29/09/2017
Στουρνάρας: Η ελληνική οικονομία ανακάμπτει, αλλά δεν δικαιολογείται χαλάρωση

 

Στις προϋποθέσεις που θα διασφαλίσουν την έξοδο της Ελλάδος στις αγορές με βιώσιμους όρους αναφέρθηκε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε εκδήλωση του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου με θέμα«Προκλήσεις και Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας». Αν και ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σταθερή ανοδική τροχιά, ωστόσο ξεκαθάρισε εμφατικά πως σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται επανάπαυση και χαλάρωση των προσπαθειών.

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέφερε πως η Ελλάδα έχει ακόμη δρόμο να διανύσει για να επαληθευθούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για την περίοδο 2017-2019 και για να κερδίσει την πλήρη εμπιστοσύνη των αγορών μετά το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Όπως είπε αυτό θα γίνει, εάν η χώρα αποκτήσει πιστοληπτική διαβάθμιση, τέτοια που να μπορεί να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με επιτόκια συμβατά με τη βιωσιμότητά του, και οι τράπεζες να έχουν επαρκείς εξασφαλίσεις, ώστε να μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν πλήρως από τον μηχανισμό αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ και όχι μόνο από τον έκτακτο, και ακριβότερο, μηχανισμό (ELA).

Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στις αναγκαίες προϋποθέσεις για την επομένη ημέρα της οικονομίας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, απαιτούνται τα εξής:

Προσήλωση στους στόχους του προγράμματος και επιτάχυνση στο ρυθμό εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, τόσο αυτών που έχουν αποφασισθεί στο πλαίσιο του προγράμματος, όσο και άλλων που ενδεχομένως επιλεγούν, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης. Απολύτως αναγκαία είναι η ταχεία ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος.

Επαρκή και έγκαιρη εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους, στο πλαίσιο των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο Eurogroup.

Εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών για το είδος και τις προϋποθέσεις της στήριξης της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιστροφή της στην χρηματοπιστωτική κανονικότητα μετά από επτά χρόνια σημαντικών θυσιών του ελληνικού λαού.

Επιστροφή στην ανάπτυξη

Ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ανοδική τροχιά, βοηθούμενη από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και τη θετική επίδραση που είχε κυρίως στην εμπιστοσύνη και στη ρευστότητα. Όπως είπε το πρώτο εξάμηνο του 2017 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6%, έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2016 και εκτίμησε πως συνολικά, το 2017 το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7% περίπου.

«Για το 2018 και το 2019 προβλέπεται ισχυροποίηση και επιτάχυνση της ανάπτυξης σε 2,4% και 2,7% αντίστοιχα, η οποία εκτιμάται ότι θα βασιστεί στην άνοδο των επενδύσεων, της κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών», ανέφερε.

Όπως είπε, οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος βασίζονται στην παραδοχή ότι το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων θα υλοποιηθεί ομαλά και σύμφωνα με το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.

Ο Διοικητής της ΤτΕ προσέθεσε πως παρά τις θετικές ενδείξεις που καταγράφονται σήμερα και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

«Ο σημαντικότερος και αμεσότερος κίνδυνος είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος, όπως έγινε στην περίπτωση της πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφευχθεί, καθώς θα τροφοδοτούσε ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας, η οποία θα οδηγούσε σε αναστολή των επενδυτικών σχεδίων, θα υπέσκαπτε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και θα εξασθενούσε τις προοπτικές διατηρήσιμης πρόσβασης του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το πέρας του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας.

Ο ίδιος σημείωσε πως υπάρχουν σημαντικοί εξωτερικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την ισχυροποίηση του ευρώ και την πιθανότητα επιβράδυνσης της οικονομικής ανόδου στην ευρωζώνη. «Περαιτέρω άνοδος του ευρώ από τα σημερινά επίπεδα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές αγαθών, καθώς και τις τουριστικές εισπράξεις, επιβραδύνοντας την προβλεπόμενη οικονομική ανάπτυξη και την ταχύτητα εξόδου από την κρίση. Επίσης, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να αυξήσουν την αποστροφή κινδύνου των διεθνών επενδυτών. Επίσης, άλλοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι σχετίζονται με ενδεχόμενη όξυνση της προσφυγικής κρίσης», προειδοποίησε.

Τράπεζες – Χρέος

Ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως στον τραπεζικό τομέα, προτεραιότητα αποτελεί η αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ιδιαίτερα, το πρόβλημα των λεγόμενων στρατηγικών κακοπληρωτών, που αποτελούν τροχοπέδη όχι μόνο για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, αλλά και για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. «Έχουν πλέον νομοθετηθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα και έχει διαμορφωθεί το ρυθμιστικό πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων με αποτελεσματικό και γρήγορο τρόπο. Οι τράπεζες διαθέτουν επίσης επαρκείς προβλέψεις, εξασφαλίσεις και κεφάλαια, που υπερκαλύπτουν την αξία των δανείων αυτών, ενώ η οικονομία ανακάμπτει. Επομένως, αναμένεται, και πρέπει, να ενταθούν οι προσπάθειες των τραπεζών ώστε να επιταχυνθεί ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δεδομένου μάλιστα ότι οι στόχοι για το 2018 και το 2019 είναι πιο φιλόδοξοι από τους φετινούς», είπε σχετικά.

Ο επικεφαλής της ΤτΕ εστίασε στο θέμα του χρέους επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση του πως είναι απαραίτητο να αναληφθούν συγκεκριμένες δράσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς και για μια πιο ρεαλιστική αναπροσαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Αναγνώρισε πάντως πως στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 δόθηκε μια πιο σαφής κατεύθυνση για την αναδιάρθρωση του χρέους μετά το τέλος του προγράμματος, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο.

«Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για ήπια αναδιάρθρωση του χρέους, όπως, για παράδειγμα, η μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) κατά 8,5 χρόνια τουλάχιστον», είπε και προσέθεσε: «Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι αυτό μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στην επίτευξη της βιωσιμότητας του χρέους, ακόμη και αν τα πρωτογενή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης διατηρηθούν στο 3,5% του ΑΕΠ μόνο μέχρι το 2020 (η συμφωνία προβλέπει ότι θα διατηρηθούν στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022) και μειωθούν στο 2% μετά. Αυτές οι δύο προτάσεις, εφόσον υιοθετηθούν, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τόσο την ανάκαμψη της οικονομίας όσο και το αξιόχρεο της χώρας».

 

Πηγή: cnn.gr


efm_728x90