25/04/2014
Από γεωργικά προϊόντα το 29% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών

 

Στην ελληνική γεωργία αντιστοιχεί το 29% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών). Σχεδόν 1/3 από τα κορυφαία 100 εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα συνδέονται άμεσα με την αγροτική, με την πρωτογενή παραγωγή της χώρας. Μεταξύ των 15 κυριότερων εξαγωγικών προϊόντων συγκαταλέγονται τα ιχθυηρά, τα λαχανικά, τα φρούτα, τα τυριά, το βαμβάκι, το παρθένο λάδι και τα γουνοδέρματα.
Αυτό σημείωσε η πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ), κυρία Χριστίνα Σακελλαρίδη σε εκδήλωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με θέμα «Η εξωστρέφεια των αγροτικών προϊόντων ως στρατηγική επιλογή».
Η κα. Σακελλαρίδη ανέφερε ότι η Ελλάδα αποδεικνύεται βασικός προμηθευτής αγροτικών προϊόντων στις χώρες του ΟΟΣΑ και παγκόσμια δύναμη στην ιχθυοκαλλιέργεια, τα οπωροκηπευτικά, την ελιά και το ελαιόλαδο, το βαμβάκι, ενώ διαθέτει περισσότερα από 100 προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και Γεωγραφικής Ένδειξης, όπως πρόσφατα επισημοποιήθηκε και από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Ο αγροτοδιατροφικός τομέας της χώρας κερδίζει διαρκώς μερίδια στις διεθνείς αγορές και σύμφωνα με έρευνα του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, σχεδόν το 30% των νέων επιχειρήσεων που αποκτούν σήμερα εξαγωγικό προσανατολισμό, αφορά τα προϊόντα διατροφής της ελληνικής γης.
«Ο εγκεκριμένος Έμπορος Οπωροκηπευτικών, το εξελιγμένο σύστημα ανάλυσης κινδύνου για τους ελέγχους των φορτίων και η επικείμενη διασύνδεση με το ICISnet, αποτελούν σημαντικά βήμα προς τη νέα εποχή του εξωτερικού εμπορίου της χώρας, συνολικά», σημείωσε η πρόεδρος και συνέχισε:
«Με άλλα λόγια, στην ελληνική γη έχει πέσει ο σπόρος και η προοπτική της ανάκαμψης της, μέσα από την εξωστρέφεια και την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα. Αυτό που απαιτείται είναι η συντονισμένη και καλά σχεδιασμένη πολιτική περαιτέρω ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης και προώθησης-προβολής των ελληνικών προϊόντων».
Ο μικρός κλήρος, η ανεπάρκεια συνεργασιών για την απόκτηση κρίσιμου μεγέθους εξαγώγιμης παραγωγής και για τη μείωση του κόστους, ο κατακερματισμός μονάδων τυποποίησης και συσκευασίας, η έλλειψη εξαγωγικής τεχνογνωσίας, αλλά και ρευστότητας για νέες επενδύσεις, αποτελούν, σύμφωνα με την κ. Σακελλαρίδη σημαντικά εμπόδια για τη διεθνοποίηση των προϊόντων της ελληνικής γεωργίας.
«Το αποτέλεσμα είναι ανταγωνιστικές χώρες και εταιρείες να οικειοποιούνται ελληνικά προϊόντα, που έχουν υψηλή διεθνή ζήτηση, όπως η φέτα ή το γιαούρτι, ή ακόμη και να χρησιμοποιούν ως βάση ελληνικά προϊόντα για να προσθέτουν υπεραξίες στα δικά τους είδη, όπως συμβαίνει ακόμα με το ελαιόλαδο. Την ίδια ώρα επιτήδειοι εκμεταλλεύονται άπειρους ακόμη Έλληνες εξαγωγείς και τους προσθέτουν βάρη απλήρωτων εξαγωγών και οφειλών», προσέθεσε η πρόεδρος του ΠΣΕ, τονίζοντας πως «θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δράσεις που συνδέουν την παραγωγή με τις διεθνείς αγορές» και ανέφερε τις προτάσεις των εξαγωγέων.
Συγκεκριμένα, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων προτείνει:
1. Τη δημιουργία Clusters Παραγωγών για προϊόντα υψηλής ποιότητας.
2. Τη δημιουργία Κέντρων Διανομής ελληνικών προϊόντων σε κρίσιμες αγορές-στόχους.
3. Την εκπαίδευση των Ελλήνων αγροτών σε θέματα εξαγωγών και marketing προϊόντων.
