνατότητα συμμετοχής στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ (που συντομεύει την επιστροφή της στις χρηματαγορές).

Με την αποπληρωμή των ομολόγων SMP στην ΕΚΤ, η ΕΚΤ θα επιστρέψει στην Ελλάδα το σχετικό «κέρδος» (περίπου 9 δισ.) που αποκόμισε αγοράζοντας τα ομόλογα αυτά σε τιμή χαμηλότερη της ονομαστικής.

Αλλωστε η υπάρχουσα συμφωνία προβλέπει την επιστροφή των «κερδών» στην Ελλάδα από το πρόγραμμα SMP της EKT. Η Ελλάδα χρησιμοποιεί μέρος αυτού του ποσού για να αποπληρώσει χρέος προς το ΔΝΤ ύψους 19,96 δισ. ευρώ.

Το εναπομείναν χρέος στο ΔΝΤ (περίπου 11 δισ. ευρώ) αναχρηματοδοτείται μέσω της πρόσβασης που θα μπορέσει να αποκτήσει η χώρα προς τις αγορές και μέσω των εκταμιεύσεων από το ΔΝΤ (σύμφωνα με το υπάρχον πρόγραμμα του ΔΝΤ για την Ελλάδα, εκκρεμούν 16 δισ. εκταμιεύσεις). Το ΔΝΤ συνεχίζει να παρέχει την τεχνογνωσία του, ωστόσο οι χρηματοδοτικές του δεσμεύσεις μειώνονται.

Ετσι επιμηκύνοντας το χρέος και συνδέοντάς το με την άνοδο του ΑΕΠ στόχος είναι α) να μειωθεί το χρηματοδοτικό κενό το 2022 και 2023, και β) να παρέχει ασφάλεια στην Ελλάδα στην περίπτωση αποκλίσεων από τον καθορισμένο ρυθμό ανάπτυξης.

Πώς θα αναχρηματοδοτηθεί ο ιδιωτικός τομέας

To δεύτερο πακέτο πολιτικής της κυβέρνησης αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάκαμψη θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ για να ξεκινήσει η ροή επενδύσεων θα χρειαστεί μια αρχική ώθηση. Θα χρειαστεί επίσης ένα εργαλείο που θα διαχειριστεί αποτελεσματικά τον μεγάλο όγκο των δανείων σε καθυστέρηση, τα οποία μπλοκάρουν το πιστωτικό σύστημα επί του παρόντος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να δώσει το «πράσινο φως» στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (EIB) να ξεκινήσει ένα Ειδικό Επενδυτικό Πρόγραμμα για την Ελλάδα που θα χρηματοδοτείται πλήρως από μια ειδική έκδοση ομολόγων της ΕΙΒ (με παραίτηση της απαίτησης για εθνική συν-χρηματοδότηση). Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα χορηγεί την κάλυψη της δευτερογενούς αγοράς για τα τελευταία αυτά ομόλογα μέσα στο πλαίσιο του προγράμματος QE ποσοτικής χαλάρωσης -? υπό τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του ΕΙF (Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Κεφαλαίου) σε συνεργασία με τη νέα δημόσια Τράπεζα Ανάπτυξης.

Κόκκινα δάνεια

Θα συσταθεί φορέας για την αποτελεσματική διαχείριση του ογκώδους ποσού μη-εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού κλάδου. Το κόστος αυτής της ενέργειας θα εξαρτηθεί από το ποια τμήματα των χαρτοφυλακίων των μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων θα ανταλλαχθούν με τα νέα στοιχεία ενεργητικού του νέου φορέα. Η ελληνική κυβέρνηση προσβλέπει το αρχικό κεφάλαιο να προέλθει από τα εναπομείναντα κεφάλαια του ΤΧΣ.

Η αποτίμηση της κρατικής συμμετοχής στις τράπεζες αναμένεται να αυξηθεί άμεσα και οι πιστώσεις προς την οικονομία θα ξεκινήσουν να ρέουν εκ νέου, συνδράμοντας στην ανάκαμψη.

Αποτέλεσμα

Στη περίπτωση της Ελλάδας όπου ο λόγος Χρέους προς ΑΕΠ βρίσκεται στο 175%, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ συρρικνώνεται, η περισσότερο πιεστική ανάγκη είναι η επιστροφή στην άνοδο του ονομαστικού ΑΕΠ. Υποθέτοντας ένα μεσοπρόθεσμο, συντηρητικό, ρυθμό ανάπτυξης στο 3% σε ονομαστικούς όρους, ο δείκτης αναφοράς ελλείμματος (πέρα από τον οποίο το χρέος είναι μη βιώσιμο) είναι 5,25% του ΑΕΠ. Αυτός ο στόχος ελλείμματος έχει ήδη επιτευχθεί - υπονοώντας πως το χρέος της Ελλάδας χρειάζεται μόνο τη σταθεροποίηση της θετικής μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ.

Με άλλα λόγια, ένα έλλειμμα της τάξης του 3% είναι σαφώς μέσα στα όρια της βιωσιμότητας του χρέους όπως έχει συμβατικά ορισθεί. Δεδομένων των δαπανών πληρωμής τόκων περί το 4,5% επί του ΑΕΠ, ένα πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% είναι πλήρως συμβατό με τη σταθεροποίηση του λόγου Χρέος-προς ΑΕΠ στα τρέχοντα επίπεδα.

 

Πηγή: imerisia.gr


B4-B5_728X90