13/04/2015
ΕΚΤ: Επικίνδυνη η γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας

 

Αρνητική σε ενδεχόμενο γενικευμένης αναστολής των πλειστηριασμών ακινήτων στην Ελλάδα εμφανίζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), υπογραμμίζοντας πως κάτι τέτοιο έχει δυσμενή αντίκτυπο στη νοοτροπία των πληρωμών και αποτελεί βασικό πρόσκομμα στην αποτελεσματική διαχείριση και διευθέτηση του πολύ μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Σε γνωμοδότηση της ΕΚΤ, αναφορικά με το σχέδιο νόμου του υπουργείου Οικονομίας (νόμος Σταθάκη) που εισάγει διατάξεις σχετικά με την αναστολή των πλειστηριασμών ακινήτων οφειλετών, η οποία υπογράφεται από τον Μάριο Ντράγκι ξεκαθαρίζεται πως καμία γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας, εφόσον δεν είναι καίρια στοχευμένη προς μία σχετικά περιορισμένη ομάδα ευπαθών οφειλετών που πράγματι χρήζουν προστασίας, δεν μπορεί να αποτελεί πρόσφορο μέσο για την αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου δυσχερώς εξυπηρετούμενων οφειλών, καθώς εγείρει τον κίνδυνο καταστρατήγησης των σχετικών ρυθμίσεων.

Η σχετική γνωμοδότηση αναφέρει ότι «η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι σκοπός του σχεδίου νόμου είναι να επανεισαγάγει την απαγόρευση των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας των οφειλετών μετά και τη λήξη του προϊσχύοντος πλαισίου του 4224/2013 στο τέλος του 2014».

Η ίδια σημειώνει ότι ο συγκεκριμένος νόμος ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2013 ως προσωρινή ρύθμιση που αποσκοπούσε στην προστασία της κύριας κατοικίας νοικοκυριών που πληρούσαν τις προϋποθέσεις του από τους πλειστηριασμούς. Η ΕΚΤ σημειώνει περαιτέρω ότι, συγκρινόμενο προς τον ν. 4224/2013, το σχέδιο νόμου καθορίζει πολύ πιο διευρυμένα κριτήρια υπαγωγής στις ρυθμίσεις του όσον αφορά την αξία του προστατευόμενου ακινήτου, της κινητής και ακίνητης περιουσίας των οφειλετών και το ύψος των καταθέσεων και του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματός τους.

«Η ευρεία προστασία» συνεχίζει, «από τους πλειστηριασμούς κατά τον 4224/2013, το πεδίο της οποίας εμφανώς εκτείνεται πέραν των πλέον ευπαθών νοικοκυριών, παρέχεται μεταξύ άλλων υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) η κύρια κατοικία του οφειλέτη έχει αντικειμενική αξία, υπολογιζόμενη για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος, μικρότερη ή ίση των 200.000 ευρώ, έναντι 300.000 βάσει του σχεδίου νόμου
ˑ ii) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη είναι μικρότερο ή ίσο των 35.000 ευρώ, έναντι 50.000 βάσει του σχεδίου νόμουˑ iii) η κινητή και ακίνητη περιουσία του οφειλέτη έχει συνολική αξία μικρότερη ή ίση των 270.000, έναντι 500.000 βάσει του σχεδίου νόμουˑ και iv) οι καταθέσεις και κινητές αξίες του οφειλέτη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό την 20ή Νοεμβρίου 2013 έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ, έναντι 30.000 βάσει του σχεδίου νόμου. Ο ν. 4224/2013 ψηφίστηκε αφότου έληξε η γενικευμένη αναστολή (moratorium) των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας (εφεξής η «γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών»), η οποία ίσχυσε από τον Σεπτέμβριο του 2010 έως τον Δεκέμβριο του 2013».

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι η γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών έχει δυσμενή αντίκτυπο στη νοοτροπία των πληρωμών στην Ελλάδα και, μάλιστα, αποτέλεσε ένα από τα βασικά προσκόμματα στην αποτελεσματική διαχείριση και διευθέτηση του πολύ μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) των ελληνικών τραπεζών. Η ένδεια αποτελεσματικών εργαλείων για την επιτυχή διαχείριση των ΜΕΔ από τις τράπεζες θα μπορούσε να οδηγήσει σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα ΜΕΔ και χρέους του ιδιωτικού τομέα, τα οποία με τη σειρά τους έχουν δυσμενή αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Παράλληλα, τα υψηλά επίπεδα χρέους επιδρούν αρνητικά και στον προγραμματισμό των δαπανών των νοικοκυριών, συντελώντας στην υποχώρηση της ζήτησης νέων πιστώσεων και εν γένει της οικονομικής δραστηριότητας.

