27/12/2013
Πολ.1163/30.06.1995, Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2214/1994, που αφορούν τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων

 

 

Σας κοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις των άρθρων 43, 44, 27 και 66 περίπτ. ιγ΄, ιδ΄, ιε΄ και ιστ΄ του Ν. 2214/1994 «Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος» και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 75) και σας παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρ­μογή τους, πάνω σε θέματα αρμοδιότητας ΚΩΔΙ­ΚΑ ΒΙΒΛΙΩΝ και ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ.

 

ΓΕΝΙΚΑ: Στα πλαίσια των προσπαθειών που Καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομικών για τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστή­ματος περιλαμβάνονται και οι κοινοποιούμενες διατάξεις, με τις οποίες τροποποιούνται, προστί­θενται και συμπληρώνονται ορισμένες διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992 - ΦΕΚ Α΄ 84), όπως και ορισμένες διατάξεις των ηλεκτρονικών (φορολογικών) ταμειακών μηχανών (Ν. 1809/1988 - ΦΕΚ Α΄ 222).

 

Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις επιδιώκεται κυρίως η περιστολή της φοροδιαφυγής, η συ­μπλήρωση κενών σε ορισμένες διατάξεις του Κώδικα, καθώς και η νομική οριοθέτηση άλλων. Συμπερασματικά, δηλαδή με τις επελθούσες αλ­λαγές, τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις απλοποι­ούνται και σ΄ ένα βαθμό εκλογικεύονται ορι­σμένες περιπτώσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοι­χείων.

 

Ειδικότερα, κατ΄ άρθρο, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις- συμπληρώ­σεις:

 

Α) Αρθρο 43 - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Κ.Β.Σ.

 

Με το άρθρο 43 του παραπάνω νόμου τροπο­ποιούνται, συμπληρώνονται, αντικαθίστανται και προστίθενται ορισμένες διατάξεις στον μέχρι σή­μερα ισχύοντα Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992), που κατά παράγραφο, έχουν ως εξής:

 

Παράγραφος 1 (βιβλίο απογραφών επιτηδευμα­τία δεύτερης κατηγορίας).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στίθεται νέα παράγραφος στο άρθρο 6 του Κώ­δικα, σύμφωνα με την οποία ο επιτηδευματίας της δεύτερης κατηγορίας υποχρεώνεται να τηρή­σει βιβλίο απογραφών για τα εμπορεύσι­μα περιουσιακά του στοιχεία. Με τη μεταβατική διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση σύνταξης απογραφής την 31.12.1994, ο επιτηδευματίας του οποίου τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1.1.1994-31.12.1994 δεν θα ξεπεράσουν τα 80.000.000 δρχ. Καθολική υποχρέωση τήρησης του βιβλίου απογραφών από τους επιτηδευματίες της δεύτερης κατηγο­ρίας δημιουργείται για τα εμπορεύσιμα περιου­σιακά στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου 1995, με εξαίρεση τις κατηγορίες των επιτηδευματιών οι οποίοι με απόφαση του Υπουργού των Οικονομι­κών και κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της πα­ραγράφου 34 του άρθρου αυτού, θα απαλλα­γούν από την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αυτού.

 

Σημειώνεται ότι υποχρεώνονται σε τήρηση βι­βλίου απογραφών μόνο ο επιτηδευματίας που ε­μπορεύεται αγαθά αυτούσια ή μετά από προη­γούμενη επεξεργασία. Έτσι, δεν δημιουργείται υποχρέωση τήρησης βιβλίου απογραφών για τον επιτηδευματία της δεύτερης κατηγορίας, ο οποί­ος παρέχει υπηρεσίες και χρησιμοποιεί διάφορα υλικά για τη διεξαγωγή των εργασιών του (π.χ. συνεργείο αυτοκινήτων).

 

Οι επιτηδευματίες των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του Κώδικα, οι οποίοι εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία βιβλίων, στις περιπτώσεις που διατηρούν και άλ­λο κλάδο για τον οποίο τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας, για άλλη δραστηριότητα τους, υπο­χρεώνονται σε τήρηση βιβλίου απογραφών μόνο για τη δραστηριότητα εκείνη για την οποία εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία.

 

Διευκρινίζεται ότι στις παραπάνω περιπτώσεις, αλλά και στην περίπτωση που ο επιτηδευματίας ασκεί παράλληλα με τον κλάδο εμπορίας και κλάδο παροχής υπηρεσιών, για τον καθορισμό της υποχρέωσης σύνταξης απογραφής κατά την 31.12.1994 λαμβάνονται υπόψη μόνο τα α­καθάριστα έσοδα του κλάδου εκεί­νου για τον οποίον υπάρχει υπο­χρέωση τήρησης βιβλίου απογρα­φών. Για παράδειγμα: Επιτηδευματίας με αντι­κείμενο εργασιών την εκμετάλλευση πρατηρίου καυσίμων και την εμπορία ανταλλακτικών, ο οποί­ος κατά την χρήση 1.1 - 31.12.1994, πραγματο­ποίησε ακαθάριστα έσοδα εκ δραχμών 200.000.000 από την εμπορία βενζίνης, 30.000.000 δρχ. από την εμπορία λιπαντικών και 40.000.000 δρχ. από την εμπορία ανταλλακτικών, ο επιτηδευματίας αυτός δεν θα υποχρεωθεί σε καταγραφή και αποτίμηση των αγαθών του της 31.12.1994, δεδομένου ότι τα ακαθάριστα έσοδα από την πώληση λιπαντικών και ανταλλακτικών θα υπερέβησαν τα 80.000.000 δρχ. Θα τηρήσει όμως βιβλίο απογραφών την 31.12.1995 για τα αγαθά αυτά ανεξαρτήτως ύψους ακαθαρίστων εσόδων της χρήσης 1.1 - 31.12.1995.

 

Στο παραπάνω παράδειγμα μας, αν ο επιτη­δευματίας αυτός πραγματοποιούσε έσοδα 200.000.000 δρχ. από την εμπορία βενζίνης, 30.000.000 δρχ. από την εμπορία λιπαντικών και 55.000.000 δρχ. από την εμπορία ανταλλακτικών, τότε, κατά την 31.12.1994 θα τηρήσει βιβλίο α­πογραφών για τα λιπαντικά και τα ανταλλακτικά. (30.000.000 + 55.000.000 = 85.000.000).

