17/01/2014
Αρνητικές εξελίξεις από την πολιτική αντιπαράθεση

 

Οι ενδείξεις σταθεροποίησης της οικονομίας έχουν ισχυροποιηθεί και είναι βάσιμο να προβλεφθεί ότι το 2014 η ύφεση θα τερματιστεί, υπό τον όρο ότι δεν θα κυριαρχήσει η πόλωση ενόψει των ευρωεκλογών και δεν θα χαλαρώσει η προσήλωση στην πραγματοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων, υποστήριξε ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Προβόπουλος. "Σημαντικό πρόβλημα δημιουργείται από το κοινωνικοπολιτικό κλίμα, το οποίο παρουσιάζει στοιχεία πόλωσης και αντιπαραθέσεων, σε μια περίοδο που απαιτείται το αντίθετο: η σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε μια εθνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση και για την ανάπτυξη. Είναι συνεπώς βάσιμο να δημιουργούνται ανησυχίες ότι το 2014, έτος εκλογικών αναμετρήσεων για το Ευρωκοινοβούλιο και την τοπική αυτοδιοίκηση, η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να οξυνθεί περαιτέρω, η πόλωση να κορυφωθεί και ο συγκερασμός απόψεων να γίνει ακόμη δυσχερέστερος. Αν συμβεί αυτό, η αβεβαιότητα θα ενταθεί και θα αποδυναμωθούν, αν δεν ακυρωθούν, τα στοιχεία που στηρίζουν σήμερα θετικές προβλέψεις για το 2014. Μέσα σ'Α αυτό το κλίμα έχει καθοριστική σημασία να παραμείνει η οικονομική πολιτική προσηλωμένη στην πραγματοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων" σημείωσε ο διοικητής της ΤτΕ.

Ο κ. Προβόπουλος τόνισε επίσης πως όσο οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών παραμένουν αρνητικές, η ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις ακόμα και των εξωστρεφών παραγωγικών κλάδων θα είναι περιορισμένη βραχυχρόνια και οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως μέσω αγοράς εταιρικών ομολόγων, αύξησης του μετοχικού τους κεφαλαίου, άντλησης πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ ή από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Η τοποθέτηση του Γ. Προβόπουλου στη Συζήτηση επί της Ενδιάμεσης Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2013 στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής


Σήμερα οι ενδείξεις σταθεροποίησης της οικονομίας έχουν ισχυροποιηθεί και είναι βάσιμο να προβλεφθεί ότι το 2014 η ύφεση θα τερματιστεί. Οι ευνοϊκότερες συνθήκες που διαμορφώνονται βασίζονται στους ακόλουθους παράγοντες:

1. Η δημοσιονομική προσαρμογή, που εφαρμόζεται για τέταρτο χρόνο, έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο και αναμένεται η καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013 μετά από μία μακρά περίοδο μεγάλων ελλειμμάτων.
2. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα παρουσιάσει για πρώτη φορά πλεόνασμα το 2013. Η εξέλιξη οφείλεται όχι μόνο και στη μείωση των εισαγωγών, αλλά και στη σημαντική ανάκαμψη των εισπράξεων από τουριστικές υπηρεσίες και εξαγωγές αγαθών.
3. Το 2013 ο ρυθμός της ύφεσης εκτιμάται ότι θα περιοριστεί (σε 4% περίπου) σε σύγκριση τόσο με το 2012 όσο και με την πρόβλεψη στις αρχές του τρέχοντος έτους.
4. Έχουν βελτιωθεί στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οι προσδοκίες και εμπεδώνεται σταδιακά η εμπιστοσύνη. Ευνοϊκές εξελίξεις άρχισαν να διαφαίνονται και στην πραγματική οικονομία.
5. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων σημείωσε πρόοδο μετά από καθυστερήσεις τα προηγούμενα χρόνια.
6. Οι τιμές ανταποκρίνονται πλέον στον περιορισμό της ζήτησης και του κόστους εργασίας και η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε βελτίωση του πραγματικού εισοδήματος.
7. Η αναδιάρθρωση της οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς προχωρεί, αν και με αργούς ρυθμούς. Είναι ωστόσο ενθαρρυντικό ότι οι εξελίξεις στις σχετικές τιμές δημιουργούν κίνητρα για τη μετακίνηση πόρων από την παραγωγή μη διεθνώς εμπορεύσιμων προς την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, όπου η παραγωγικότητα είναι υψηλότερη. Η τάση αυτή, αν συνεχιστεί, θα οδηγήσει μεσοπρόθεσμα σε βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και σε δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, δηλαδή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.
8. Ολοκληρώθηκε επιτυχώς η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και άλλαξε ριζικά η διάρθρωση του τραπεζικού τομέα. Η αναδιάταξη και ανασυγκρότηση του τραπεζικού συστήματος πραγματοποιήθηκε απολύτως ομαλά, χωρίς κανένας αποταμιευτής να υποστεί απώλεια των καταθέσεών του, δηλαδή χωρίς να διαταραχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Τα παραπάνω συγκλίνουν στην πρόβλεψη ότι το 2014 θα είναι το πρώτο έτος θετικών ρυθμών μεταβολής του ΑΕΠ, μετά από μια εξαετία ύφεσης. Η ανάκαμψη θα στηριχθεί:

