14/01/2014
Η κίνηση που έγειρε... την πλάστιγγα στους ισολογισμούς

 

Σημαντική βελτίωση στην κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών, ενόψει του πολύ κρίσιμου δωδεκάμηνου που ακολουθεί, επιφέρει η ρυθμιστική αλλαγή την οποία έσπευσε να “περάσει” η Τράπεζα της Ελλάδος λίγο πριν το τέλος του έτους και αφορά στον τρόπο με τον οποίο προσμετράται  ο αναβαλλόμενος φόρος στα εποπτικά κεφάλαια.

Με αυτή την κίνηση η ΤτΕ πρόλαβε, στην ουσία, να βάλει τους εγχώριους πιστωτικούς ομίλους... στο κάδρο των πανευρωπαϊκών stress tests. Γιατί με την πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της κεντρικής Αρχής η κατάργηση του ορίου προσμέτρησης του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια θα λάβει χώρα στα αποτελέσματα δ΄ τριμήνου (θα αναγνωρίσουν το 100% του ποσού), με αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες να εξεταστούν επί ίσοις όροις με τις ευρωπαϊκές στα επικείμενα stress tests, τα οποία θα βασιστούν σε στοιχεία τέλους του 2013.

Χρηματιστηριακά, ωστόσο, ξένοι οίκοι εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει προεξοφληθεί, συνεπώς αντικατοπτρίζεται στις τρέχουσες τιμές. Παρ΄ όλα αυτά, συμφωνούν πως πρόκειται για ένα ακόμη “όπλο”, αν όχι για τα εγχώρια stress tests, σίγουρα για την πανευρωπαϊκή άσκηση που είναι αυτή η οποία θα καθορίσει αν οι τράπεζες θα χρειαστούν επιπρόσθετα κεφάλαια πριν μπουν σε τροχιά ενοποίησης υπό... τη σκέπη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το σύνολο του αναβαλλόμενου φόρου διαμορφώνεται στα 9,3 δισ. ευρώ, από τα οποία οι τράπεζες έχουν ήδη αναγνωρίσει 5,5 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα να απομένουν 3,8 δισ. ευρώ. Γίνεται αντιληπτό, ότι αν η Τρόικα δεχτεί την προσμέτρηση του συνόλου του αναβαλλόμενου φόρου στα εγχώρια stress tests, τότε το αποτέλεσμα θα είναι ακόμη πιο ευνοϊκό. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα αυτή τη στιγμή.

Το μεγαλύτερο όφελος έχει η Eurobank, η οποία βλέπει το δείκτη κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων να ενισχύεται κατά 2 δισ. ευρώ και να εκτιμάται ότι στο τέλος του 2013 θα φτάνει το 13,5%, από 8,1% στο εννεάμηνο. Είναι προφανές πως η συγκεκριμένη εξέλιξη... λύνει έως ένα βαθμό τα χέρια των αρμόδιων Αρχών, αφού ενισχύει τις πιθανότητες προσέλκυσης επενδυτών.

Στο μέτωπο αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείεται να έχουμε χρονική μετάθεση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου για μετά το Φεβρουάριο. Γιατί, το νομοσχέδιο για την ανακεφαλαιοποίηση ακόμη ετοιμάζεται και θα ολοκληρωθεί μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των stress tests. Έτσι είναι πολύ πιθανό η αύξηση να πραγματοποιηθεί μετά τις 15 Φεβρουαρίου που ήταν ο αρχικός στόχος. Σε αυτή την περίπτωση, στο ενημερωτικό δελτίο της ΑΜΚ θα πρέπει να περιλαμβάνονται τα οικονομικά αποτελέσματα και του δ´ τριμήνου στα οποία θα έχει ενισχυμένο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, λόγω της αλλαγής της μεθοδολογίας.

Να δούμε όμως τι ισχύει και για τις υπόλοιπες τράπεζες: Ο δείκτης core tier 1 της Τρ. Πειραιώς ενισχύεται κατά 900 εκατ. ευρώ, ήτοι σχεδόν κατά 150 μ.β. Με δεδομένο ότι στο γ΄ τρίμηνο ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 13,5%, με την κίνηση της ΤτΕ "πιάνει" το 15%. Σε ό,τι αφορά την Alpha Bank, εκτιμάται ότι ο δείκτης βελτιώνεται κατά 522 εκατ. ευρώ στο 14,5%, από 13,5% στο εννεάμηνο. Για την Εθνική, η Bank of America Merrill Lynch τοποθετεί το όφελος στο δείκτη κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων στα 501 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ενισχύεται κατά 90 μ.β. στο 9,3% από 8,4% (βάσει της μεθοδολογίας της ΤτΕ, όπως αναφέρει η BofA - ML) ή στο 10,1% από 9,4%, με δεδομένο ότι αναγνωρίζεται. Δεν είναι, ωστόσο, ξεκάθαρο αν η ΕΤΕ θα αναγνωρίσει το υπολειπόμενο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντική βελτίωση  έως και 500 μ.β, σύμφωνα με την Beta Securities.

Στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης είχε αποφασιστεί οι ελληνικές τράπεζες να έχουν το δικαίωμα να προσμετρούν ως αφαιρετικό στοιχείο το ποσό της “αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης”, μετά το συμψηφισμό τυχόν “αναβαλλόμενης φορολογικής υποχρέωσης”, εφόσον υπερβαίνει ποσοστό 20% των κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες απέκτησαν το δικαίωμα να αντισταθμίσουν τις ζημιές από το PSI+ με τις φορολογικές υποχρεώσεις σε βάθος 30ετίας.

Ο αναβαλλόμενος φόρος υπό αυτή τη μορφή προέκυψε το Μάρτιο του 2012, μετά τις τεράστιες ζημιές που υπέστησαν οι ελληνικές τράπεζες από το “κούρεμα” των ελληνικών ομολόγων. Αρχικά με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής η ΤτΕ είχε θέσει ανώτατο όριο στο 20% για το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που μπορεί να αναγνωριστεί στον υπολογισμό του δείκτη κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων. Δηλαδή οι τράπεζες είχαν τη δυνατότητα να προσμετρήσουν ποσό από τον αναβαλλόμενο φόρο που δεν ξεπερνούσε το 20% των κεφαλαίων τους.
 
Από τις 31 Δεκεμβρίου του 2013 καταργείται το όριο αυτό και πλέον εφαρμόζεται το νέο πανευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο αποτελεί μέρος της κανονιστικής οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις CRD IV και της εφαρμογής των κανόνων της Βασιλείας III. Από τις 31 Μαρτίου του 2014 οι τράπεζες θα αποσβένουν σταδιακά τον αναβαλλόμενο φόρο κατά 10% ετησίως. Έτσι το 2014 θα αναγνωρίσουν ποσό ίσο με το 90% του αναβαλλόμενου φόρου, το 2015 80% κ.ο.κ, έως ότου αναγνωρίσουν ποσό ίσο με το 10% το 2023.

Κατά συνέπεια, όπως αναφέρει η BofAML, μακροπρόθεσμα η νέα μεθοδολογία θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στον δείκτη core tier 1, ωστόσο εκτιμάται πως οι τράπεζες θα καταφέρουν σταδιακά να προβούν εκ νέου σε εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου, αντισταθμίζοντας τον αντίκτυπο.

 

Πηγή: capital.gr


B4-B5_728X90