 

Όταν η διαχειριστική περίοδος είναι μικρότερη του δωδεκαμήνου, δηλαδή επί έναρξης λειτουργίας μιας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της χρή­σης 1994 τα ακαθάριστα έσοδα για την υπο­χρέωση τήρησης βιβλίου απογραφών κατά την 31.12.1994 προσδιορίζονται με αναγωγή. Για πα­ράδειγμα επιτηδευματίας υπόχρεος σε τήρηση βιβλίου εσόδων-εξόδων, υπέβαλε δήλωση έναρ­ξης εργασιών την 1.4.1994 με αντικείμενο εργα­σιών την εμπορία ενδυμάτων, πραγματοποίησε δε ακαθάριστα έσοδα από 1.4.1994 έως 31.12.1994, δρχ. 90.000.000, τα οποία, μετά από αναγωγή σε ετήσια βάση, ανέρχονται σε 120.000.000 δρχ. (90.000.000 :9 Χ 12). Ως εκ τούτου υπέχει υπο­χρέωση σύνταξης απογραφής για τα εμπορεύσι­μα στοιχεία της 31.12.1994.

 

Τρόπος τήρησης βιβλίου απογρα­φών. Ο επιτηδευματίας της δεύτερης κατηγο­ρίας τηρεί βιβλίο απογραφών μόνο για τα εμπο­ρεύσιμα περιουσιακά του στοιχεία. Υπενθυμίζεται ότι τα αγαθά που θεωρούνται εμπορεύσιμα προσδιορίζονται από την παράγραφο 2.2.200 πε­ρίπτωση 3 του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ. Π.Δ. 1123/1980 - ΦΕΚ Α΄ 283) και κατονομάζονται στην παράγραφο 27.3.1, της ερμηνευτικής εγκυκλίου 3/1992 (αριθμ. πρωτ. 1118148/936/0015/24.11.1992), με την οποία δό­θηκαν λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 186/1992.

 

Σημειώνεται ότι, στις παραγράφους 27.0-27.7 της εγκυκλίου αυτής (3/1992) διευκρινίζονται θέ­ματα που αφορούν την τήρηση του βιβλίου απο­γραφών από τον επιτηδευματία της τρίτης κατη­γορίας. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, και λαμβανομένου υπόψη άτι η τήρηση του βιβλίου απογραφών από τον επιτηδευματία της δεύτερης κατηγορίας δεν συνεπάγεται και το λογιστικό προσδιορισμό του αποτελέσματος, διευκρινίζεται άτι ο επιτηδευματίας της κατηγορίας αυτής (της δεύτερης) θα τηρήσει βιβλίο απογραφών μόνο για τα εμπορεύματα, τις πρώτες και βοηθητικές ύλες, τα υλικά συσκευασίας και τα έτοιμα προϊό­ντα.

 

Ακόμη, σημειώνεται, ότι, όσα αναφέρονται στις παραγράφους 27.3.2, 27.3.4 περίπτ. β΄, 28.1, 28.1.1, 28.1.2 της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Κώδικα, αναφορικά με τον τρόπο τήρησης του βιβλίου απογραφών από τον επιτηδευματία της τρίτης κατηγορίας έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην τήρηση του βιβλίου απογραφών από τον επιτηδευματία της δεύτερης κατηγορίας.

 

Χρόνος ενημέρωσης

 

Το βιβλίο απογραφών ενημερώνεται, από τον επιτηδευματία της δεύτερης κατηγορίας, στις ί­διες προθεσμίες που ισχύουν και για την ενημέ­ρωση του βιβλίου αυτού, από τον επιτηδευματία της τρίτης κατηγορίας. Οι προθεσμίες αυτές κα­θορίζονται από τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου 17 του Κώδικα, και είναι η 20η Φεβρου­αρίου για την ποσοτική καταγραφή των αγαθών και η 31η Μαρτίου για την αποτίμηση τους.

 

Προσδιορισμός καθαρών κερδών

 

Διευκρινίζεται ότι η τήρηση του βιβλίου απο­γραφών από τον επιτηδευματία της δεύτερης κα­τηγορίας δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο λογιστι­κού προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος του επιτηδευματία της κατηγορίας αυτής. `Αλλω­στε τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται ούτε από τις σχετικές διατάξεις «της Φορολογίας Εισοδή­ματος» (ν.δ. 3323/1955).

 

Παράγραφος 2 (Τίτλος άρθρου 8 του Κώδικα)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καθίσταται ο τίτλος του άρθρου 8 του Κώδικα από «Βιβλίο αποθήκης» σε «Βιβλίο αποθήκης, παραγωγής-κοστολογίου». Η διαφοροποίηση της ο­νομασίας ήταν αναγκαία μετά την επαναφορά της τήρησης του βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 3 (Υλικά συσκευασίας)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καταστάθηκε, στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Κώδικα, η φράση «είδη συσκευασίας» με τη φράση «υλικά συσκευασίας», δεδομένου ότι τα αγαθά για τα οποία πρέπει να τηρείται το βιβλίο αποθήκης, κατονομάζονται στην παράγραφο 2.2.200 περίπτωση 3 του Ε.Γ.Λ.Σ. ως υλικά συ­σκευασίας και όχι είδη συσκευασίας. Η αντικατά­σταση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να εναρμονιστούν οι διατάξεις του Κώδικα με το Ε.Γ.Λ.Σ.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος4 (Βιβλιοπαραγωγής-κοστολογίου)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε, στο τέλος του άρθρου 8 του Κώδικα,νέα παράγραφος 12, σύμφωνα με την οποία ε­παναφέρεται, από 1.1.1995, η υποχρέωση τήρη­σης βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου, η οποία, ως γνωστό είχε καταργηθεί με τις διατάξεις του π.δ. 186/1992 και από 1.7.1992 και εφεξής στα­μάτησε η υποχρεωτική τήρηση του ως βιβλίου του Κώδικα.

 

Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις κρίθηκε σκό­πιμη η επαναφορά του βιβλίου αυτού, το οποίο, ως γνωστό, έχει ιδιαίτερη σημασία για τον έλεγ­χο των υπόχρεων, στην τήρηση του, βιομηχανι­κών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων.

 

Η επαναφορά του βιβλίου αυτού μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποτελεί ουσιαστική επιβάρυν­ση στις υπόχρεες για την τήρηση του επιχειρή­σεις, επειδή το βιβλίο αυτό τηρείται προαιρετικά, για την υποβοήθηση των ίδιων των επιχειρήσεων, στον προσδιορισμό του ακριβούς κόστους παρα­γωγής των προϊόντων τους.

 

Υπόχρεοι στην τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου

 

Υπόχρεοι στην τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου είναι οι επιτηδευματίες οι οποίοι πω­λούν δικά τους αγαθά μετά από προηγούμενη επεξεργασία (βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχει­ρήσεις), ανεξάρτητα εάν αυτή γίνεται σε δικές τους εγκαταστάσεις (εργοστάσια ή εργαστήρια) ή σε εγκαταστάσεις τρίτων και οι οποίοι έχουν υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης.

