14/05/2016
Καίρια παρέμβαση Στουρνάρα για το χρέος, ζητά μικρότερα πλεονάσματα μετά το 2018

 

Τη μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018, ζητά ο διοικητής της ΤτΕ Γ.Στουρνάρας σε καίρια παρέμβασή του για το χρέος. Η αναδιάρθρωση μέσω της εξομάλυνσης των μελλοντικών πληρωμών τόκων και την επέκταση της περιόδου αποπληρωμής των δανείων, πρέπει να συνδυαστεί με μείωση των πλεονασμάτων στο 2% μετά το 2018, ώστε να υπάρξει ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους, τονίζει ο Γ.Στουρνάρας και παραθέτει τα σχετικά στοιχεία.

Τη θέση αυτή ο κ. Στουρνάρας παρουσίασε σε ομιλία του σε γεύμα που διοργάνωσε σήμερα, Παρασκευή, ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ), με κεντρικό ομιλητή τον ίδιο.

Ειδικότερα, αναφερθείς στο θέμα του χρέους ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι «η επιτυχής ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης θα πρέπει να συνοδευτεί και από την έναρξη ουσιαστικών συζητήσεων με τους εταίρους για την ανάληψη δράσεων για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Οι δράσεις αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την επιμήκυνση των λήξεων των ομολόγων καθώς και της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων, ώστε οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου να διατηρούνται σε διαχειρίσιμα επίπεδα».

Για παράδειγμα, πρόσθεσε, από το 2022 και έπειτα αρχίζει η αποπληρωμή των αναβαλλόμενων τόκων προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ταμειακή δαπάνη για τόκους από περίπου 2% του ΑΕΠ την περίοδο 2015-2021 να εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί σε 6% του ΑΕΠ λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναχρηματοδότηση του χρέους θα πρέπει να γίνεται με επιτόκια αγοράς μετά τη λήξη του προγράμματος το 2018.

Στην Τράπεζα της Ελλάδος «θεωρούμε σκόπιμο η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους να συνοδευτεί και από ελάφρυνση του τελικού δημοσιονομικού στόχου. Πιο συγκεκριμένα, να συνοδευτεί από τη μείωση του τελικού πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης από 3,5% του ΑΕΠ το 2018 σε 2% του ΑΕΠ, ώστε να καταστεί δυνατή η ταχύτερη επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμους και σχετικά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.

»Άλλωστε, η εμπειρία δείχνει ότι μόνο μια χώρα, η Ιρλανδία, μπόρεσε να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως απαιτείται στην περίπτωση της Ελλάδας από το 2018 και μετά.»

«Σύμφωνα με τα σενάρια που επεξεργαζόμαστε, το πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά σε συνδυασμό με την εξομάλυνση των μελλοντικών πληρωμών τόκων για τα δάνεια από τον EFSF, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), καθώς και για τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος (Greek Loan Facility - GLF) για μια περίοδο 20 ετών, και την επέκταση της περιόδου αποπληρωμής των δανείων του EFSF και των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος για περίπου 22 χρόνια:

• Θα περιορίσει σημαντικά τις δαπάνες για τόκους (περίπου κατά 2,8% του ΑΕΠ),

• Θα καταστήσει τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου διαχειρίσιμες καθώς θα τις περιορίσει σημαντικά κάτω του 15% του ΑΕΠ, το οποίο είναι το όριο που υιοθετεί το ΔΝΤ για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και

• Θα μειώσει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κάτω από το 100% το 2030 και στο 89% το 2035 (έναντι 126% χωρίς ελάφρυνση χρέους)» ανέφερε συγκεκριμένα ο κ. Στουρνάρας.

«Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι οι δράσεις αυτές για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, μαζί με (α) πιο ουσιαστική και στοχευμένη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, (β) τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια με έμφαση στο άνοιγμα εκείνων των αγορών αγαθών και υπηρεσιών που δεν έχουν απελευθερωθεί πλήρως ακόμα, και (γ) μια πιο επιθετική, εκ μέρους των τραπεζών αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα μπορούσαν να έχουν ως άμεση συνέπεια τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παράλληλα με τη δυνατότητα σημαντικής χαλάρωσης του τελικού δημοσιονομικού στόχου» σημείωσε ο κ. Στουρνάρας και εξήγησε:

«Αυτό επιτυγχάνεται, αφενός διότι οι δράσεις αυτές θα περιορίσουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους απελευθερώνοντας πόρους για τόνωση της πραγματικής οικονομίας, αφετέρου διότι οι αποκρατικοποιήσεις θα μειώσουν το επίπεδο του χρέους, ενώ οι ταχύτερες μεταρρυθμίσεις και η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα επιταχύνουν το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.»

» Παράλληλα, η υλοποίηση των πρωτοβουλιών αποκατάστασης της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους μέσα στη διάρκεια του τρέχοντος έτους θα μειώσει το ασφάλιστρο κινδύνου της ελληνικής οικονομίας και θα περιορίσει το κόστος κεφαλαίου, ενισχύοντας την αξιοπιστία και την αποδοχή των ακολουθούμενων πολιτικών, γεγονός που θα βελτιώσει το κλίμα εμπιστοσύνης με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες εγχώριες και ξένες επενδύσεις, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και ενδυνάμωση της ανάκαμψης της οικονομίας».

 

Πηγή: in.gr


B4-B5_728X90