19/08/2015
«Βροχή» εγκυκλίων για το ασφαλιστικό

 

Μια σειρά διευκρινιστικών εγκυκλίων και -όπου κριθεί αναγκαίο- υπουργικών αποφάσεων, μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, απαιτούνται για την υλοποίηση των διατάξεων που ψηφίστηκαν ως προαπαιτούμενα με το 3ο Μνημόνιο και αφορούν την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, τις μειώσεις στις συντάξεις, τις αλλαγές στη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών και την εφαρμογή των νόμων του 2010.

Ηδη, την Παρασκευή, παράλληλα με την ψήφιση του Μνημονίου από τη Βουλή, ο υφυπουργός Εργασίας, Παύλος Χαϊκάλης, υπέγραψε την πρώτη εγκύκλιο με την οποία μειώνεται η κατώτατη σύνταξη που θα χορηγούν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία, στα 392,7 ευρώ από 486 ευρώ που ήταν για παράδειγμα στο ΙΚΑ ή από τα 417 ευρώ που ήταν στον ΟΑΕΕ. Με την ίδια εγκύκλιο ενεργοποιείται η διάταξη του νόμου 3863/2010 (νόμος Λοβέρδου - Κουτρουμάνη) που καθορίζει τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων (βασική και αναλογική σύνταξη), καθώς αυτό αποτελούσε πάγιο αίτημα των δανειστών. Στην ίδια εγκύκλιο επαναλαμβάνεται ότι η βασική σύνταξη έως τα τέλη του τρέχοντος έτους θα διατηρηθεί στα 360 ευρώ.

Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες θεωρείται η αντιστοίχιση όλων των ειδικών συνταξιοδοτικών διατάξεων που καθορίζουν διαφορετικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, με τους πίνακες που συμπεριλήφθηκαν στο νέο Μνημόνιο, ώστε σταδιακά, έως το 2022 όλα τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης να φθάσουν είτε στα 67, είτε στα 62 με 40 έτη ασφάλισης. Ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης μιλώντας στην «Κ» διευκρινίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν αρκούν εγκύκλιοι από το υπουργείο Εργασίας ή και από τα Ταμεία, αλλά θα χρειαστεί η υπογραφή υπουργικών αποφάσεων, καθώς οι γενικές διατάξεις έχουν πολλά νομικά προβλήματα. Υπογραμμίζουν δε, ότι υπάρχουν και συνταγματικά προβλήματα, τα οποία όμως θα καταδειχθούν και πιθανότατα θα αντιμετωπιστούν με... ισοδύναμα τα επόμενα χρόνια.

Μεταξύ των θολών σημείων που πρέπει να διευκρινιστούν άμεσα, είναι για παράδειγμα τι ισχύει για τους ασφαλισμένους πριν από το 1983 που είχαν δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Ο νόμος ορίζει ότι τίθεται όριο ηλικίας τα 58 έτη και πάνω σε αυτό ξεκινά η αύξηση, όμως δεν διευκρινίζεται ποιος θα είναι ο βηματισμός, προκειμένου τελικά να φθάσουν στα 67, με άμεση αύξηση και των απαιτούμενων ετών ασφάλισης (πάνω από 35). Παράλληλα, πρέπει να ξεκαθαριστεί τι θα ισχύσει για την αναγνώριση πλασματικών ετών, καθώς πρόκειται για ασφαλισμένους που βάσει των προηγούμενων μνημονιακών νόμων, εξαιρούνται από το δικαίωμα αναγνώρισης και εξαγοράς έως και 7 πλασματικών ετών, ώστε να θεμελιώσουν έτσι πιο εύκολα συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους ασφαλισμένους.

Από τις αυξήσεις των ηλικιακών ορίων εξαιρούνται μόνο οι εργαζόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, χωρίς να διευκρινίζεται τι ισχύει για τους οικοδόμους ή αυτούς που απασχολούνται στα λεγόμενα «υπερβαρέα» επαγγέλματα, καθώς και οι μητέρες ή γονείς ανάπηρων τέκνων, όχι όμως και οι ίδιοι οι ανάπηροι, εάν εργάζονται. Αναλυτικά, πρέπει να διευκρινιστεί εάν από το γενικό όριο των 67 ή των 62 με 40 έτη ασφάλισης εξαιρούνται ή όχι τα άτομα με βαριά αναπηρία που μέχρι πρότινος, με 15 έτη ασφάλισης μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν χωρίς όριο ηλικίας, οι οικοδόμοι καθώς και οι απασχολούμενοι σε υπερβαρέα (για παράδειγμα δύτες ή εργαζόμενοι σε στοές).

Πρόωρες

Διευκρινίσεις απαιτούνται και για το «πέναλτι» στις περιπτώσεις των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτηθούν πρόωρα. Για την ακρίβεια, πρέπει να ξεκαθαριστεί εάν θα εφαρμοστεί κάποιο ανώτατο πλαφόν στις μειώσεις των συντάξεων, καθώς και ο ακριβής τρόπος που θα εφαρμοστεί η επιπλέον περικοπή του 10%. Θολό σημείο παραμένει, και θα πρέπει να ξεκαθαριστεί εντός του επόμενου διαστήματος, εάν η καταβολή της εγγυημένης από το κράτος βασικής σύνταξης μετά τη συμπλήρωση του 67ου έτους θα δίνεται με την εφαρμογή και εισοδηματικών κριτηρίων, όπως ορίζει το Μνημόνιο που ψηφίστηκε.

Αμεσα, αναμένεται η έκδοση των απαιτούμενων εγκυκλίων από το υπουργείο Εργασίας και στη συνέχεια από το κάθε ασφαλιστικό ταμείο ξεχωριστά, για τις αλλαγές που ψηφίστηκαν στη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, καθώς ο νέος νόμος αλλάζει το επιτόκιο, δύο μήνες μετά την ψήφιση του νόμου, ήτοι από τη δόση του Οκτωβρίου.

Παράλληλα, προβλέπει την έκδοση υπουργικής απόφασης, βάσει της οποίας θα καθοριστούν οι λεπτομέρειες για τη δυνατότητα που δίνεται στα ταμεία ή στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) να μειώνουν τη διάρκεια της ρύθμισης και κατά συνέπεια τον αριθμό των δόσεων, με βάση τα οικονομικά δεδομένα του κάθε οφειλέτη.

 

Πηγή: kathimerini.gr


B4-B5_728X90