 

Δεν υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου οι επιτηδευματίες που τηρούν βιβλίο αποθήκης προαιρετικά, ως και οι επιτη­δευματίες που ενεργούν επεξεργασία αγαθών για λογαριασμό τρίτων (για τα έτοιμα προϊόντα των τρίτων).

 

Στο βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου τηρείται ξε­χωριστή μερίδα για κάθε είδος ετοίμου προϊό­ντος αντίστοιχη του βιβλίου αποθήκης ετοίμων προϊόντων.

 

Τεχνικές προδιαγραφές

 

Σε κάθε μερίδα του βιβλίου παραγωγής-κοστο­λογίου αναγράφονται, πριν από την έναρξη της παραγωγής, οι τεχνικές προδιαγραφές του προϊ­όντος. Οι προδιαγραφές περιλαμβάνουν πλην των άλλων τεχνικών δεδομένων την για κάθε μο­νάδα παραγομένου έτοιμου προϊόντος απαιτούμε­νη ποσότητα πρώτων υλών, καθώς και βοηθητι­κών υλών και υλικών συσκευασίας, όταν γι΄ αυτά τηρείται βιβλίο αποθήκης κατ΄ είδος. Δηλαδή δεν αναγράφονται στο βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών οι βοηθητικές ύλες και τα υλικά συσκευασίας, που, κατ΄ εφαρμογή των προβλεπομένων από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Κώδικα, παρακολουθούνται στο βιβλίο αποθήκης συνολικά, μόνο κατ΄ αξία, σε αντίστοιχο λογαρια­σμό. Επίσης αναγράφεται η προϋπολογιζόμενη φύρα παραγωγής.

 

Εάν κατά τη διάρκεια της χρήσης γίνει κάποια μεταβολή στις τεχνικές προδιαγραφές, η μεταβο­λή αυτή αναγράφεται στη σχετική μερίδα του βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου πριν από την έ­ναρξη της παραγωγής του προϊόντος αυτού. Στην περίπτωση αυτή αναγράφεται και η χρονο­λογία έναρξης της παραγωγής του προϊόντος.

 

Τρόπος τήρησης του εξωλογιστικού βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου

 

Το αργότερο εντός της προθεσμίας σύνταξης του ισολογισμού συγκεντρώνονται και αναγράφο­νται, σε κάθε μερίδα του βιβλίου, παραγωγής-κοστολογίου, οι ποσότητες του έτοιμου προϊόντος που παράχθηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης που έληξε, όπως προκύπτουν από το βιβλίο απο­θήκης ετοίμων προϊόντων, από το οποίο και με­ταφέρονται στο βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου.

 

Επίσης στο βιβλίο αυτό μεταφέρονται οι ποσό­τητες και η αξία των πρώτων υλών που αναλώ­θηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εντός της χρήσης για την παραγωγή του έτοιμου προϊόντος, όπως και οι ποσότητες και η αξία των βοηθητικών υλών και υλικών συσκευασίας, όταν γι΄ αυτά τη­ρείται βιβλίο αποθήκης κατ΄ είδος, και κατανέμο­νται στις σχετικές μερίδες των παραχθέντων προϊόντων του βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές.

 

Η κατά τα ανωτέρω κατανομή των πρώτων υλών κλπ. μπορεί να γίνεται και με βάση τα δελτία εσωτερικής διακίνησης.

 

Στη συνέχεια, εντός της προθεσμίας σύνταξης του ισολογισμού, στην κοστολογηθείσα αξία πρώ­των υλών, βοηθητικών υλών και υλικών συσκευα­σίας, προστίθενται και τα λοιπά στοιχεία του κό­στους (δαπάνες παραγωγής κλπ.), τα οποία βα­ρύνουν κάθε είδος (προϊόν), το άθροισμα των οποίων αποτελεί και το πραγματικό (ιστορικό) κό­στος παραγωγής, με βάση το οποίο γίνεται και η αποτίμηση της απογραφής.

 

Ο προσδιορισμός του πραγματικού (ιστορικού) κόστους παραγωγής γίνεται βάση κανόνων, οι οποίοι πρέπει να ακολουθούνται πάγια από τον επιτηδευματία.

 

Τήρηση του βιβλίου παραγωγής όταν το παραγόμενο προϊόν διέρχε­ται περισσότερα σταδία επεξεργα­σίας

 

Στην περίπτωση αυτή το προϊόν παρακολουθεί­ται στο βιβλίο παραγωγής- κοστολογίου χωριστά κατά στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, εφό­σον η παρακολούθηση αυτή κρίνεται απαραίτητη για την εξεύρεση και τον έλεγχο του κόστους του ολοκληρωμένου προϊόντος. Τέτοια παρακο­λούθηση είναι απαραίτητη, εάν σε κάθε στάδιο επεξεργασίας παράγονται ευδιάκριτα προϊόντα τα οποία θεωρούνται σαν έτοιμα προϊόντα και πω­λούνται ως έχουν, χρησιμοποιούνται όμως και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή προϊόντος σε επό­μενο στάδιο επεξεργασίας. Στις περιπτώσεις αυ­τές τηρούνται ξεχωριστές μερίδες τόσο στο βι­βλίο αποθήκης όσο και στο βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου.

 

Τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστο­λογίου από επιχειρήσεις κατασκευ­ής προϊόντων κατόπιν παραγγελίας του πελάτη

 

Στις περιπτώσεις παραγωγής προϊόντων, κατά παραγγελία του πελάτη εξατομικευμένων κατα­σκευών, όπου η πρώτη ύλη διατίθεται από την επιχείρηση που ενεργεί την παραγωγή έχει γίνει δεκτό με την παράγραφο8.6.3 της εγκυκλίου 3/1992 ότι, αντί της τήρησης βιβλίου αποθήκης κατ΄ είδος παραγόμενου προϊόντος, μπορεί να τηρείται διακεκριμένη μερίδα γιακάθε παραγγελία.

 

Κατ΄ αναλογία με τα ανωτέρω και το βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου μπορεί να τηρείται σε μερίδες κατά παραγγελία. Σε κάθε μερίδα (πα­ραγγελία) καταχωρούνται οι χρησιμοποιούμενες για την κατασκευή της παραγγελίας πρώτες ύ­λες βοηθητικές ύλες και υλικά συσκευασίας για τα οποία τηρείται βιβλίο αποθήκης κατ΄ είδος, καθώς και οι παραγόμενες ποσότητες ετοίμων προϊόντων (ειδών).

 

Από την ίδια καρτέλα προκύπτει η φύρα κα­τεργασίας των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθη­καν, καθώς και το μικτό κέρδος, όταν συγκε­ντρωθούν όλα τα στοιχεία του κόστους, καθώς και η αξία της παραγγελίας.

