06/05/2016
Μείωση της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου ζητά ο ΣΕΒ

 

Οι αμοιβές στο δημόσιο υπερβαίνουν εκείνες του ιδιωτικού τομέα κατά 19% στην Ελλάδα και κατά 15% στην ΕΕ-28, αναφέρει ο ΣΕΒ

Μείωση της δαπάνης του Δημοσίου για μισθούς με περιορισμό προσωπικού και αμοιβών ζητά ο ΣΕΒ

σημειώνοντας ότι το κράτος λειτουργεί σήμερα πέρα των δυνατοτήτων της ιδιωτικής οικονομίας,

γεγονός που απομυζά πόρους, αλλά και επενδύσεις και θέσεις εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα και καταδικάζει την ελληνική οικονομία σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο μέσος μισθός στο Δημόσιο είναι 1.050 ευρώ, ενώ ο αριθμός των υπαλλήλων είναι διπλάσιος σε σχέση με ΕΕ. Ο ιδιωτικός τομέας, καλείται, μέσω της υπερφορολόγησης, να «καλύψει» τα έξοδα ενός υπερτροφικού και καλύτερα αμειβόμενου προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο, καταγγέλλει ο ΣΕΒ.

Η πρόταση του ΣΕΒ είναι να περικοπεί σε εύλογο χρονικό διάστημα ο μέσος μισθός στον δημόσιο τομέα έτσι ώστε οι σχέσεις μεταξύ μισθών και απασχόλησης στην Ελλάδα να μην διαφέρει από εκείνους στη μέση ευρωπαϊκή χώρα. «Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αναφέρει, ο μέσος μεικτός μισθός θα έπρεπε να μειωθεί κατά 3% ή 565 ευρώ ετησίως και η μέση απασχόληση κατά 50% ή 180 χιλ. υπαλλήλους».

Το κράτος λειτουργεί πέραν των δυνατοτήτων του

Το φαινόμενο των υψηλότερων μισθών στο Δημόσιο σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αποτελεί και ευρωπαϊκό κανόνα, ωστόσο στην Ελλάδα η διαφορά είναι μεγαλύτερη.

Όπως υπογραμμίζεται στο δελτίο του ΣΕΒ «το ελληνικό κράτος πληρώνει υψηλότερους μεικτούς μισθούς από τον ιδιωτικό τομέα, ακριβώς όπως γίνεται και στη μέση ευρωπαϊκή χώρα, με τη διαφορά ότι στην Ελλάδα είναι 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο απ' ό,τι στην ΕΕ-28. Επίσης, η Ελλάδα απασχολεί στο «στενό» δημόσιο τομέα διπλάσιους μισθωτούς εργαζόμενους (16%), ως ποσοστό του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης απ’ ό,τι η ΕΕ-28 (8%)».

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο του Συνδέσμου:

Οι μέσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές στον δημόσιο τομέα ανέρχονται σήμερα (2015) σε 1.050 ευρώ, όταν στον ιδιωτικό τομέα δεν υπερβαίνουν τα 780 ευρώ. Το 2015 ήταν η πρώτη χρονιά όπου στον δημόσιο τομέα καταγράφηκε αύξηση κατά 1,5% (έναντι οριακής μείωσης -0,1% το 2014) ενώ η μεταβολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κινήθηκε σε αρνητικό επίπεδο (-1,1%), όπως έγινε και το 2014 (-1,3%).

Οι αμοιβές στο δημόσιο υπερβαίνουν εκείνες του ιδιωτικού τομέα κατά 19% στην Ελλάδα και κατά 15% στην ΕΕ-28, όταν δεν λαμβάνονται υπόψη οι εργοδοτικές εισφορές, δηλαδή στις μικτές αποδοχές, και κατά 46% και 26% αντιστοίχως, περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών.

Η Ελλάδα απασχολεί στο «στενό» δημόσιο τομέα διπλάσιους μισθωτούς εργαζόμενους (16%), ως ποσοστό του συνόλου της μισθωτής απασχόλησης απ' ό,τι η ΕΕ-28 (8%).

Οι αμοιβές του προσωπικού της γενικής κυβέρνησης ανέρχονται στο 12,2% του ΑΕΠ ενώ στην ΕΕ-28 στο 10,2%.

