09/04/2015
Προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ για τις ομαδικές απολύσεις

 

Το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Μαίρη Σαρπ και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Κωνσταντίνο Κουσούλη, απέστειλε με την υπ' αριθμ. 1254/2015 απόφασή του προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) ως προς την συμβατότητα του Ελληνικού νόμου περί ομαδικών απολύσεων με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο.

Αφορμή για την αποστολή των προδικαστικών ερωτημάτων απετέλεσαν οι ομαδικές απολύσεις που είχε προγραμματίσει για το εργοστάσιο της στην Χαλκίδα η γαλλικών συμφερόντων εταιρεία «ΑΓΕΤ Γενική Εταιρεία Τσιμέντων Ηρακλής», η οποία ανήκει στον πολυεθνικό όμιλο Lafarge.

Ειδικότερα, η τσιμεντοβιομηχανία υπέβαλε αίτημα στο υπουργείο Εργασίας για την έγκριση των ομαδικών απολύσεων στο εργοστάσιό της στη Χαλκίδα, όπως προβλέπει ο νόμος 1387/1983 για τις ομαδικές απολύσεις.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας γνωμοδότησε (24.4.2013) ότι οι απολύσεις που ζητούσε η τσιμεντοβιομηχανία δεν έπρεπε να γίνουν, καθώς δεν υπήρχε επαρκής αιτιολογία από την πλευρά της εταιρείας. Και αυτό, γιατί η αναγκαιότητα των σχεδιαζομένων ομαδικών απολύσεων δεν τεκμηριωνόταν βάσει συγκεκριμένων και εμπεριστατωμένων στοιχείων και επειδή τα επιχειρήματα που προέβαλλε η τσιμεντοβιομηχανία ήταν αόριστα.

Στην συνέχεια ο υπουργός Εργασίας (26.4.2013) δεν ενέκρινε τις σχεδιαζόμενες από την πλευρά της τσιμεντοβιομηχανίας ομαδικές απολύσεις.

Κατόπιν αυτού η ΑΓΕΤ προσέφυγε στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του υπουργού Εργασίας με την οποία δεν εγκρίθηκαν οι ομαδικές απολύσεις που σχεδίαζε.

Υποστηρίζει η τσιμεντοβιομηχανία στην προσφυγή της στο ΣτΕ ότι ο νόμος 1387/1983 είναι αντίθετος στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και ειδικότερα προσκρούει στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και στην ευρωπαϊκή Οδηγία 98/59/Ε.Κ. «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις».

Να διευκρινισθεί ότι σύμφωνα με τον νόμο 1387/1983 η διενέργεια ομαδικών απολύσεων, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων, εξαρτάται από την παροχή ή μη της σχετικής έγκρισης από το υπουργείο Εργασίας.

Αναλυτικότερα, το υπουργείο Εργασίας πριν αποφασίσει αν θα δώσει ή όχι την άδεια για ομαδικές απολύσεις, ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην εργοδοτική απόφαση με βάση: α) τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, β) την κατάσταση της επιχείρησης και γ) το συμφέρον της εθνικής οικονομίας.

Αντίθετα, από την ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν προβλέπονται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις ελέγχου από την πλευρά του υπουργείου Εργασίας. Οι επίμαχες προϋποθέσεις ελέγχου τέθηκαν στον νόμο 1387/1983 από τον νομοθέτη για λόγους πρόσθετης προστασίας των εργαζομένων.

Το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι επιτρέπεται, κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, η θέσπιση συστήματος εγκρίσεως από το υπουργείο Εργασίας με περιεχόμενο: α) τον έλεγχο τηρήσεως της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους και β) της τεκμηρίωσης των λόγων που επικαλείται ο εργοδότης για τις ομαδικές απολύσεις, λόγω της οικονομικής κατάστασης και της βιωσιμότητας της επιχείρησης.

Παράλληλα όμως, οι Σύμβουλοι Επικρατείας εκφράζουν τον προβληματισμό τους για το αν μπορεί ο υπουργός Εργασίας, προκειμένου να εγκρίνει τις ομαδικές απολύσεις, να εκτιμά προηγουμένως ζητήματα που ανάγονται σε ευρύτερους λόγους κριτηρίων (δηλαδή εξωγενών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και τη βιωσιμότητα της επιχείρησης), όπως είναι οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας.

Ακόμη, οι σύμβουλοι Επικρατείας θέτουν το ζήτημα εάν οι ενέργειες ελέγχου από την πλευρά του υπουργείου Εργασίας, πριν από την έγκριση ή όχι των ομαδικών απολύσεων, είναι ανεκτές όταν υπάρχει ανάγκη αντιμετώπισης σοβαρών κοινωνικών συνθηκών, όπως είναι η οξεία οικονομική κρίση, η οποία συνοδεύεται από ασυνήθη και ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά ανεργίας.

Επίσης, το ΣτΕ θέτει το ερώτημα εάν ένα εθνικό μέτρο, όπως είναι η έγκριση από το υπουργείο Εργασίας των σχεδιαζομένων ομαδικών απολύσεων, συνιστά περιορισμό των ελευθεριών εγκατάστασης και κυκλοφορίας κεφαλαίων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην συνέχεια, προσθέτουν οι Σύμβουλοι Επικρατείας, το ερώτημα εάν δικαιολογείται η επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία, κάτω από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η οξεία οικονομική κρίση συνοδευόμενη από ασυνήθη και ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά ανεργίας.

Κατόπιν όλων αυτών το ΣτΕ απέστειλε στο Δ.Ε.Ε. τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

α) Είναι σύμφωνη με την Οδηγία 98/59/ΕΚ ή τα άρθρα 49 και 63 της ΣΛΕΕ εθνική διάταξη (νόμος 1387/1983), η οποία θεσπίζει ως προϋπόθεση για τη διενέργεια ομαδικών απολύσεων την εκ μέρους του υπουργείου Εργασίας έγκριση των ομαδικών απολύσεων με κριτήρια: α) τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, β) την κατάσταση της επιχείρησης και γ) το συμφέρον της εθνικής οικονομίας;

β) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αποφατική, τότε η εθνική νομοθετική διάταξη με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/59/ΕΚ ή την ΣΛΕΕ, εφόσον συντρέχουν σοβαροί κοινωνικοί λόγοι, όπως οξεία οικονομική κρίση και ιδιαίτερα αυξημένη ανεργία;

 

Πηγή: in.gr


B4-B5_728X90