 

Τόπος τήρησης του βιβλίου παρα­γωγής-κοστολογίου

 

Το βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου τηρείται στην έδρα της επιχείρησης. Το υποκατάστημα στο οποίο τηρούνται βιβλία από τα οποία εξάγε­ται αυτοτελές αποτέλεσμα τηρεί ίδιο βιβλίο πα­ραγωγής-κοστολογίου.

 

Υποχρεώσεις επιχειρήσεων που τη­ρούν τους λογαριασμούς της ομά­δας 9 (αναλυτική λογιστική) του π.δ. 1123/1980 (Ε.Γ.Λ.Σ.)

 

Οι Επιχειρήσεις που σύμφωνα με ειδικές δια­τάξεις (ν. 1882/1990, άρθρο 7 παρ. 1), υπο­χρεούνται να εφαρμόζουν το Ε.Γ.Λ.Σ. (π.δ. 1123/ 1980 ΦΕΚ Α΄283) στο σύνολο του, δηλαδή τόσο τη γενική λογιστική όσο και την αναλυτική λογι­στική (ομάδα 9), καθώς και οι επιχειρήσεις που τηρούν προαιρετικά, πλήρως τους λογαριασμούς της αναλυτικής λογιστικής (ομάδα 9), σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του Ε.Γ.Λ.Σ., η παραπάνω υποχρέωση με βάση τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρ­θρου 43 του ν. 2214/1994 εξαντλείται στην τήρη­ση μόνο τεχνικών προδιαγραφών και ο προσδιο­ρισμός του κόστους γίνεται μέσα από την ανα­λυτική λογιστική.

 

Χρησιμότητα βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου-Ελεγκτικές Επαληθεύ­σεις- Κυρώσεις

 

Το βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου έχει ιδιαίτε­ρη σημασία για τον ουσιαστικό έλεγχο των βιο­μηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, δεδομέ­νου ότι από την τήρηση του βιβλίου τούτου προ­κύπτει η φύρα παραγωγής, για κάθε προϊόν ό­πως και ο προσδιορισμός του κόστους των πα­ραγόμενων προϊόντων.

 

Ενόψει των ανωτέρω ο έλεγχος και οι επαλη­θεύσεις, βάσει του βιβλίου αυτού, είναι υποχρεω­τικές και στις σχετικές εκθέσεις ελέγχου θα πρέ­πει να υπάρχει ειδικό κεφάλαιο. Οι επαληθεύσεις αυτές θα πρέπει να είναι ουσιαστικές και όχι μόνο τυπικού χαρακτήρα.

 

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παράγραφος 3 περίπτωση α΄ του Κώδικα, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 23 του παρόντος άρ­θρου (43), η μη τήρηση ή η μη διαφύλαξη του βιβλίου παραγωγής- κοστολογίου και του βιβλίου τεχνικών προδιαγραφών, αποτελεί λόγο ανεπάρ­κειας των βιβλίων.

 

Έχει κριθεί από τη δικαστηριακή νομολογία (ΣτΕ 805/1989) ότι η παράλειψη τήρησης τεχνι­κών προδιαγραφών, καθιστά αδύνατες τις ελε­γκτικές επαληθεύσεις και ανέφικτο το λογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων και τα βιβλία κρίνονται ανεπαρκή.

 

Έναρξη εφαρμογής ­

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ιδ΄ του άρθρου 66 του νόμου αυτού, η υποχρέωση τήρησης του βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου έ­χει εφαρμογή από 1.1.1995. Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την έναρξη της διαχειριστικής πε­ριόδου όλων των επιτηδευματιών που τηρούν βι­βλία τρίτης κατηγορίας και ακολουθούν διαχειρι­στική περίοδο που λήγει την 31.12.1994.

 

Για τις επιχειρήσεις που ακολουθούν διαχειρι­στική περίοδο που δεν λήγει την 31.12.1994, αλ­λά σε χρόνο μεταγενέστερο (δηλαδή στις 30 Ιουνίου ή και αργότερα σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης περιόδου κλπ.), για λόγους πρακτικής και ομαλής λειτουργίας των υπόχρεων, η υπο­χρέωση τήρησης βιβλίου παραγωγής κοστολο­γίου για τις επιχειρήσεις αυτές, αρχίζει μετά την ολοκλήρωση και λήξη της διανυόμενης διαχειρι­στικής περιόδου. Έτσι, για παράδειγμα ο επιτη­δευματίας του οποίου η διαχειριστική περίοδος λήγει στις 30 Ιουνίου 1995, θα τηρήσει το βιβλίο παραγωγής-κοστολογίου από 1.7.1995.

 

Επιτροπή Λογιστικών Βιβλίων (Ε.Λ.Β.)

 

Οι αρμοδιότητες της ΕΛΒ που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 37 του Κώδικα () και ρυθμίζουν θέματα του βιβλίου αποθήκης, καταλαμβάνουν ως παρεπόμενη υπο­χρέωση της τήρησης βιβλίου αποθήκης, μετά και την αλλαγή του τίτλου του άρθρου 8 με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού σε «Βιβλίο αποθήκης, παραγωγής κοστολογίου», και τα αντίστοιχα θέματα του βιβλίου παραγω­γής-κοστολογίου.

 

Διευκρινίζεται ότι, ενόψει και των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του Κώδικα, οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής Λογιστι­κών Βιβλίων, της Επιτροπής Λογιστικών Αμφισβη­τήσεων και της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων που έχουν εκδοθεί και ρυθμίζουν υποχρεώσεις που αφορούν την τήρηση βιβλίου παραγωγής κο­στολογίου, εξακολουθούν να ισχύουν για το χρό­νο και τα θέματα που ορίζονται από αυτές.

 

Επίσης, οι επιχειρήσεις που θα κλείσουν διαχειριστική περίοδο την 31.12.1994 και θα υπο­χρεωθούν από 1.1.1995 στην τήρηση βιβλίου πα­ραγωγής-κοστολογίου, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση στην ΕΛΒ για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την υποχρέωση αυτή (τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου). Η αίτηση αυτή θα πρέ­πει να υποβληθεί στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, από τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 37, προθεσμίας, δηλαδή μέχρι 31.7.1994. Οι επι­χειρήσεις που θα κλείσουν διαχειριστική περίοδο την 30.6.1995 και θα υποχρεωθούν στην τήρηση βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου από 1.7.1995 πρέπει να υποβάλλουν, εφόσον επιθυμούν, την παραπάνω αίτηση μέχρι 31.1.1995.

