10/07/2015
Η συμφωνία με τους εταίρους περιορίζει το ενδεχόμενο κουρέματος καταθέσεων

 

Τη συγκρατημένη αισιοδοξία ότι αν υπάρξει συμφωνία με τους εταίρους η οποία θα εξασφαλίζει την ευρωπαϊκή πορεία και τη χρηματοδότηση της χώρας, δεν θα τεθεί ζήτημα «κουρέματος» καταθέσεων διατυπώνουν στελέχη τραπεζών.

Οπως σημειώνουν, το πρόβλημα των τραπεζών είναι πρόβλημα ρευστότητας και όχι κεφαλαίων, αλλά ακόμα και αν στο πλαίσιο μιας νέας συμφωνίας επανεξεταστούν οι κεφαλαιακές αντοχές των τραπεζών, εκτιμούν ότι οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ δεν θα υποστούν καμία επίπτωση («κούρεμα»). Οπως τονίζουν, η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι σαφέστατη και προστατεύει ρητώς τις καταθέσεις μέχρι 100.000 ευρώ και εκτιμούν ότι μια καταστρατήγηση του κανόνα θα δημιουργούσε ένα κακό προηγούμενο για την αξιοπιστία του ευρωσυστήματος. Ωστόσο, στελέχη τραπεζών αναγνωρίζουν ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει τη χρεοκοπία μιας ή περισσότερων τραπεζών και όχι το σύνολο του τραπεζικού συστήματος μιας χώρας. Αν ο επόπτης, δηλαδή η ΕΚΤ, κρίνει ότι η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και η έξαρση των «κόκκινων» δανείων απαιτεί μια νέα εκτεταμένη ανακεφαλαιοποίηση όλων των τραπεζών, τότε δεν αποκλείεται να υπάρξουν ανορθόδοξες λύσεις. Ωστόσο, εκτιμούν ότι πιο πιθανό είναι να υπάρξει κάποια έκτακτη φορολόγηση, που μπορεί να βασιστεί και στο ύψος των καταθέσεων, παρά να «κουρευτούν» απευθείας οι καταθέσεις.

Η πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών κ. Λούκα Κατσέλη μιλώντας σε δημοσιογράφους υπογράμμισε ότι δεν έχει τεθεί θέμα «κουρέματος» καταθέσεων, προσθέτοντας ότι το Ευρωσύστημα από την 1η Ιανουαρίου 2015 καλύπτεται από ευρωπαϊκή οδηγία που εγγυάται όλες τις καταθέσεις έως 100.000 ευρώ. Σημείωσε ακόμη ότι σε περίπτωση συμφωνίας με τους εταίρους, έχει γίνει προεργασία ώστε από την Τρίτη οι τράπεζες να μπορούν να διεκπεραιώνουν περισσότερες συναλλαγές.

Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, με τρεις τρόπους μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα φερεγγυότητας μιας τράπεζας, δηλαδή η απουσία κεφαλαίων που την καθιστά μη βιώσιμη.

• Ανακεφαλαιοποίηση. Σε περίπτωση που μία ή περισσότερες τράπεζες κριθεί ότι δεν έχουν τα επαρκή κεφάλαια για να λειτουργούν, τότε μπορεί να πραγματοποιηθεί η ανακεφαλαιοποίησή τους από το Δημόσιο ή κάποιον άλλο φορέα της Ε.Ε. Με τον τρόπο αυτό είχε γίνει η ανακεφαλαιοποίηση ύψους 50 δισ. ευρώ των συστημικών τραπεζών το 2013.

• Κλείσιμο τράπεζας - εκκαθάριση. Με τον τρόπο αυτό η τράπεζα κλείνει οριστικά και τίθεται σε καθεστώς εκκαθάρισης. Στην περίπτωση αυτή, οι καταθέτες καλύπτονται από το ταμείο εγγυήσεως καταθέσεων, το ΤΕΚΕ, για ποσά μέχρι 100.000 ευρώ. Ο τρόπος αυτός έχει χρησιμοποιηθεί μία μόνο φορά, το 1995, με το κλείσιμο και την εκκαθάριση της Αραβοελληνικής Τράπεζας. Ο τρόπος αυτός είναι αδύνατο να εφαρμοστεί για τις συστημικές τράπεζες, καθώς το ΤΕΚΕ έχει μόλις 2 δισ. ευρώ.

• Εξυγίανση. Αποτελεί το πιο πρόσφατο «εργαλείο» για την αντιμετώπιση μη βιώσιμων τραπεζών, που περιλαμβάνει διάφορες εκδοχές. Μία εκδοχή είναι η διάσπαση μιας μη φερέγγυας τράπεζας σε καλό - κακό κομμάτι, όπου το καλό κομμάτι, μαζί με τις καταθέσεις, περνούν σε άλλη τράπεζα και το κακό κομμάτι μπαίνει σε εκκαθάριση. Η μέθοδος αυτή έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε 6 εμπορικές τράπεζες (Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Αγροτική, Proton Bank κ.ά.) και σε 6 συνεταιριστικές τράπεζες. Στο εργαλείο της εξυγίανσης περιλαμβάνεται και το αποκαλούμενο bail in, η συμμετοχή, δηλαδή, όλων όσοι έχουν δώσει χρήματα στις τράπεζες. Πρώτοι χάνουν τα χρήματά τους οι μέτοχοι, μετά οι ομολογιούχοι και εφόσον παραμένει έλλειμμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί και «κούρεμα» στις καταθέσεις. Σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία που είναι σε ισχύ και η οποία περιλαμβάνει τις ελληνικές τράπεζες, οι καταθέσεις είναι διασφαλισμένες μέχρι το ποσό των 100.000 ευρώ.

 

Πηγή: kathimerini.gr


B4-B5_728X90