α) στην επιβράδυνση της πτώσης της κατανάλωσης, καθώς προβλέπεται ότι θα ανακοπεί η μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος,
β) στη θετική συμβολή της εξωτερικής ζήτησης, που θα ενισχυθεί από τις εξαγωγές αγαθών και τουριστικών υπηρεσιών,
γ) στη μικρή άνοδο των επιχειρηματικών επενδύσεων σε κατασκευές, πλην κατοικιών, όπως προκύπτει από τη βελτίωση των δεικτών επενδυτικής ζήτησης,
δ) στην ταχύτερη αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων και πόρων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για τη χρηματοδότηση αφενός των επενδύσεων στις υποδομές και αφετέρου των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και
ε) στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων.

Η ανάκαμψη θα επηρεάσει θετικά την απασχόληση. Το μέσο ετήσιο επίπεδο του ποσοστού ανεργίας το 2014 αναμένεται να υποχωρήσει.

Οι εξελίξεις στην παγκόσμια και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή οικονομία διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που θα μπορούσε να υποβοηθήσει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Στη ζώνη του ευρώ, η οικονομία, μετά από έξι συνεχή τρίμηνα υποχώρησης, καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Θετική συμβολή αναμένεται ότι θα έχει και η νομισματική πολιτική, η οποία μετά και την πρόσφατη μείωση των βασικών επιτοκίων από την ΕΚΤ καθίσταται περισσότερο διευκολυντική.

H επαλήθευση ωστόσο των θετικών προοπτικών για το 2014, που αναφέρονται παραπάνω, αλλά και η πορεία της οικονομίας στο μέλλον υπόκεινται σε ισχυρές αβεβαιότητες.

Σημαντικό πρόβλημα δημιουργείται από το κοινωνικοπολιτικό κλίμα, το οποίο παρουσιάζει στοιχεία πόλωσης και αντιπαραθέσεων, σε μια περίοδο που απαιτείται το αντίθετο: η σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε μια εθνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση και για την ανάπτυξη. Είναι συνεπώς βάσιμο να δημιουργούνται ανησυχίες ότι το 2014, έτος εκλογικών αναμετρήσεων για το Ευρωκοινοβούλιο και την τοπική αυτοδιοίκηση, η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να οξυνθεί περαιτέρω, η πόλωση να κορυφωθεί και ο συγκερασμός απόψεων να γίνει ακόμη δυσχερέστερος. Αν συμβεί αυτό, η αβεβαιότητα θα ενταθεί και θα αποδυναμωθούν, αν δεν ακυρωθούν, τα στοιχεία που στηρίζουν σήμερα θετικές προβλέψεις για το 2014. Μέσα σ'Α αυτό το κλίμα έχει καθοριστική σημασία να παραμείνει η οικονομική πολιτική προσηλωμένη στην πραγματοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων.

