05/05/2015
Νέα δημοσιονομικά μέτρα ή «κούρεμα» του χρέους ζητεί το ΔΝΤ

 

«Βόμβα» στη διαπραγμάτευση βάζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) που θέτει θέμα λήψης νέων δημοσιονομικών μέτρων ή «κουρέματος» του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ταμείο από την αρχή των συζητήσεων προέβλεπε μεγάλο δημοσιονομικό εκτροχιασμό για φέτος, ενώ χθες οι Financial Times ανέφεραν ότι ο εκπρόσωπός του, Π. Τόμσεν, ενημέρωσε τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης στο τελευταίο Eurogroup της Ρίγας ότι η Ελλάδα θα εμφανίσει πρωτογενές έλλειμμα έως και 1,5% του ΑΕΠ φέτος. Στελέχη με γνώση της κατάστασης, που μίλησαν στην «Κ», επιβεβαιώνουν αυτή την πρόβλεψη του ΔΝΤ και μάλιστα εκτιμούν ότι πίσω από αυτή την κίνηση ενδεχομένως να υπάρχει στρατηγική του Ταμείου για να οδηγηθεί η χώρα σε στάση πληρωμών και στη συνέχεια σε «κούρεμα» του χρέους της.

Ο στόχος του Μνημονίου για το 2015 προβλέπει επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3% του ΑΕΠ, ενώ η κυβέρνηση είναι σε διαπραγματεύσεις με τους δανειστές για να αναθεωρηθεί στο 1,5% του ΑΕΠ. Ακόμα, όμως, και εάν ο στόχος μειωθεί στο 1,5% του ΑΕΠ, η πρόβλεψη του ΔΝΤ για πρωτογενές έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ οδηγεί στην ανάγκη λήψης μέτρων άνω των 5 δισ. ευρώ. Εναλλακτικά, ο κ. Τόμσεν φέρεται να πρότεινε το «κούρεμα» του επίσημου ελληνικού χρέους, με τη θέση της Ευρωζώνης να είναι αρνητική, όπως είναι γνωστό. Στελέχη με γνώση των συζητήσεων «βλέπουν» μάλιστα πιθανή στρατηγική του Ταμείου και προσωπικά του κ. Τόμσεν να οδηγηθεί η χώρα στην περιπέτεια της αθέτησης κάποιας υποχρέωσής της και με αυτόν τον τρόπο να ανοίξει ο δρόμος για ένα «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, ώστε να πετύχει αυτό που δεν κατόρθωσε το 2010 και το 2012. Ετσι ερμηνεύουν τη σκληρή στάση που τηρεί το Ταμείο στη διαπραγμάτευση και ειδικά σε θέματα που έχουν βραχυπρόθεσμη, αλλά και μακροπρόθεσμη δημοσιονομική επίπτωση, όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό. Χθες ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επικοινώνησε με την επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ. Οπως ανακοινώθηκε, συζητήθηκε η τρέχουσα κατάσταση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδας και των τριών θεσμών και «οι πολιτικές προτεραιότητες για τη μελλοντική (τους) πορεία».

Σε κάθε περίπτωση, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός επιδεινώνει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, γεγονός που από το καταστατικό του ΔΝΤ αποτελεί εμπόδιο για την καταβολή των δόσεων που του αναλογούν προς την Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι από τη δόση των 7,1 δισ. ευρώ που αναμένει η κυβέρνηση από την ολοκλήρωση του ελέγχου, τα 3,5 δισ. ευρώ προέρχονται από το ΔΝΤ.

Επίσης, η διεύρυνση των ελλειμμάτων αυξάνει και τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με αξιωματούχους, η Ελλάδα ενδεχομένως να χρειαστεί ένα νέο πακέτο δανείων της τάξης των 30-50 δισ. ευρώ, ενώ το ποσό αυτό μπορεί να αυξηθεί εάν δεν αντιμετωπισθούν οι δημοσιονομικές αποκλίσεις.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση επιδιώκει μια χαλάρωση των όρων παροχής ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για να αντιμετωπίσει σε πρώτη φάση τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες της. Στόχος της Αθήνας είναι να αυξήσει η ΕΚΤ το όριο των εντόκων γραμματίων που μπορούν να αγοράσουν οι ελληνικές τράπεζες, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα του κράτους.

Ωστόσο, όπως ανέφερε χθες στην «Κ» Ευρωπαίος αξιωματούχος, η οποιαδήποτε χαλάρωση από πλευράς ΕΚΤ θα επέλθει μόνο αν διαπιστωθεί «αξιόπιστη προοπτική» έγκρισης κάποιας υποδόσης από το Eurogroup. Στις 12 Μαΐου, η Αθήνα πρέπει να καταβάλει στο ΔΝΤ περί τα 700 εκατ. ευρώ, ενώ μέχρι το τέλος του μήνα έχει να πληρώσει περίπου 2,5 δισ. ευρώ σε μισθούς και συντάξεις. Δεδομένου ότι οι διαπραγματεύσεις σε επίπεδο Brussels Group μέχρι σήμερα δεν έδειξαν ότι στο Eurogroup της 11ης Μαΐου θα εγκριθεί η εκταμίευση κάποιας υποδόσης προς την Ελλάδα, η κυβέρνηση επιδιώκει μια συνεννόηση σε πολιτικό επίπεδο που θα αντιμετωπίζει τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κράτους.

Χθες, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Μ. Σχοινάς, δήλωσε ότι οι συνομιλίες Αθήνας και δανειστών συνεχίζονται «εντατικά και εις βάθος», αλλά πρόσθεσε ότι «απομένει ακόμα δουλειά». Κάτι που επιβεβαιώνουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι οι οποίοι ανέφεραν ότι «όλα τα θέματα είναι ανοιχτά». Πάντως, αξιωματούχοι με γνώση των διαπραγματεύσεων δεν συμμερίζονται την εικόνα εμπλοκής στις συζητήσεις, κάνοντας λόγο για βελτίωση του κλίματος συνεργασίας με την καινούργια ομάδα διαπραγμάτευσης. Ομως, συμπλήρωναν ότι οι αποστάσεις σε όλα τα θέματα παραμένουν και είναι στο χέρι της κυβέρνησης το εάν θα καλυφθούν και πώς.

 

Πηγή: www.kathimerini.gr


B4-B5_728X90