«Εν γένει, το κράτος στην Ελλάδα λειτουργεί σήμερα πέραν των δυνατοτήτων της ιδιωτικής οικονομίας, γεγονός που απομυζά πόρους αλλά και επενδύσεις και θέσεις εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα και καταδικάζει την ελληνική οικονομία σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία», υποστηρίζει ο Σύνδεσμος.

«Αποτελεί συνεπώς, δυσάρεστη έκπληξη για τον ιδιωτικό τομέα να καλείται, μέσω της υπερφορολόγησης, να 'καλύψει' τα έξοδα ενός υπερτροφικού και καλύτερα αμειβόμενου προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο. Η κατάσταση αυτή δεν είναι διατηρήσιμη στο μέλλον και χρήζει άμεσης προσαρμογής. Το κράτος οφείλει να λειτουργεί με υψηλότερη παραγωγικότητα και να μειώσει την δαπάνη για μισθούς».

Η απασχόληση στο Δημόσιο - Σύγκριση με τον ιδιωτικό

Το ελληνικό δημόσιο διογκώθηκε υπέρμετρα από την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη το 2002 και μέχρι την έλευση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης το 2007-2009. Η εξέλιξη αυτή αντιστράφηκε με την άφιξη των Μνημονίων το 2010 και μετά, αλλά μόνο μερικώς, με αποτέλεσμα η δημοσιονομική προσαρμογή της περιόδου 2010-2015 να στηριχθεί υπερβολικά στη συνεχή αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, επισημαίνει ο ΣΕΒ.

Αυτό συνέβη, μάλιστα, σε ένα περιβάλλον ακραίας ύφεσης, που προκλήθηκε (αλλά και προκάλεσε) από την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση καθώς οι αυξήσεις φορολογικών συντελεστών γινόντουσαν όλο και λιγότερο αποτελεσματικές για την είσπραξη εσόδων λόγω της ύφεσης. Το 2015, τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκαν σε 84,7 δισ. ευρώ, έχοντας αυξηθεί κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) του ΑΕΠ από το 2009, έτος δημοσιονομικού εκτροχιασμού και αποσύνθεσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και έτος κορύφωσης της παγκόσμιας κρίσης, σημειώνουν οι αναλυτές.

Σημειωτέον, τονίζει ο ΣΕΒ, ότι «ο κατήφορος στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με τα 'κοινωνικά πακέτα' Σημίτη 2002-2003 και των μεγάλων έργων υποδομής της περιόδου μέσω δανεισμού, εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 καθώς και την αδυναμία των κυβερνήσεων από το 2004 και μετά να αντιστρέψουν τη διόγκωση των ελλειμμάτων που προκαλούσαν οι αθρόες προσλήψεις στο δημόσιο».

Χαρακτηριστικό γενεσιουργό στοιχείο των πρωτογενών δαπανών της γενικής κυβέρνησης στη μετα-ευρώ περίοδο είναι η αύξηση των δαπανών για προσωπικό, που εκτινάχθηκε από 10,6% του ΑΕΠ το 2003 σε 11,3% το 2004 και 13,1% το 2009. Παρόλη την προσαρμογή που συντελέστηκε, η δαπάνη το 2015 έχει μειωθεί οριακά στο 12,2% του ΑΕΠ, επίπεδο υψηλότερο από εκείνο του 2004.

Οι απασχολούμενοι στο δημόσιο αυξήθηκαν κατά 19,1% μεταξύ 2000 και 2008, όταν στην ιδιωτική οικονομία αυξήθηκαν μόνο κατά 10,5%. Κατά την περίοδο 2003-2009, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η απασχόληση αυξανόταν κατά 1,3% τον χρόνο ενώ οι αμοιβές των εργαζομένων κατά 2,2% τον χρόνο.

Στο σύνολο της οικονομίας, οι αμοιβές των απασχολουμένων αυξάνονταν κατά 1% τον χρόνο, στοιχείο που καταδεικνύει την αυτονόμηση του δημοσίου πέραν πάσης οικονομικής λογικής και πέραν των δυνατοτήτων της οικονομίας, τονίζει ο ΣΕΒ.

