30/09/2014
Eurobank: Απαραίτητη η αύξηση της εγχώριας αποταμίευσης

 

«Η αύξηση της εγχώριας αποταμίευσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση των επενδύσεων και την αποτροπή εμπορικών ελλειμμάτων», εκτιμούν οι αναλυτές της Eurobank, στο εβδομαδιαίο δελτίο της τράπεζας.

«Η ελληνική οικονομία έχει το μικρότερο ποσοστό ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευσης ανάμεσα στις χώρες της ευρωζώνης των 12 (μέσος όρος 2000- 2013 στο 10%, ευρωζώνης των 12 στο 22%). Για να στηριχτεί το νέο υπόδειγμα οικονομικής μεγέθυνσης στις επενδύσεις (αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων) και στην ανταγωνιστικότητα (αποφυγή μελλοντικών εμπορικών ελλειμμάτων) θα πρέπει αναγκαστικά να αυξηθεί το εγχώριο ποσοστό αποταμίευσης», εκτιμούν.

Επίσης, αναφέρουν ότι η διατήρηση των υψηλών ρυθμών επένδυσης της περιόδου 2000- 2007 (24%), με δεδομένο το χαμηλό εγχώριο ποσοστό αποταμίευσης, κατέστη εφικτή μέσω της δημιουργίας συνεχών εμπορικών ελλειμμάτων (-12%), δηλαδή εξωτερικού δανεισμού. Επίσης αναφέρει:

«Αποτελεί κοινή πεποίθηση, τόσο στην οικονομολογική κοινότητα όσο και στους ασκούντες την οικονομική πολιτική, ότι τα τελευταία έξι χρόνια – τέλος του 2007 μέχρι και σήμερα - υπήρξε σημαντική βελτίωση στο πεδίο της διόρθωσης των χρόνιων ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας τόσο στον δημοσιονομικό όσο και στον εξωτερικό τομέα. Η πρώτη ανισορροπία αντικατοπτρίζονταν στο δημοσιονομικό έλλειμμα και η δεύτερη στο εμπορικό έλλειμμα (τα γνωστά ως δίδυμα ελλείμματα). Σε γενικές γραμμές, η ύπαρξη δημοσιονομικού ελλείμματος σήμαινε ότι το κράτος πραγματοποιούσε μεγαλύτερες δαπάνες (χωρίς να υπολογίσουμε την πληρωμή τοκοχρεολυσίων για την αποπληρωμή παρελθόντων χρεών) σε σχέση με τα έσοδα που εισέπραττε, π.χ. από την επιβολή φόρων, ενώ το εμπορικό έλλειμμα σήμαινε ότι το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και το κράτος πραγματοποιούσαν αγορές αγαθών και υπηρεσιών από χώρες της αλλοδαπής μεγαλύτερες σε αξία σε σχέση με τις αντίστοιχες αγορές που πραγματοποιούσαν οι εν λόγω χώρες από την ελληνική οικονομία (δηλαδή η αξία των εισαγωγών ήταν μεγαλύτερη από την αξία των εξαγωγών). »

Αυτό τονίζει σε ανάλυσή της η Eurobank επισημαίνοντας επίσης ότι ύστερα από 24 συνεχόμενα τρίμηνα συρρίκνωσης της εγχώριας παραγωγής, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης. Το γεγονός αυτό εδράζεται στα εξής σημεία: 1ον η δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως υπό την μορφή της μείωσης των δημόσιων δαπανών και λιγότερο υπό την μορφή αύξησης των εσόδων, οδήγησε στην εξάλειψη του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος, πέραν των υποχρεώσεών του ως χρεώστης (πληρωμή τόκων), μπορεί να αυτοχρηματοδοτηθεί. Συνεπώς, δεν ανταγωνίζεται με τον ιδιωτικό τομέα για την εξεύρεση κεφαλαίων. Το γεγονός αυτό με την σειρά του δημιουργεί ένα όφελος στην οικονομία καθώς διευκολύνεται η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα (που συνήθως είναι πιο παραγωγικός από τον δημόσιο). 2ον η μείωση του εμπορικού ελλείμματος συνεπάγεται και μείωση του εξωτερικού δανεισμού. Ωστόσο, η εν λόγω μείωση προήλθε κυρίως μέσω μείωσης των εισαγωγών (λόγω συρρίκνωσης των εγχώριων εισοδημάτων) και όχι τόσο μέσω αύξησης των εξαγωγών. 3ον οι περισσότεροι δείκτες που ενσωματώνουν την γενική τάση των προσδοκιών τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων εμφανίζουν σημάδια διαρκούς βελτίωσης και για το γ' τρίμηνο του τρέχοντος έτους ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης (σε ετήσια βάση) αναμένεται να έχει θετικό πρόσημο για πρώτη φορά μετά από το β' τρίμηνο του 2008. Οι πολιτικές αύξησης της αποτελεσματικότητας στην χρήση των πόρων του δημοσίου, δηλαδή το λεγόμενο «νοικοκύρεμα του κράτους», και της αύξησης της ανταγωνιστικότητας, θα πρέπει να συνεχιστούν απαρέγκλιτα έτσι ώστε να είναι εφικτό για την ελληνική οικονομία να ακολουθήσει ένα μονοπάτι ισορροπημένης και βιώσιμης μεγέθυνσης στο μέλλον.

 

Πηγή: www.imerisia.gr


B4-B5_728X90