25/07/2015
Υφεση 2,5%, σε ανεργία και πληθωρισμό βλέπει για το 2015 το ΙΟΒΕ

 

Υφεση κοντά στο 2,5%, επανάκαμψη της ανεργίας αλλά και του πληθωρισμού έπειτα από τρία χρόνια, προβλέπει για το τέλος του έτους το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, σημειώνοντας ότι είναι επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας συνθηκών οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης σε βάθος χρόνου, από νωρίς το ερχόμενο φθινόπωρο. Τα αποτελέσματα από τα σκληρά πρόσφατα γεγονότα, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, δεν θα είναι εύκολα αναστρέψιμα και σε κάθε περίπτωση οι όροι για εύρωστη ανάπτυξη δεν θα υπάρχουν όσο θα καθυστερούν η επιστροφή της εμπιστοσύνης και η εξισορρόπηση στο τραπεζικό σύστημα.

Παρουσιάζοντας την έκθεση ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Ν. Βέττας, έκανε λόγο για βαρύ τραυματισμό της ελληνικής οικονομίας, που έχοντας γλιτώσει, μόλις για λίγο, από την καταστροφική εξέλιξη που θα συνεπαγόταν μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και έξοδο από την Ευρωζώνη, αναζητεί επειγόντως κατεύθυνση και μια νέα πορεία. Αυτή περνάει μέσα από την τήρηση της συμφωνίας με τους εταίρους, η οποία θα πρέπει να αποτελέσει εθνικό σκοπό και να υλοποιηθεί το συντομότερο δυνατό, επισήμανε ο κ. Βέττας.

Ερωτηθείς να τοποθετηθεί ως προς την πιθανότητα ενός Grexit, ανέφερε ότι «αν δεν έρθει η ανάπτυξη το θέμα θα παραμείνει ζωντανό». Υποστήριξε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν «βελούδινα διαζύγια» σε μια τέτοια σχέση με την Ευρωζώνη, και πως αυτοί που θα ωφεληθούν στον βορρά αλλά και στη χώρα είναι λιγότεροι από αυτούς που θα υποστούν τις συνέπειες.

Η άρση των περιορισμών στις τραπεζικές συναλλαγές θα μπορεί να συμβεί μόνο σταδιακά και στον βαθμό που η εμπιστοσύνη θα επανέρχεται. Οι περιορισμοί αυτοί, μαζί με την ευρύτερη διάρρηξη της εμπιστοσύνης που έχει υπάρξει, θα τείνουν να υποβιβάζουν το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα, αναφέρει στην έκθεσή του το ΙΟΒΕ. Προβλέπει μείωση εισοδημάτων και απασχόλησης, η έκταση της οποίας θα κριθεί από τη διάρκεια της πολιτικής ρευστότητας, μείωση εξαγωγών και ακόμη μεγαλύτερη μείωση εισαγωγών. Στο πεδίο της επενδυτικής δραστηριότητας, η πρόσφατη αναταραχή στο τραπεζικό σύστημα και οι επιπτώσεις της στην κεφαλαιακή επάρκειά του, σε συνδυασμό με την αναμονή για την έκβαση των διαπραγματεύσεων για ένα νέο πρόγραμμα, θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες αναστολής της συντριπτικής πλειονότητας των επιχειρηματικών επενδύσεων το δεύτερο εξάμηνο του 2015. Μείζον θέμα αποτελεί σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η εκτεταμένη απώλεια αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας. Το ΙΟΒΕ προσδιόρισε τρεις συνθήκες ο συνδυασμός των οποίων μπορεί να οδηγήσει στη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, με πρώτη και βασικότερη τη σαφή και αμετάκλητη τοποθέτηση της πλειονότητας του πολιτικού φάσματος για την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και την απαραίτητη για αυτή συνεννόηση. Δεύτερη συνθήκη, είναι η επείγουσα και έμπρακτη στροφή στις επενδύσεις με στόχο τον διπλασιασμό τους ως ποσοστό του ΑΕΠ στην τριετία, από το 11%-12% σήμερα.

Η εφαρμογή στην πράξη με τον περισσότερο αποτελεσματικό τρόπο του νέου προγράμματος, αποτελεί την τρίτη κατά σειρά συνθήκη, για την αναγκαία σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Με την άρνηση της κοινωνίας συνολικά, να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, συνέδεσε το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ Τάκης Αθανασόπουλος. «Στην τρέχουσα συγκυρία είναι απόλυτη ανάγκη να σταθεροποιηθούν η οικονομία και το τραπεζικό σύστημα. Η άρση της αβεβαιότητας, μέσω της ολοκλήρωσης της συμφωνίας που θα επιβεβαιώνει τις ευρωπαϊκές προοπτικές της χώρας, αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλοποίηση των συνθηκών που θα επιτρέψει στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις να επανέλθουν σε μια κατάσταση κανονικότητας» τόνισε ο κ. Αθανασόπουλος και συμπλήρωσε, «κατόπιν θα πρέπει να δούμε με ειλικρίνεια τους λόγους και τις αιτίες που διατηρούν τη χώρα μας καθηλωμένη στην κρίση και την ύφεση». Ο ίδιος προσδιόρισε ως βάση του προβλήματος το έλλειμμα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και κατέληξε ότι «η άρνησή μας να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις συνεπάγεται ότι έχουμε επιλέξει ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο είτε μέσα είτε έξω από το ευρώ, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση της ολικής διαγραφής του χρέους».

 

Πηγή: kathimerini.gr


B4-B5_728X90