Με την εφαρμογή των Μνημονίων, από το 2010 και μέχρι σήμερα, το προσωπικό του δημόσιου τομέα έχει μειωθεί κατά -24% και ο μέσος μηνιαίος καθαρός μισθός κατά -14,6% περίπου. Στην ίδια περίοδο, οι προσλήψεις ανήλθαν σε 70 χιλ. περίπου και οι αποχωρήσεις σε 200 χιλ., κυρίως μέσω συνταξιοδότησης.

Αντίθετα, στο σύνολο της οικονομίας, ο μέσος μηνιαίος καθαρός μισθός μειώθηκε κατά -17,9% και οι απασχολούμενοι κατά -20,9%, κυρίως μέσω απολύσεων.

Ειδικότερα, οι απασχολούμενοι από 4.585 χιλ. το 2009 μειώθηκαν σε 3.535 χιλ. το 2013 και έκτοτε έχουν αυξηθεί (2015) σε 3.626 χιλ. ενώ οι άνεργοι από 456 χιλ. το 2009 αυξήθηκαν σε 1.328 χιλ. το 2013 και έκτοτε έχουν μειωθεί (2015) σε 1.175 χιλ.

Οι μέσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές στον δημόσιο τομέα ανέρχονται σήμερα (2015) σε €1.050, όταν στον ιδιωτικό τομέα δεν υπερβαίνουν τα €780. Το 2015 ήταν η πρώτη χρονιά όπου στον δημόσιο τομέα καταγράφηκε αύξηση κατά 1,5% (έναντι οριακής μείωσης -0,1% το 2014) ενώ η μεταβολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κινήθηκε σε αρνητικό επίπεδο (-1,1%), όπως έγινε και το 2014 (-1,3%).

Από τα στοιχεία εθνικών λογαριασμών κατά κλάδο, με τα οποία μπορεί να γίνει σύγκριση της Ελλάδας με την ΕΕ-28, προκύπτει ότι στην ΕΕ-28, οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στον στενό δημόσιο τομέα (κλάδος δημόσιας διοίκησης, άμυνας και υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης χωρίς τους κλάδους υγείας και εκπαίδευσης) είναι υψηλότερη εκείνων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Το ίδιο, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, συμβαίνει και στην Ελλάδα. Οι αμοιβές στο δημόσιο υπερβαίνουν εκείνες του ιδιωτικού τομέα κατά 19% στην Ελλάδα και κατά 15% στην ΕΕ-28, όταν δεν λαμβάνονται υπόψη οι εργοδοτικές εισφορές (πραγματικές και τεκμαρτές ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα κοινωνικής ασφάλισης), δηλαδή στις μικτές αποδοχές, και κατά 46% και 26% αντιστοίχως, περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην απασχόληση. Στην Ελλάδα, το 16% των μισθωτών απασχολείται στον στενό δημόσιο τομέα ενώ το αντίστοιχο μερίδιο στην ΕΕ-28 είναι 8%.

Στο πλαίσιο των εφεδρικών μέτρων που προκρίνονται από τους θεσμούς ύψους €3,6 δισ. μέχρι το 2018 γίνεται αναφορά σε περικοπές της δαπάνης για αμοιβές προσωπικού στο δημόσιο. Μία ορθολογική αντιμετώπιση του θέματος θα ήταν να περικοπεί σε εύλογο χρονικό διάστημα ο μέσος μισθός στον δημόσιο τομέα, έτσι ώστε οι σχέσεις μεταξύ μισθών και απασχόλησης στην Ελλάδα να μη διαφέρει από εκείνες στη μέση ευρωπαϊκή χώρα, υπογραμμίζει ο ΣΕΒ.

Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εξηγεί, ο μέσος μικτός μισθός θα έπρεπε να μειωθεί κατά -3% ή €565 ετησίως και η μέση απασχόληση κατά -50% ή 180 χιλ. υπαλλήλους.

«Εναλλακτικά ο μέσος όρος μπορεί να επιτευχθεί εάν η ιδιωτική οικονομία επεκταθεί κατά 2 εκατ. απασχολούμενους! Προφανώς αυτό είναι ανέφικτο και καταδεικνύει το μέγεθος του βάρους που σηκώνει ο ιδιωτικός τομέας για τη μισθοδοσία του υπερτροφικού κράτους!» καταλήγει ο ΣΕΒ.

 

Πηγή: in.gr


B4-B5_728X90