«Πριν γίνουν όλα αυτά, απαιτείται η σαφής χαρτογράφηση των αγορών στις οποίες θα στοχεύσουμε τις πωλήσεις μας», επισήμανε η κ. Σακκελαρίδης, και ανέφερε ότι «ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων διατηρεί μία βάση δεδομένων διεθνούς εμπορίου της Ελλάδας από το 1955, σημειώνοντας ότι «τα στοιχεία είναι σημαντικό εφόδιο για τη χάραξη επιθετικής πολιτικής προώθησής του, με τρόπο αποτελεσματικό και προσαρμοσμένο στις συνθήκες κάθε αγοράς». «Για το λόγο αυτό, προτείνω στο υπουργείο, σήμερα κιόλας να ξεκινήσουμε μία συνεργασία ανάδειξης των δυναμικότερων κλάδων της αγροτικής οικονομίας, την προβολή των πρωταγωνιστών της εξωστρέφειας και την επισήμανση των ανατελλόντων αστέρων της ελληνικής γεωργίας», προσέθεσε.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η κυρία Σακελλαρίδη παρέθεσε σειρά στατιστικών στοιχείων προς επεξεργασία:
Η Ελλάδα αποτελεί βασικό προμηθευτή αγροτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές με σημαντική παρουσία στις περισσότερες αγορές των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
Η χώρα μας περιλαμβάνεται στους πέντε πρώτους προμηθευτές αγροτικών προϊόντων σε 25 χώρες, με ποσοστά συμμετοχής στις εισαγωγές τους που ξεπερνούν το 80%. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα είναι ο πρώτος προμηθευτής 43 αγροτικών προϊόντων σε 12 χώρες, ο δεύτερος προμηθευτής 19 προϊόντων σε 15 χώρες, ο τρίτος προμηθευτής 23 προϊόντων σε 15 χώρες, ο τέταρτος προμηθευτής 22 προϊόντων σε 14 χώρες και ο πέμπτος προμηθευτής 19 προϊόντων επίσης σε 14 χώρες.
Η μεγαλύτερη κατηγορία αγροτικών προϊόντων είναι τα φρούτα και λαχανικά (37,1% του συνόλου των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων). Ακολουθούν τα ψάρια & οστρακοειδή (14,7%), καπνός & προϊόντα καπνού (9,1%), γαλακτοκομικά προϊόντα (7,9%), δημητριακά (7,6%), λάδια και λίπη φυτικής προέλευσης (6,8%), ποτά (4,8%), διάφορα προϊόντα διατροφής (4,6%) και παρασκευάσματα από ζάχαρη και μέλι (2,8%).
Όλες οι κατηγορίες αγροτικών προϊόντων παρουσιάζουν αύξηση των εξαγωγικών τους επιδόσεων σε σχέση με το 1988. Το μεγαλύτερο μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής εμφανίζουν τα προϊόντα: διάφορα προϊόντα διατροφής (+13,1%), ψάρια, οστρακοειδή και μαλάκια (+10,9%), γαλακτοκομικά προϊόντα (+9%) και ζάχαρη και παρασκευάσματα από ζάχαρη & μέλι (+8,8%). Οι λοιπές κύριες κατηγορίες σημείωσαν μέσο ρυθμό μεταβολής που κυμαίνεται από +0,7% (δημητριακά & παρασκευάσματα δημητριακών) έως +3,3% (ποτά).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο κύριος προορισμός των ελληνικών αγροτικών προϊόντων. Όμως, το ποσοστό συμμετοχής των χωρών αυτών συνεχώς μειώνεται, και από 79% το 1988 περιορίζεται πλέον κάτω του 64%. Αυξητική τάση παρατηρείται στις εξαγωγές προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (πρώην σοσιαλιστικές χώρες) με αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να αποτελούν τον δεύτερο τόπο προορισμού των εξαγωγών με συνολικό ποσοστό συμμετοχής 20,4% (από 2,3% το 1988). Η Βόρειος Αμερική και οι χώρες της Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής είναι ο τρίτος και τέταρτος προορισμός των εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων με ποσοστά συμμετοχής 4,7% και 3,7%, αντίστοιχα.
Βασικοί ανταγωνιστές της Ελλάδος στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων προς τις χώρες - μέλη της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, είναι η Ισπανία και η Ιταλία που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο (31,2%) του συνολικού ανταγωνισμού που αντιμετωπίζει η χώρα μας, ενώ και η Τουρκία αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικότερους ανταγωνιστές της Ελλάδος στα αγροτικά προϊόντα. Η γειτονική χώρα καταλαμβάνει την έκτη θέση αντιπροσωπεύοντας το 3,4%, του συνολικού ανταγωνισμού.

 

 

Πηγή: www.express.gr


B4-B5_728X90