 

Παράγραφος 5 (βιβλίο ποσοτικής παραλαβής)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε δεύτερο εδάφιο στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Κώδικα και υποχρεώνονται σε τήρηση βιβλίου ποσοτικής παραλαβής οι επισκευαστές ηλεκτρι­κών και ηλεκτρονικών συσκευών για τις προς επισκευή παραλαμβανόμενες συσκευές, στο κα­τάστημα τους (κεντρικό ή υποκατάστημα), είτε από ιδιώτες είτε από επιτηδευματίες στις περι­πτώσεις που δεν υφίσταται νόμιμο συνοδευτικό στοιχείο.

 

Ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συ­σκευές, για την εφαρμογή της διάταξης αυ­τής, θεωρούνται ιδίως ψυγεία, πλυντήρια, σκού­πες, μίξερ, σίδερα, καλοριφέρ, στερεοφωνικά, ραδιοκασετόφωνα, τηλεοράσεις, βίντεο, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κλπ.

 

Επισημαίνεται, ότι, την υποχρέωση αυτή της τήρησης του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής την έχουν γενικά όσοι επισκευάζουν ηλεκτρικές ή η­λεκτρονικές συσκευές, ανεξάρτητα αν είναι το κύ­ριο αντικείμενο εργασιών τους ή όχι. Έτσι, λό­γου χάρη, ο επιτηδευματίας που εμπορεύεται ηλεκτρικές συσκευές και παράλληλα ασχολείται και με την επισκευή ηλεκτρικών συσκευών, έχει την υποχρέωση της τήρησης του βιβλίου ποσοτι­κής παραλαβής για τις συσκευές που παραλαμ­βάνει προς επισκευή.

 

Τρόπος τήρησης

 

Στο βιβλίο αυτό καταχωρούνται τα δεδομένα που ορίζονται από το πρώτο εδάφιο της παρα­γράφου 1 του άρθρου 10 του Κώδικα, δηλαδή:

 

α) η χρονολογία παραλαβής, β) το ονοματεπώνυ­μο ή η επωνυμία του αποστολέα, γ) το επάγγελ­μα και η διεύθυνση του, ε) το είδος που στέλλε­ται, στ) η ποσότητα του και ζ) ο σκοπός της παραλαβής (επισκευή).

 

Διευκρινίζεται ότι, επειδή οι διατάξεις της πα­ραγράφου αυτής έχουν έναρξη εφαρμογής από 1.1.1995, οι ως άνω επιτηδευματίες έχουν υπο­χρέωση να καταχωρήσουν στο βιβλίο ποσοτικής παραλαβής τις συσκευές που θα έχουν προς επισκευή στο κατάστημα τους, κατά την ημερο­μηνία αυτή (1.1.1995).

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΕΠΙΣΚΕΥΗΣΑΓΑΘΩΝ

 

ΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΕΑ

ΠΑΡΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΑΓΑΘΑ

2

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ

‘Η ΕΠΩΝΥΜΙΑ

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

ΠΟΣΟΤΗΤΑ

ΕΙΔΟΣ

ΣΚΟΠΟΣ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ

1995

 

 

 

 

 

 

2 Ιανουαρίου

Α. Αθανασιάδης

Ιδιώτης

Φορμίωνος 120, ΒΥΡΩΝΑΣ

1

1 ψυγείο ΙΖΟΛΑ

14 ποδ.

Επισκευή

2 Ιανουαρίου

ΟΕ «Α»

Κατ/μα

Ηλ. ειδών

Γρ. Αυξεντίου 50

ΙΛΙΣΙΑ

10

ψηστιέρες τύπου...

Επισκευή

 

 

Παράγραφος 6 (Πρόσθετα βιβλία)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστέθηκαν στην παράγραφο 5 του άρθρου 10 του Κώδικα νέες περιπτώσεις ιγ΄, ιδ΄, ιε΄ και ιστ΄, με τις οποίες υποχρεώνονται στην τήρηση πρό­σθετων βιβλίων κι άλλες κατηγορίες επιτηδευμα­τιών. Έτσι, υποχρεώνονται να τηρούν πρόσθετα (ειδικά βιβλία) και οι εξής επιτηδευματίες:

 

α) Ο εκμεταλλευτής συνεργείου επισκευής και συντήρησης σκαφών θαλάσσης, υποχρεώνεται να τηρήσει βι­βλίο εισερχομένων. Ως γνωστό βιβλίο ει­σερχομένων μέχρι σήμερα τηρείται από τα συ­νεργεία αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών καθώς και από τις επιχειρήσεις πώλησης μεταχειρισμέ­νων αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών.

 

Ως σκάφη θαλάσσης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται τα σκάφη ανα­ψυχής ανοικτού τύπου (φουσκωτά και μη), ανε­ξάρτητα από το εάν είναι ταχύπλοα ή όχι, ή εάν έχουν χώρο ενδιαίτησης, καθώς και τα Jet ski. Ως επισκευή- συντήρηση θεωρείται κάθε εργασία που γίνεται επί του σκάφους και αφορά επι­σκευή, αντικατάσταση, συντήρηση, προσθήκη, έ­λεγχο, βάψιμο κλπ.

 

Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει υποχρέωση τή­ρησης πρόσθετου βιβλίου από τους επισκευα­στές μηχανών θαλάσσης.

 

Τρόπος τήρησης. Στο βιβλίο αυτό κατα­χωρούνται:

 

α) η χρονολογία εισόδου και εξόδου, β) το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του κατόχου, γ) η διεύθυνση του και δ) ο αριθμός νηολόγησης του σκάφους και εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος αριθ­μός το όνομα του σκάφους κι όταν δεν υπάρχει ούτε όνομα του σκάφους κρίνεται σκόπιμο να γίνεται γενική περιγραφή του σκάφους (ταχύ­πλοο, φουσκωτό, μέτρα κλπ.).

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΩΝ ΣΚΑΦΩΝ

 

(Αρθρο 10 παρ. 5 περίπτ. ιγ΄) ()

 

 

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΛΑΤΗ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΛΑΤΗ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

ΕΙΣΟΔΟΥ

ΕΞΟΔΟΥ

 

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ  Ή ΕΠΩΝΥΜΙΑ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

-

20/1/95

30/1/95

ΛΠ 3344

Δ. Δημητρίου

Φιλολάου 35, ΠΑΓΚΡΑΤΙ

-

25/1/95

 

ΛΠ 2536

Ε. Ευθυμίου

Τενέδου 15, ΚΥΨΕΛΗ

Χωρίς αριθμό -

25/1/95

25/1/95

ΜΕΔΟΥΣΑ

Ζ. Ζαχαρίου

Η. Πολυτεχνείου 25, ΧΑΛΑΝΔΡΙ

Επισκευή Δωρεάν

(Υπογραφή)

26/1/95

 

JET SKI

Ι. Ιωάννου

Γ. Λαμπράκη 40, ΠΕΙΡΑΙΑΣ

Χωρίς όνομα & αριθμό

 

 

 

 

 

 

Τα παραπάνω δεδομένα αναγράφονται και στην περίπτωση που δεν λαμβάνεται ιδιαίτερη α­μοιβή για τις εργασίες, κρίνεται όμως σκόπιμο στην περίπτωση αυτή να γράφεται η ένδειξη «δωρεάν» και να υπογράφει παραπλεύρως ο πε­λάτης.