«Καμία γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας, εφόσον δεν είναι καίρια στοχευμένη προς μία σχετικά περιορισμένη ομάδα ευπαθών οφειλετών που πράγματι χρήζουν προστασίας, δεν μπορεί να αποτελεί πρόσφορο μέσο για την αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου δυσχερώς εξυπηρετούμενων οφειλών, καθώς εγείρει τον κίνδυνο καταστρατήγησης των σχετικών ρυθμίσεων (moral hazard) και υπονομεύει τη μελλοντική προσφορά πιστώσεων» αναφέρει η ΕΚΤ.

«Είναι πιθανό ότι οι σχετικές απαγορεύσεις τις οποίες προβλέπει το σχέδιο νόμου θα λειτουργήσουν ως κίνητρο για όσους οφειλέτες δεν χρήζουν πράγματι προστασίας, προκειμένου αυτοί είτε να παύσουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους είτε να συνεχίσουν να τις εκπληρώνουν σε δραστικά μειωμένη βάση, ακόμη και όταν είναι σε θέση να τις εκπληρώσουν στο ακέραιο» συνεχίσει η γνωμοδότηση.

«Προεξοφλώντας τον αρνητικό αντίκτυπο που θα μπορούσαν να έχουν οι ως άνω απαγορεύσεις στη νοοτροπία των πληρωμών, οι τράπεζες είναι πιθανό ότι θα μειώσουν τη χορήγηση πιστώσεων και θα απαιτούν την εφαρμογή υψηλότερων επιτοκίων, πράγμα το οποίο με τη σειρά του θα υπονομεύσει την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης» αναφέρει.

Η ΕΚΤ τονίζει πως «μέτρα όπως η απαγόρευση των πλειστηριασμών θα πρέπει να είναι προσεκτικά στοχευμένα προς τα ευπαθή νοικοκυριά και να συνοδεύονται από πρόσθετες, αποτελεσματικές ασφαλιστικές δικλείδες για την πρόληψη φαινομένων αθέτησης υποχρεώσεων στρατηγικού χαρακτήρα και την αποσόβηση τυχόν αρνητικού αντίκτυπου στη μελλοντική πιστωτική ανάπτυξη».

«Η απουσία των ως άνω προϋποθέσεων μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς τα προσκόμματα ενδέχεται να διατηρηθούν ή και να αυξηθούν λόγω της απουσίας επαρκών κινήτρων για την εξόφληση των χρεών, η κατάσταση δε αυτή θα δημιουργούσε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και πιθανόν να προκαλούσε δυσμενείς δευτερογενείς επιπτώσεις στην οικονομία» τονίζει η Τράπεζα.

«Εξάλλου, αυτή η πλημμελώς στοχευμένη απαγόρευση των πλειστηριασμών είναι πιθανόν να εκληφθεί και ως κοινωνικά άδικη. Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στην Ελλάδα, η οποία κατά το σχέδιο νόμου αποτελεί τον σκοπό του, είναι κάτι το οποίο η ΕΚΤ, όπως και τα θεσμικά όργανα, βεβαίως κατανοεί. Προτιμότερη λύση για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού θα ήταν η ανάπτυξη ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας, η οποία θα ήταν αποτελεσματικότερη και δεν θα προκαλούσε τις προαναφερθείσες δυσμενείς επιπτώσεις» συνεχίζει.

Και τονίζει ότι «οι απαγορεύσεις των πλειστηριασμών που είναι καίρια στοχευμένες προς ευπαθή νοικοκυριά θα μπορούσαν, υπό όρους που περιορίζουν τις ως άνω δυσμενείς επιπτώσεις, να προβλεφθούν ως ρυθμίσεις ενταγμένες στο πλαίσιο της ανάπτυξης του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Η ΕΚΤ, όπως και τα θεσμικά όργανα, παραμένει σε εγρήγορση προκειμένου να παρέχει χρήσιμες συμβουλές προς επίτευξη των στόχων αυτών. Επίσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, η επιτυχής ολοκλήρωση άλλων μεταρρυθμίσεων θα συμβάλει στην περαιτέρω σταθεροποίηση των σχέσεων μεταξύ δανειστών και οφειλετών».

