22/04/2014
Στο ψυγείο μισθοί και συντάξεις

 

Στο πάγωμα των δαπανών, μισθών και συντάξεων στο Δημόσιο και των κονδυλίων που δίνει ο προϋπολογισμός για την κοινωνική ασφάλιση ως το 2018 στηρίζεται το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας για την περίοδο 2015-2018 που θα φέρει η κυβέρνηση στη Βουλή αμέσως μετά τις γιορτές του Πάσχα.


Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να κινείται τα επόμενα τέσσερα χρόνια μέσα σε έναν «κλειστό προϋπολογισμό», με κλειδωμένα τα κονδύλια για κάθε τομέα δραστηριότητας του κράτους στα επίπεδα του 2013 αλλά κυρίως για αυτά των μισθών και των συντάξεων που απορροφούν σχεδόν τα δύο τρίτα των πόρων του προϋπολογισμού.


Ωστόσο η ανοιχτή πληγή που χαίνει παραμένει το Ασφαλιστικό, δεδομένου ότι η διατήρηση της ανεργίας στα επίπεδα του 26%, η επικείμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και τα μεγάλα χρέη που έχουν σωρευτεί στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης απειλούν εκ νέου τη βιωσιμότητα του συστήματος.

 

Όπως φαίνεται από τα αναλυτικά στοιχεία της τρόικας για τις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης (για συντάξεις, περίθαλψη και προστασία από την ανεργία) από το 2010 ως σήμερα, το Ασφαλιστικό και η «μη αντιμετώπιση» του προβλήματος από την εποχή της μεταρρύθμισης Γιαννίτση οδήγησαν ως και στον τετραπλασιασμό των αναγκών για τα Ταμεία.


Σε απόλυτους αριθμούς οι δαπάνες του προϋπολογισμού (τακτικές και έκτακτες επιχορηγήσεις) αυξήθηκαν από 5,4 δισ. ευρώ το 2000 στα 10,4 δισ. ευρώ το 2004 και εκτοξεύθηκαν στα 18,9 δισ. ευρώ το 2009.


Στη συνέχεια, λόγω της μεγάλης ύφεσης, αυξήθηκαν περαιτέρω στα 21 δισ. ευρώ το 2011 για να υποχωρήσουν μετά τις περικοπές συντάξεων και παροχών στα 15,2 δισ. ευρώ το 2012.


Συνολικά τα τελευταία 14 χρόνια από τον προϋπολογισμό έχουν δαπανηθεί 185 δισ. ευρώ(!), όσο δηλαδή ήταν το ΑΕΠ της χώρας το 2013.


Ο σωστός όμως τρόπος προσέγγισης του προβλήματος είναι η μέτρηση των δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ, που επίσης αποκαλύπτει ότι από το 2000 ως σήμερα αυτές υπερδιπλασιάστηκαν. Οπως φαίνεται στον πίνακα, το 2000 οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης του προϋπολογισμού ανέρχονταν σε 4,03% του ΑΕΠ και σε 10 χρόνια, το 2009, είχαν ανέλθει σε 8,2% του ΑΕΠ. Στη συνέχεια λόγω της ύφεσης ξεπέρασαν το 10% του ΑΕΠ.


Στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα προβλέπονται το «πάγωμα» των επιχορηγήσεων για συντάξεις από τον κρατικό προϋπολογισμό στα 8,6 δισ. ευρώ τον χρόνο ως και το 2018, η σταθεροποίηση των δαπανών του ΕΟΠΥΥ για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του συνόλου των ασφαλισμένων της χώρας στα 3 δισ. ευρώ ετησίως και η μείωση των επιχορηγήσεων προς τον ΟΑΕΔ στα 0,5 δισ. ευρώ τον χρόνο.


Τα μεγαλύτερα κονδύλια από τους κρατικούς προϋπολογισμούς (συνολικά 69 δισ. ευρώ) έχουν κατευθυνθεί στον ΟΓΑ και ακολουθούν το ΙΚΑ με 41 δισ. ευρώ, ο ΟΑΕΕ με 15 δισ. ευρώ και το ΝΑΤ με ενισχύσεις ύψους 12 δισ. ευρώ συνολικά τα τελευταία 14 χρόνια.

 

Οι δεσμεύσεις

Η κατάσταση μάλιστα επιδεινώνεται καθώς ως συνέπεια της κρίσης αυξάνεται ταχύτατα ο αριθμός εργοδοτών που δεν καταβάλλουν ή καθυστερούν την καταβολή εισφορών προς τα Ταμεία. Με εντολή της τρόικας αμέσως μετά το Πάσχα αναμένεται να ξεκινήσουν διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης των οφειλών εργοδοτών προς τα Ταμεία, να αλλάξει ο τρόπος καταβολής των εισφορών στον ΟΑΕΕ (να γίνεται κάθε μήνα), ενώ ειδικά για τον ΟΓΑ θα εφαρμοστεί το μέτρο της αυτόματης παρακράτησης επιδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς γεωργούς και κτηνοτρόφους. Επίσης βρίσκεται σε εξέλιξη η απογραφή των δικαιούχων ασφάλισης στον ΟΓΑ.
 

Συμψηφιστικές δράσεις
Πέραν του αυτηρού ελέγχου των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης στο αναθεωρημένο Μνημόνιο αναφέρεται ρητά ότι «οι ελληνικές Αρχές έχουν δεσμευθεί να κλειδώσουν στο επίπεδο του 2013 τα ανώτατα όρια δαπανών - οροφές - στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας ως το 2018, καθώς και να αναλάβουν συμψηφιστικές δράσεις στην περίπτωση που υλοποιηθούν τυχόν πρόσθετες δικαστικές αποφάσεις που θα προκύψουν σχετικά με τα ειδικά μισθολόγια και τις εισφορές στα ακίνητα».


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιλαμβάνεται κανείς ότι και οι δαπάνες για μισθούς στο Δημόσιο παγώνουν ως το 2018 και αυξήσεις μπορεί να υπάρξουν μόνο σε δύο περιπτώσεις:


'Η να μειωθεί κι άλλο ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων ή να υπάρξουν αυξομειώσεις αποδοχών μέσα στον ίδιο κλάδο.

 

 

Πηγή: www.tovima.gr


B4-B5_728X90