 

Όταν το σκάφος προσωρινά εξέλθει του συ­νεργείου, έχει ανάλογη εφαρμογή η παράγραφος 10.5.10.8 της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Κώδικα (3/1992), ενημερώνεται δηλαδή το βιβλίο με κάθε είσοδο και έξοδο του σκάφους.

 

β) Ο φυσιοθεραπευτής, υποχρεώνεται να τηρήσει βιβλίο πελατών για τους πελά­τες που τον επισκέπτονται στην επαγγελματική του εγκατάσταση. Δεν υπάρχει υποχρέωση τήρη­σης του βιβλίου αυτού για τους πελάτες που επισκέπτεται στο σπίτι τους ή σε άλλους χώ­ρους (π.χ. αθλητικούς συλλόγους κλπ.).

 

Τρόπος τήρησης: Στο βιβλίο αυτό κατα­χωρούνται:

 

α) το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πε­λάτη, β) το είδος της υπηρεσίας που του παρέ­χει, γ) η χρονολογία της επίσκεψης και δ) ο αριθμός της απόδειξης παροχής υπηρεσιών. Ό­ταν εκδίδεται μια απόδειξη για περισσότερες από μια επισκέψεις του ιδίου πελάτη, ο αριθμός αυτός αναγράφεται στις επισκέψεις που καλύ­πτονται από αυτές.

 

Επί διαρκούς παροχής υπηρεσίας, που η αμοι­βή καταβάλλεται κατόπιν συμφωνίας, στο βιβλίο καταχωρούνται: α) το ονοματεπώνυμο του πελά­τη, β) η διεύθυνση του, γ) το ποσό που συμφω­νείται και δ) η χρονολογία έναρξης και διακοπής της παροχής υπηρεσίας.

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΕΛΑΤΩΝ ΦΥΣΙΟΘΕΡΑΠΕΥΤΩΝ.

 

(Αρθρο 10 παρ. 5 περίπτ. ιδ΄) ()

 

Συμπληρώνονται επί διαρκούς παροχής υπηρεσίας

 

 

Διευκρινίζεται ότι, οι φυσιοθεραπευτές υπο­χρεώνονται κατ΄ αρχήν να καταχωρούν όλους τους πελάτες που δέχονται με αμοιβή ή χωρίς αμοιβή (δωρεάν). Ειδικά οι φυσιοθεραπευτές που έχουν συμβληθεί με το Δημόσιο και με λοιπά ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ κλπ.) και έχουν την υποχρέωση να δέχονται τους ασφαλισμένους στην επαγγελματική τους εγκατάσταση, χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη αμοιβή από τους πελάτες, δεν υποχρεούνται να καταχωρούν τα στοιχεία των πελατών στο τηρούμενο βιβλίο. Η ιδιότητα των πελατών ως ασφαλισμένων στο Δημόσιο ή σε κάποιο ταμείο θα αποδεικνύεται από το ατο­μικό βιβλιάριο υγείας, από το οποίο θα έχει α­ποκοπεί η σχετική απόδειξη.

 

 

Σημειώνεται ότι σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της περίπτωσης ιζ΄ της παραγράφου 14 του άρθρου αυτού, το βιβλίο αυτό ενημερώ­νεται με τους πελάτες που εισέρχονται στο χώ­ρο παροχής των υπηρεσιών και όχι με τους πε­λάτες που παραμένουν στο χώρο αναμονής.

 

γ) Ο κατασκευαστής προκατασκευ­ασμένων οικιών υποχρεώνεται να τηρήσει βιβλίο παραγγελιών κατασκευής για τις οικίες που κατασκευάζει. Το βιβλίο αυτό ενη­μερώνεται όχι μόνο με την παραγγελία για κατα­σκευή ολόκληρης οικίας αλλά και με την παραγ­γελία για κατασκευή τμήματος ή προσαρτήματος οικίας.

 

Τόπος τήρησης: Τηρείται στην εγκατάστάση ή στις εγκαταστάσεις όπου λαμβάνονται οι παραγγελίες (γραφείο ή εργοστάσιο ή έκθεση).

 

Τρόπος τήρησης: Για κάθε παραγγελία στο βιβλίο παραγγελιών καταχωρείται: α) το ονο­ματεπώνυμο ή η επωνυμία του παραγγέλοντος πελάτη, β) η διεύθυνση του, γ) συνοπτική περι­γραφή του είδους που παραγγέλλεται, όπως τα τετραγωνικά μέτρα της κύριας οικίας ή του εξώ­στη, τον τύπο του, τις τυχόν προσθήκες ή βελ­τιώσεις ή αλλαγές στον προκαθορισμένο τύπο οικίας κλπ., αντί των δεδομένων αυτών μπορεί να γίνεται μνεία του σχετικού συμφωνητικού, το οποίο θα επιδεικνύεται σε κάθε ζήτηση του φο­ρολογικού ελέγχου, δ) την αξία που συμφωνείται και ε) τον αριθμό του τιμολογίου ή της απόδει­ξης λιανικής πώλησης.

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΈΝΩΝ ΟΙΚΙΩΝ

 

((Αρθρο 10 παρ. 5 περίπτ. ιε΄) ()

 

 

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ Ή ΕΠΩΝΥΜΙΑ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΑΞΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ

ΑΛΠ  Ή Τιμ

Δ. Δημητρίου

Κέκροπος 12

Οικία 70 m2 = Εξώστης 10m2 =τύπος ...με ξύλινα πατώματα

8.000.000

10

 

 

Σε περίπτωση τροποποίησης της αρχικής πα­ραγγελίας καταχωρείται η τροποποίηση αυτή στο βιβλίο παραγγελιών με αναφορά της αρχικής πα­ραγγελίας η οποία τροποποιήθηκε ή γίνεται σχε­τική παρατήρηση στην εγγραφή της αρχικής πα­ραγγελίας.

 

δ) Ο εκμεταλλευτής χώρου στάθ­μευσης σκαφών θαλασσής, υποχρεώνε­ται να τηρήσει βιβλίο στάθμευσης. Το βιβλίο αυτό τηρείται μόνο από τους εκμεταλλευ­τές θαλάσσιων χώρων στάθμευσης σκαφών θα­λάσσης. Σκάφος θαλάσσης για την υποχρέωση τήρησης βιβλίου αυτού νοείται οποιοδήποτε σκά­φος θαλάσσης όπως αυτό προσδιορίζεται στην εγκύκλιο αυτή για την τήρηση του βιβλίου εισερ­χομένων σκαφών.