Όπως αναλύεται στην Έκθεση, υπάρχουν οι αντικειμενικές δυνατότητες να τερματιστεί η παρατεταμένη ύφεση. Προϋπόθεση ωστόσο για να επαληθευθούν οι θετικές προσδοκίες είναι ότι η οικονομική πολιτική θα αξιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες κατ'Α αρχάς για να στηρίξει την ανάκαμψη το 2014 και για να δημιουργήσει τις βάσεις ταχύτερης και διατηρήσιμης ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον.
Για να συμβεί αυτό, η οικονομική πολιτική πρέπει:

- να συνεχίσει απαρέγκλιτα το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, να επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί και να εξασφαλίσει βιώσιμα και διευρυνόμενα πρωτογενή πλεονάσματα
- να επιταχύνει τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης της οικονομίας με στόχο τη μεταφορά επενδυτικών πόρων και θέσεων εργασίας προς τομείς διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, την αλλαγή δηλαδή του αναπτυξιακού προτύπου.

Το 2013 είναι σταθμός για τη δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς, όπως δείχνουν τα στοιχεία, επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά μετά το 2002. Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης, αν και σταδιακά αποκλιμακούμενης ύφεσης, το διαρθρωτικό πρωτογενές αποτέλεσμα εκτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος ότι έχει βελτιωθεί κατά 18,6 εκατοστιαίες μονάδες του δυνητικού ΑΕΠ την περίοδο 2010-2013, με συνέπεια να διαμορφωθεί σε πλεόνασμα ύψους περίπου 4% του δυνητικού ΑΕΠ στο τέλος του 2013. Η βελτίωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και χαρακτηρίζεται ως μια από τις μεγαλύτερες που έχουν επιτευχθεί διεθνώς.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι έπρεπε σε αύξηση της φορολογίας, η οποία οδήγησε σε σημαντική επιβάρυνση των φορολογουμένων και σε μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε εξ αρχής υποστηρίξει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε να επικεντρωθεί στη μείωση των δαπανών κατά τα δύο τρίτα και να επιδιώξει αύξηση των εσόδων κατά το ένα τρίτο με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει να συνεχιστεί με αποφασιστικότητα και το 2014. Αυτό θα οδηγήσει σε βελτίωση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας, στη σταθεροποίηση αρχικά και μετέπειτα στη σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Εξάλλου, η ανάκαμψη της οικονομίας αναμένεται να βοηθήσει στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και γενικότερα να διευκολύνει τη βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή.

Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων είναι η περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης, η οποία θα πρέπει να προέλθει κυρίως από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και όχι από την επιβολή νέων φόρων ή τη συνεχή αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των ήδη φορολογουμένων. Αν υπάρξει πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, διευρύνονται οι δυνατότητες να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση των ήδη φορολογουμένων που έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Πρόοδος έχει σημειωθεί και στον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα. Σε σχέση ωστόσο με την πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής η πρόοδος είναι πολύ βραδύτερη και εκκρεμούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν την ορθολογική λειτουργία του κράτους. Γι'Α αυτό και επιβάλλεται τώρα ένταση των προσπαθειών για την αναδιάρθρωση και εξυγίανση του δημόσιου τομέα.

Ιδιαίτερη έμφαση απαιτείται, τέλος, στην επιτάχυνση της διαδικασίας των αποκρατικοποιήσεων, προκειμένου να καλυφθούν οι αποκλίσεις του 2013 και να τονωθεί το επιχειρηματικό κλίμα, γεγονός που θα συμβάλει στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν τους προηγούμενους μήνες οι εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα. Η ανακεφαλαιοποίηση και η αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος οδήγησε σε ένα νέο τοπίο με λιγότερες σε αριθμό και ισχυρότερες τράπεζες. Και τούτο παρά το γεγονός ότι στις αρχές του προηγούμενου χρόνου η κρίση στην Κύπρο αναζωπύρωσε ανησυχίες και αβεβαιότητες για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την οικονομία γενικότερα. Οι κίνδυνοι, που ήταν όντως μεγάλοι, αποτράπηκαν μετά την ταχεία, συντονισμένη και αποτελεσματική παρέμβαση της Κυβέρνησης και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Βραχυχρόνια, οι χορηγήσεις νέων δανείων παραμένουν πολύ περιορισμένες καθώς υπάρχουν ακόμη παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών. Ένας από τους πιο σημαντικούς είναι η συσσώρευση δανείων σε καθυστέρηση, η οποία αποθαρρύνει τη χορήγηση νέων πιστώσεων και αποστερεί τις τράπεζες από τους πόρους που αντιπροσωπεύουν τα χρεολύσια, τους οποίους θα ήταν δυνατόν να ανακυκλώσουν σε νέα δάνεια. Τα δάνεια σε καθυστέρηση εξάλλου δημιουργούν το ενδεχόμενο μελλοντικών απομειώσεων της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών και συντηρούν την ανάγκη δέσμευσης κεφαλαίων για σχηματισμό υψηλών προβλέψεων.