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι σκοπός του σχεδίου νόμου είναι να παράσχει προστασία από τους πλειστηριασμούς κύριας κατοικίας σε μια πολύ ευρεία ομάδα οφειλετών με καθαρό ετήσιο εισόδημα μικρότερο ή ίσο των 50.000 ευρώ και κινητή και ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας μικρότερης ή ίσης των 500.000 ευρώ. Και συνεχίζει:

«Έτσι, από πρακτική άποψη το σχέδιο νόμου επανεισάγει ουσιωδώς τη γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας. Το πολύ ευρύ φάσμα επιλέξιμων οφειλετών, το οποίο προφανώς εκτείνεται πέραν όσων είναι ευπαθείς και έχουν χαμηλά εισοδήματα, ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο καταστρατήγησης και θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρατηγικού χαρακτήρα αθετήσεις υποχρεώσεων, υπονομεύοντας περαιτέρω τη νοοτροπία των πληρωμών και τη μελλοντική πιστωτική ανάπτυξη.

»Η επανεισαγωγή μιας γενικευμένης αναστολής των πλειστηριασμών κύριας κατοικίας δεν αποτελεί βιώσιμη λύση για την αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων ΜΕΔ στον ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα. Κατά πρώτον, διότι ελαχιστοποιεί τα κίνητρα προς τους οφειλέτες να συνεργάζονται με τους δανειστές στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των ΜΕΔ με βάση αποτελεσματικές διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη την ικανότητα των πρώτων να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

»Κατά δεύτερον, διότι το σχέδιο νόμου θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα πρόσφατων μεταρρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση των πλαισίων διευθέτησης του χρέους επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων. Στις πρόσφατες αυτές μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνονται ιδίως η σύσταση Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, η θέσπιση κώδικα δεοντολογίας τραπεζών με σκοπό τη ρύθμιση της υποχρέωσης συνεργασίας αυτών με τους οφειλέτες, η θέσπιση πλαισίου εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης χρεών με σκοπό τη διευκόλυνση της έγκαιρης εξυγίανσης βιώσιμων επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση των χρεών τους και ο ορισμός των εννοιών του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης» για τους σκοπούς της διαχείρισης οφειλών.

»Η αποτελεσματική διαχείριση και διευθέτηση των ΜΕΔ έχει πρωταρχική σημασία για την οικονομική ανάκαμψη και πρέπει να βασίζεται σε ένα άρτιο πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού και εκτέλεσης που απαιτεί τις συντονισμένες ενέργειες περισσότερων φορέων. Αξιοποιώντας περαιτέρω τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση των πλαισίων διευθέτησης του χρέους επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, καθώς και τις δεσμεύσεις στις οποίες εδράζεται η κύρια σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης (ΚΣΧΔ) μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο ως άνω στρατηγικός σχεδιασμός θα πρέπει να εστιάζει σε πολιτικές που μπορούν να συμβάλουν περαιτέρω στη βιώσιμη διαχείριση του χρέους.

»Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου αφερεγγυότητας επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, την περαιτέρω βελτίωση της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος, την οργάνωση δικτύου παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών για θέματα διαχείρισης οφειλών και εκστρατειών ενημέρωσης, καθώς και την ανάπτυξη ενός μόνιμου δικτύου κοινωνικής προστασίας ευπαθών ιδιοκτητών ακινήτων που χρησιμεύουν ως κατοικίες».

Η ΕΚΤ προτείνει «τη διεξοδική εκτίμηση του πιθανού αντίκτυπου των ρυθμίσεων του σχεδίου νόμου από τις ελληνικές αρχές, περιλαμβανομένης της φερεγγυότητας και ρευστότητας των επηρεαζόμενων δανειστών, καθώς οι ρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν σημαντικά τόσο τους δανειστές όσο και τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα συνολικά».

Η ΕΚΤ υπογραμίζει ότι κατ’ αρχήν το σχέδιο νόμου δεν φαίνεται να συνάδει με τις δεσμεύσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στις οποίες εδράζεται η ΚΣΧΔ.

«Καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη οι συζητήσεις για τη μελλοντική πορεία της Ελληνικής Δημοκρατίας μεταξύ της Ευρωομάδας και της ελληνικής κυβέρνησης, τις οποίες υποστηρίζουν στο έργο τους τα θεσμικά όργανα, η οριστική αξιολόγηση του σχεδίου νόμου αναμένεται ότι θα λάβει χώρα στο πλαίσιο της διεργασίας αυτής. Τα θεσμικά όργανα θα συνεισφέρουν στην ως άνω αξιολόγηση» καταλήγει.

 

Πηγή: in.gr


B4-B5_728X90