 

Την υποχρέωση τήρησης του παραπάνω βι­βλίου την έχουν και οι Δήμοι ή οι Κοινότητες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τους παραπάνω χώρους, εφόσον για τη δραστηριότητα τους αυτή έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης ΦΠΑ, οπότε σύμ­φωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Κώδικα () εξομειώνονται με επιτη­δευματίες. Όταν ο Δήμος ή η Κοινότητα έχει παραχωρήσει την εκμετάλλευση σε άλλο πρόσω­πο, τότε το βιβλίο τηρείται από τον εκμεταλλευ­τή του χώρου αυτού.

 

Τρόπος τήρησης: Στο βιβλίο αυτό κατα­χωρούνται: α) η ημερομηνία εισόδου και εξόδου του σκάφους, β) ο αριθμός νηολόγησης του σκάφους κι όταν δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός το όνομα του σκάφους. Κρίνεται σκόπιμο, όταν δεν υπάρχει ούτε και το όνομα του σκάφους να γράφεται το ονοματεπώνυμο του κατόχου του σκάφους, το μήκος του σκάφους και η γενική περιγραφή αυτού (ιστιοφόρο, φουσκωτό κλπ.).

 

Επί μηνιαίας ή διαρκούς μίσθωσης καταχωρεί­ται: α) η χρονολογία έναρξης ή λήξης της μί­σθωσης, β) το ποσό που συμφωνείται και γ) ο αριθμός νηολόγησης του σκάφους, στην περί­πτωση που δεν υπάρχει αριθμός νηολόγησης ι­σχύουν κατ΄ αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν πα­ραπάνω.

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ ΣΚΑΦΩΝ

 

(Αρθρο 10 παρ. 5 περίπτ. ιστ΄) ()

 

 

Συμπληρώνονται επί μηνιαίας ή διαρκούς μίσθωσης

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ

 

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 

 

 

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

ΣΥΜΦΩΝΟΥΜΕΝΟ ΠΟΣΟ

 

ΕΙΣΟΔΟΥ

ΕΞΟΔΟΥ

 

ΕΝΑΡΞΗ

ΛΗΞΗ

 

 

10.1.1995

25.1.1995

ΑΠ 2214

 

 

 

 

11.1.1995

 

«ΑΡΓΩ»

 

 

 

 

18.1.1995

 

ΑΠ 3125

16.1.1995

18.4.1995

10000 ΔΡΧ ΜΗΝΙΑΙΩΣ

 

 

 

 

 

 

Έκδοση αποδείξεων από τους ε­πιτηδευματίες αυτούς

 

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Κώδικα, όσοι εκδίδουν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και τη­ρούν πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 στις εκδιδόμενες αποδείξεις υπο­χρεούνται να αναγράφουν εκτός των άλλων το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη, καθώς και το είδος της υπηρεσίας.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ­θρου 13 παράγραφος 3 (τελευταίο εδάφιο) όσοι εκτελούν οποιοδήποτε τεχνικό έργο ή εγκατάστα­ση σε ιδιώτη εκδίδουν αποδείξεις στις οποίες αναγράφονται, εκτός, των άλλων το ονοματεπώ­νυμο και η διεύθυνση του πελάτη και το είδος του έργου ή της εγκατάστασης.

 

Οι επιτηδευματίες των πιο πάνω περιπτώσεων εξαιρούνται της υποχρέωσης έκδοσης αποδεί­ξεων με φ.τ.μ. σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. 1014655/ 185/ΠΟΛ.1037/12.2.1992 (ΦΕΚ Β΄ 128).

 

Ενόψει των ανωτέρω από 1.1.1995 οι επιτηδευ­ματίες των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 43 του ν. 2214/1994, θα εκδίδουν αποδείξεις για τις συναλλαγές που αναφέρονται στις υπόψη διατά­ξεις ως εξής:

 

(1) Επισκευαστές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών

 

Οι επιτηδευματίες αυτοί, εφόσον χρησιμοποιούν φ.τ.μ. θα συνεχίσουν να εκδίδουν τις Α.Π.Υ. με τον ίδιο τρόπο με την υποχρέωση όμως να ση­μειώνουν τον α/α της σχετικής απόδειξης στο βιβλίο ποσοτικής παραλαβής.

 

Οι ίδιοι επιτηδευματίες μπορούν να μη χρησι­μοποιούν για τις επισκευές φ.τ.μ., εφόσον στις εκδιδόμενες Α.Π.Υ. αναγρα­φούν το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

 

(2) Εκμεταλλευτές συνεργείων ε­πισκευής και συντήρησης σκαφών αναψυχής.

 

­Οι επιτηδευματίες αυτοί από 1.1.1995 θα εκδί­δουν τις Α.Π.Υ. για την αμοιβή τους από θεωρη­μένα χειρόγραφα ή μηχανογραφικά έντυπα, επει­δή υποχρεούνται να αναγράφουν τα στοιχεία του πελάτη και το είδος των υπηρεσιών.

 

(3) Φυσιοθεραπευτές

 

Για τους φυσιοθεραπευτές ισχύουν τα αναφε­ρόμενα στην περίπτωση (2)

 

(4)Κατασκευαστές προκατασκευασμένων οικιών.

 

Οι επιτηδευματίες αυτοί επειδή εκτελούν τεχνι­κό έργο ή εγκατάσταση και είχαν ήδη την υπο­χρέωση να αναγράφουν τα στοιχεία του πελάτη και περιγραφή του έργου ή της εγκατάστασης, οπότε θα συνεχίσουν να εκδίδουν θεωρημένες αποδείξεις με τον ίδιο τρόπο που τις εξέδιδαν μέχρι τώρα (δηλαδή αποδείξεις χειρόγραφες ή μηχανογραφικές).

 

(5) Οι εκμεταλλευτές χώρων στάθμευσης σκαφών

 

Για τους επιτηδευματίες αυτούς ισχύουν τα α­ναφερόμενα στην περίπτωση (2).

 

Παράγραφος 7 (βιβλίο ασθενών ιατρών)

 

Η διάταξη της παραγράφου αυτής ουσιαστικά είναι ανενεργός, γιατί η διατύπωση της είναι ε­πανάληψη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 64 του ν. 2065/1992. Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι, στο αρχικό σχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή η τροποποίηση του παραπάνω εδαφίου αφορούσε

 

και τους οδοντιάτρους, έθετε δηλαδή υποχρέωση τήρησης πρόσθετου βιβλίου ασθενών και σ΄ αυ­τούς (τους οδοντιάτρους), στο τελικό όμως σχέ­διο όπως ψηφίστηκε από τη Βουλή και διαμορ­φώθηκε η σχετική διάταξη δεν συμπεριλήφθηκαν οι οδοντίατροι. Έτσι, νομοτεχνικά έπρεπε να α­παλειφθεί η διάταξη αυτή, επειδή όμως δεν δια­γράφηκε παραμένει ως επανάληψη πλέον διάτα­ξης που ήδη ισχύει από διετίας περίπου.