Ταυτόχρονα, η ζήτηση χρηματοδότησης παραμένει αδύναμη, καθώς η επενδυτική δραστηριότητα έχει μειωθεί, η υψηλή ανεργία, οι μειώσεις εισοδημάτων και η πτωτική τάση των τιμών των ακινήτων αποθαρρύνουν τη ζήτηση δανείων εκ μέρους των νοικοκυριών και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό.

Η υπό εξέλιξη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών και του μικροοικονομικού περιβάλλοντος και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τη χώρα και το τραπεζικό της σύστημα αναμένεται να συνοδευθούν από εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μεσοπρόθεσμα, καθώς: Θα επιτρέψουν τη σταδιακή ανάκτηση της πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στη διεθνή διατραπεζική αγορά. Θα βοηθήσουν την επανάκαμψη των καταθέσεων, θα δημιουργήσουν υγιή ζήτηση πιστώσεων και θα συμβάλουν σε υποχώρηση του πιστωτικού κινδύνου.

Σημαντική συμβολή στη βελτίωση των συνθηκών προσφοράς πιστώσεων αναμένεται ότι θα έχει και η αποτελεσματική διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στις μέχρι σήμερα ακολουθούμενες πολιτικές των τραπεζών.

Έρχομαι τώρα στο θέμα της χρηματοδότησης της ανάκαμψης. Η προβλεπόμενη ανάκαμψη της οικονομίας θα πρέπει να στηριχθεί σε επιχειρηματικές επενδύσεις που εστιάζονται σε εξωστρεφείς παραγωγικούς κλάδους και επιχειρήσεις. Όσο όμως οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών παραμένουν αρνητικές, πιέζοντας την καταθετική βάση του τραπεζικού συστήματος, η ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν αυτές τις επενδύσεις θα είναι περιορισμένη, τουλάχιστον βραχυχρόνια. Κατά συνέπεια, για να στηριχθεί η οικονομική ανάκαμψη, η ροή δανειακών κεφαλαίων μέσω των τραπεζών προς την πραγματική οικονομία θα πρέπει βραχυπρόθεσμα να συμπληρωθεί με εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως είναι οι εξής:

Πρώτον, δανεισμός από τις αγορές εταιρικών ομολόγων. Η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου που διέπει τα ομολογιακά δάνεια στην Ελλάδα θα μπορούσε να δώσει ώθηση στη δημιουργία μιας εγχώριας αγοράς εταιρικών ομολόγων για μικρότερες εταιρίες με περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Δεύτερον, αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου. Καθώς η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας θα ενισχύεται, οι εγχώριες εταιρίες θα αποκτούν μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές για χρηματοδότηση.

Τρίτον, πόροι από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ. Την περίοδο 2000-2008, οι ελληνικές επιχειρήσεις απορρόφησαν πόρους της τάξεως του 1,6% του ΑΕΠ ετησίως για χρηματοδότηση επενδύσεων. Το 2013, οι πόροι από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ υπολογίζονται σε 4,2 δισεκ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ).

