09/12/2014
Το 10% των τραπεζικών κακοπληρωτών με υψηλές καταθέσεις

 

Πριν από λίγους μήνες, υπάλληλος μεγάλης τράπεζας που μόλις είχε μετακινηθεί στη νεοσύστατη Διεύθυνση Διαχείρισης Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, εξετάζοντας κάποιους φακέλους «κακοπληρωτών», πρόσεξε ένα πολύ οικείο όνομα. Το όνομα του θύμισε άλλον πελάτη της τράπεζας, με υψηλές καταθέσεις.

Ο συγκεκριμένος υπάλληλος, πριν μετακινηθεί στα «κόκκινα» δάνεια, απασχολούνταν σε κατάστημα όπου μιλούσε καθημερινά με καλούς πελάτες της τράπεζας με τους οποίους διαπραγματεύονταν επιτόκια για προθεσμιακές καταθέσεις. Αρχικά θεώρησε ότι πρόκειται για απλή συνωνυμία, ωστόσο γρήγορα βρέθηκε σε μια απρόσμενη έκπληξη: ο «κακοπληρωτής» και αυτός με τις υψηλές καταθέσεις ήταν το ίδιο άτομο. Ο υπάλληλος ενημέρωσε τους διευθυντές του και αμέσως αποφασίστηκε να «τρέξει» σχετική έρευνα. Λίγες εβδομάδες μετά, το αποτέλεσμα ήταν εξίσου εντυπωσιακό: περίπου το 10% όσων δεν εξυπηρετούσαν δάνεια που είχαν λάβει από την τράπεζα διατηρούσε υψηλές καταθέσεις!

Πρόκειται για τους αποκαλούμενους strategic defaulters, οι οποίοι είδαν την κρίση σαν ευκαιρία να μην πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι κακοπληρωτές τακτικής, ενώ είναι σε θέση, δεν εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους ποντάροντας σε μια ευνοϊκότερη αντιμετώπιση στο μέλλον, συνήθως κάνοντας χρήση νόμων που προορίζονται για την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων. Μέχρι τώρα η τακτική αυτή έχει πάντα θετικό αποτέλεσμα. Οι strategic defaulters βρίσκονται ανάμεσά μας και είναι παντού: ιδιώτες, ελεύθεροι επαγγελματίες και φυσικά επιχειρηματίες και επιχειρήσεις.

Οπως εκτιμούν οι τράπεζες, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται σήμερα σε πολύ υψηλά επίπεδα, ξεπερνούν το 35% του συνόλου των δανείων, ωστόσο εκτιμούν ότι η σημερινή εικόνα είναι «φουσκωμένη» καθώς περιλαμβάνει και αρκετούς «στρατηγικούς κακοπληρωτές» οι οποίοι είδαν την κρίση σαν ευκαιρία να μην πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οσο η κατάσταση στην οικονομία βελτιώνεται, εκτιμούν, τόσο και περισσότεροι στρατηγικοί κακοπληρωτές θα αναγκαστούν να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Παράλληλα, οι τράπεζες περνούν από «κόσκινο» κάθε ύποπτη συμπεριφορά περιορίζοντας αισθητά τις σχετικές δυνατότητες.

Πηγές της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνουν το παράδοξο φαινόμενο πλούσιων επιχειρηματιών οι οποίοι ωστόσο ελέγχουν υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Στελέχη τραπεζών επισημαίνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύμπτωση: ότι τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται είναι αντίστοιχα της μείωσης των καταθέσεων. Τον Δεκέμβριο του 2013 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν διαμορφωθεί σε περίπου 70 δισ. ευρώ ενώ οι καταθέσεις, από τα επίπεδα των 230 δισ. ευρώ το 2009, συρρικνώθηκαν στο επίπεδο των 160 δισ. ευρώ στο τέλος του 2013, δηλαδή είναι μειωμένες κατά 70 δισ. ευρώ!

Υποπτες συμπτώσεις

Η σύμπτωση αυτή, σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, δημιουργεί ισχυρές υπόνοιες σύνδεσης μεταξύ των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των εκροών καταθέσεων στο εξωτερικό. Ή, με άλλα λόγια, δάνεια που λήφθηκαν για επιχειρηματικούς ή άλλους σκοπούς μεταφέρθηκαν εν κρυπτώ σε προσωπικούς καταθετικούς λογαριασμούς σε τράπεζες του εξωτερικού.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλα τα δάνεια που δεν εξυπηρετούνται έχουν μετατραπεί σε καταθέσεις. Ωστόσο ειδικά στα επιχειρηματικά δάνεια εμφανίζονται ισχυρές ενδείξεις ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ των δανείων που δεν εξυπηρετούνται και καταθέσεων που έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό.

Οπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών, περίπου 20 δισ. ευρώ από τη μείωση των καταθέσεων αφορούν χρήματα που μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Την ίδια ώρα, στο τέλος του 2013 τα επιχειρηματικά δάνεια που δεν εξυπηρετούνταν έφταναν τα 30 δισ. ευρώ. Οι ίδιες πηγές θεωρούν πιθανό ποσό κοντά στα 10 δισ. ευρώ να αφορά «αρπακτική στρατηγική», δηλαδή επιχειρηματίες που υπερχρέωσαν τις επιχειρήσεις τους και μετέφεραν μεγάλο μέρος των δανείων που έλαβαν σε προσωπικούς λογαριασμούς. Η σημερινή εικόνα των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων με πλούσιους ιδιοκτήτες (οι οποίοι ωστόσο δεν θέλουν να βάλουν κεφάλαια στις επιχειρήσεις τους αλλά απαιτούν από τις τράπεζες και νέα δάνεια) αποτυπώνει τη γενικότερη στρεβλή επιχειρηματική κουλτούρα που αναπτύχθηκε στα χρόνια της ευφορίας. Πολλοί επιχειρηματίες αντιμετώπισαν τις εταιρείες τους ως ΑΤΜ αντλώντας μεγάλα ποσά, μέσω δανείων, για επιχειρηματικούς σκοπούς, τα οποία όμως τα χρησιμοποίησαν για να πολλαπλασιάσουν την προσωπική τους περιουσία. Υπερβολικά υψηλές αμοιβές, υψηλά μπόνους, εξαγορές επιχειρήσεων ή άλλων προσωπικών περιουσιακών στοιχείων και άλλες αθέμιτες τακτικές οδήγησαν στη σημερινή παράδοξη εικόνα των υπερχρεωμένες επιχειρήσεις με πολύ πλούσιους ιδιοκτήτες.

Οπως σημειώνουν στελέχη τραπεζών, πλούσιοι ιδιοκτήτες εταιρειών περιμένουν από το κράτος να λύσει το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που οι ίδιοι δημιούργησαν, ελπίζοντας σε κάποιου είδους «κούρεμα» υποχρεώσεων. Παράλληλα, αρνούνται να κάνουν αυξήσεις κεφαλαίου στις εταιρείες τους και επιθυμούν να διατηρήσουν τον πλήρη έλεγχο.

Το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων που μπορεί να γίνει ευκαιρία

Μπορεί τα «κόκκινα» δάνεια που αποτελούν το 35% του συνόλου να συνιστούν το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα για τις τράπεζες, ωστόσο αν η οικονομία μπει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, τότε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μπορούν να αποτελέσουν μια σημαντική πηγή εσόδων για τα επόμενα χρόνια.

Η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων και η ανάκτηση των χαμένων αυτών κεφαλαίων αποτελούν κορυφαία προτεραιότητα για τις τράπεζας. Και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν δημιουργήσει εξειδικευμένες διευθύνσεις όπου απασχολούν πάνω από 6.000 εργαζομένους. Οι μονάδες αυτές διαχειρίζονται προβληματικά στοιχεία ύψους περίπου 70 δισ. ευρώ και κάθε ευρώ που θα ανακτηθεί από αυτά θα ενισχύσει την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών. Σημειώνεται ότι οι τράπεζες έχουν σχηματίσει προβλέψεις που καλύπτουν περίπου το 60% των «κόκκινων» δανείων, οι οποίες δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία στις τράπεζες για την αντιμετώπιση των προβληματικών δανείων.

Χονδρικά, σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών βρίσκονται επιχειρηματικά δάνεια συνολικού ύψους 36 δισ. ευρώ, στεγαστικά δάνεια ύψους 21 δισ. ευρώ και καταναλωτικά - πιστωτικές κάρτες ύψους 13 δισ. ευρώ. Πέρα από τον εντοπισμό των strategic defaulters, οι τράπεζες θέλουν, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να ξεκαθαρίσουν ποια από αυτά τα δάνεια, μέσω ρυθμίσεων, μπορούν να επανέλθουν σε καθεστώς κανονικότητας, ποια «κόκκινα» δάνεια έχουν αξιόλογες εξασφαλίσεις και ποια είναι πρακτικά άνευ αξίας.

Στις επιχειρήσεις, μέσω της πρόσφατης νομοθετικής ρύθμισης την οποία οι τράπεζες αξιολογούν ως θετική, εκτιμάται ότι τελικά αρκετές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επανέλθουν σε καθεστώς κανονικότητας. Ασφαλώς θα πραγματοποιηθούν και διαγραφές μέρους των οφειλών, ωστόσο οι τράπεζες θα πάρουν αντάλλαγμα μετοχές. Ετσι, αν η επιχείρηση καταστεί βιώσιμη, οι τράπεζες θα μπορέσουν να εισπράξουν το μέρος του δανείου που δεν διαγράφηκε ενώ παράλληλα στο μέλλον θα μπορούσαν να πουλήσουν τις μετοχές ανακτώντας σημαντικό τμήμα του δανείου που διαγράφηκε. Στα νοικοκυριά, ειδικά στα στεγαστικά δάνεια, στόχος των τραπεζών είναι να γίνουν συμφωνίες στα μέτρα του δανειολήπτη ώστε όσοι μπορούν να αρχίσουν να εξοφλούν και πάλι τις υποχρεώσεις τους. Σε ό,τι αφορά καταναλωτικά δάνεια ή οφειλές πιστωτικών καρτών που κατά κανόνα δεν έχουν εξασφαλίσεις, το πιθανότερο είναι οι οφειλές αυτές να πωληθούν σε πολύ χαμηλή τιμή σε εξειδικευμένα σχήματα, τα οποία θα επιδιώξουν να ανακτήσουν ό,τι είναι δυνατό από τους δανειολήπτες ώστε να «κλείσουν» οι σχετικές οφειλές.

Σε κάθε περίπτωση, οι τράπεζες υπογραμμίζουν ότι δεν πρόκειται να προχωρήσουν σε πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Διευκρινίζουν ότι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας, σχετικά χαμηλής αξίας, δεν έχουν ούτε κοινωνική αλλά ούτε οικονομική λογική. Ωστόσο σημειώνουν ότι για «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια μεγάλης αξίας, άνω των 300.000 ευρώ, θα εξετάσουν όλες τις δυνατότητες.

 

Πηγή: www.kathimerini.gr


B4-B5_728X90