Τέταρτον, πόροι από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Το 2013-14, η ΕΤΕπ προβλέπεται να συγχρηματοδοτήσει μέσω εμπορικών τραπεζών δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις ύψους 1,4 δισεκ. ευρώ.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα για το τραπεζικό σύστημα είναι ο σχεδιασμός ενός μακροχρόνια βιώσιμου επιχειρηματικού υποδείγματος. Είναι προφανές ότι κάθε τράπεζα ξεκινά από διαφορετική αφετηρία. Ωστόσο, οι βασικοί άξονες του σχεδιασμού πρέπει να είναι κοινοί και να επικεντρώνονται: στον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας και γενικότερα στην εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου μέσω οργανικής κερδοφορίας, στην απεμπλοκή από μη αμιγώς τραπεζικές εργασίες, στον επανασχεδιασμό των δραστηριοτήτων στο εξωτερικό, στην ενεργό διαχείριση των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και στην ορθή τιμολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Με βάση τα ανωτέρω, θα ενισχυθεί ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος στη στήριξη του νέου αναπτυξιακού προτύπου της οικονομίας. Η στήριξη αυτού του προτύπου προϋποθέτει ένα νέο πλαίσιο παροχής πιστώσεων και διαχείρισης κινδύνων, ώστε να αποφευχθούν οι τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την δεκαετία προ της κρίσεως, όταν ένα μεγάλο μέρος των πιστώσεων κατευθύνθηκε προς επενδύσεις σε κατοικίες και κατανάλωση. Αυτό συνεπάγεται ότι οι νέες πιστώσεις θα πρέπει να κατευθύνονται σε δυναμικές επιχειρήσεις με υψηλό βαθμό εξωστρέφειας και προοπτικές ανάπτυξης. Με βάση αυτή τη στόχευση, θα πρέπει να επιδιώκεται και η ενδυνάμωση των επιχειρήσεων μέσω συνενώσεων και μάλιστα, όπου είναι εφικτό, και με στήριξη από τις εμπλεκόμενες τράπεζες.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανέθεσε τον Ιούλιο του 2013, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο και κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, στη συμβουλευτική εταιρία BlackRock τη διεξαγωγή διαγνωστικής μελέτης στα δανειακά χαρτοφυλάκια των τραπεζών. Τα αποτελέσματα της διαγνωστικής μελέτης, σε συνδυασμό με τα σχέδια αναδιάρθρωσης που έχουν υποβάλει οι τράπεζες, θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, η οποία θα ολοκληρωθεί σύντομα. Υπενθυμίζεται ότι, σε περίπτωση που θα απαιτηθεί κεφαλαιακή ενίσχυση βάσει των αποτελεσμάτων της άσκησης, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας διαθέτει ήδη ένα ικανοποιητικό απόθεμα της τάξεως των 8-9 δισεκ. ευρώ.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Το 2013 συμπληρώθηκε ο τέταρτος χρόνος της προσπάθειας για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης. Στα χρόνια αυτά η ύφεση ήταν βαθιά και το κόστος που κατέβαλαν οι πολίτες υψηλό. Σήμερα, όμως, υπάρχουν οι δυνατότητες να ανακοπεί η πτωτική πορεία, καθώς, παρά τις κατά καιρούς καθυστερήσεις και αστοχίες, έχει καταγραφεί ουσιαστική πρόοδος: εξαλείφθηκαν τα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και το εξωτερικό, ανακτήθηκαν οι απώλειες ανταγωνιστικότητας κόστους, αντιμετωπίσθηκαν μεγάλα κενά του ασφαλιστικού συστήματος, ανασυγκροτήθηκε επιτυχώς το τραπεζικό σύστημα. Αν και έχουμε διανύσει ένα μεγάλο μέρος της αναγκαίας διαδρομής, η προσπάθεια προσαρμογής δεν έχει ολοκληρωθεί. Απομένει να πορευτούμε ακόμη το δύσκολο «τελευταίο μίλι». Η σταθεροποίηση που καταγράφεται είναι ακόμη εύθραυστη. Αποτελεί, επομένως, εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όσα έχουμε ήδη επιτύχει με τεράστιο κοινωνικό κόστος, να αποτραπούν οπισθοδρομήσεις και να σιγουρέψουμε την οικονομική προοπτική της χώρας.

 

 

Πηγή: www.express.gr


B4-B5_728X90