 

Παράγραφος 8 (τιμολόγηση επαναλαμβανόμε­νων πωλήσεων αγαθών και υπηρεσιών)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής α­πλοποιείται η τιμολόγηση των επαναλαμβανόμε­νων πωλήσεων αγαθών και παροχών υπηρεσιών, από 11 Μαΐου 1994 (ημέρα δημοσίευσης ν. 2214/1994). Ειδικότερα, για την ορθή εφαρμο­γή της διάταξης αυτής, παρέχονται οι εξής ε­ναλλακτικές δυνατότητες:

 

α) Να τηρείται η προβλεπόμενη από τις διατά­ξεις του άρθρου 12 παράγραφος 2 του Κώδικα αθεώρητη κατάσταση επαναλαμβανόμε­νων πωλήσεων σε δυο αντίτυπα, προκει­μένου το ένα εξ αυτών να επισυνάπτεται στο εκδιδόμενο σε μηνιαία βάση τιμολόγιο (δεν απα­γορεύεται η τιμολόγηση και σε μικρότερα χρονι­κά διαστήματα π.χ. εβδομάδα, 15νθήμερο κ.λπ.), οπότε δεν απαιτείται επί του τιμολο­γίου η αναλυτική περιγραφή των αγαθών ή των υπηρεσιών.

 

Με βάση τα ανωτέρω αρκεί η έκδοση του τιμολογίου με συνοπτική περιγραφή των αγαθών ή των υπηρεσιών (π.χ. βιβλία, διαφημίσεις από ραδιόφωνο κ.λπ.), χωρίς ανάλυση κατά είδος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 του Κώδικα, δεδομέ­νου ότι η ανάλυση αυτή προκύπτει από την επι­συναπτόμενη κατάσταση, η οποία ουσιαστικά α­ποτελεί συμπλήρωμα του τιμολογίου.

 

Επισημαίνεται ότι επί του εκδιδόμενου με συ­νοπτική περιγραφή τιμολογίου επαναλαμβανόμε­νων πωλήσεων αγαθών ή υπηρεσιών πρέπει να γίνεται σαφής αναφορά στην επισυναπτόμενη κα­τάσταση (π.χ. βενζίνη μηνός Μαΐου, ως συνημμέ­νη κατάσταση ... δρχ.). Ακόμη, η κατάσταση πρέπει να φέρει εντύπως ή με σφραγίδα τα πλήρη στοιχεία του εκδότη αυτής και τα πλήρη στοιχεία του πελάτη (αντισυμβαλλόμενου), σύμ­φωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρ­θρου 12 παράγραφος 10 του Κώδικα. Διευκρινί­ζεται ότι τα στοιχεία του πελάτη, ως περιεχόμε­νο της κατάστασης, δεν απαιτείται να τίθε­νται εντύπως ή με σφραγίδα (μπορεί να αναγρά­φονται χειρόγραφα ή με Η/Υ).

 

Περαιτέρω διευκρινίζεται, ότι, στο κατά τα α­νωτέρω εκδιδόμενο τιμολόγιο, με συνοπτική περι­γραφή των πωληθέντων αγαθών, δεν απαι­τείται η αναγραφή των ποσοτήτων ή της τιμής μονάδας των αγαθών, εφόσον τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από την επισυναπτόμενη κατάσταση.

 

Καθόσον αφορά τον τρόπο συμπλήρωσης της κατάστασης επαναλαμβανόμενων πωλήσεων και τον τρόπο έκδοσης του τιμολογίου από τους πωλούντες φάρμακα, οπτικά κ.λπ. είδη προς το Δη­μόσιο και τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία, εξα­κολουθούν να εφαρμόζονται τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, βάσει των διαταγών μας Σ. 535/52/ ΠΟΛ.125/23.4.1969, Σ. 4339/1082/ΠΟΛ.178/6.6.1969, Σ. 682/52/ΠΟΛ. 54/23.2.1987 και εγκ. 3/1992.

 

β) Να μη συντάσσεται η κατάσταση επαναλαμ­βανόμενων πωλήσεων, εφόσον όμως το σχετικό τιμολόγιο εκδοθεί με ανα­λυτική περιγραφή των πωληθέντων αγα­θών (είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας) ή των πα­ρασχεθέντων υπηρεσιών.

 

Σχετικά με τις διαφημιστικές επιχει­ρήσεις επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 στ΄ του ν. 2214/1994, καταρ­γείται η διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 12 του ν. 2166/1993, οπότε παύουν να ισχύουν τα αναγραφόμενα στην εγκύκλιο μας 1138458/1044/ ΠΟΛ.1346/5.11.1993 - ΚΕΦ. Β. 1 - και κατά συνέπεια για τις επαναλαμβανόμενες διαφημιστι­κές υπηρεσίες καθόσον αφορά τον τρόπο και το χρόνο τιμολόγησης ισχύουν οι διατάξεις του Κώ­δικα (άρθρο 12 παράγραφος 2 και 15) ( και ).

 

Καθόσον αφορά τους τηρούντες πρό­σθετα βιβλία του άρθρου 10 του Κώδικα σημειώνεται, ότι με τις διατάξεις του ν. 2214/ 1994, δεν επήλθε καμιά μεταβολή ως προς τον τρόπο και το χρόνο τιμολόγησης στις επαναλαμβανόμενες συναλλαγές. Συνεπώς οι προαναφερόμενοι συνεχίζουν να μην τηρούν κα­τάσταση επαναλαμβανόμενων συναλλαγών και εκδίδουν τα παραστατικά αξίας με αναλυτική περιγραφή.

 

Τέλος, διευκρινίζεται ότι για τις επαναλαμβανόμενες αγορές αγροτικών προϊόντων δεν παρέχεται δυνατότητα μη τήρησης της κατάστασης, σε μερί­δες κατά πωλητή παραγωγό (δεδομένου ότι με­ταβολή επήλθε στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του Κώδικα () και όχι στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, από την οποία προβλέπεται η πιο πάνω κατάσταση), τα δε εκδιδόμενα τι­μολόγια αγοράς αγροτικών προϊό­ντων θα έχουν σε κάθε περίπτωση αναλυτική περιγραφή.

 

Παράγραφος 9 (Αναγραφή ονοματεπώνυμου πελάτη στις Α.Λ.Π. και Α.Π.Υ. άνω των 10.000 δρχ.)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επι­βάλλεται υποχρέωση από 11 Μαΐου 1994 στις εκδιδόμενες αποδείξεις λιανικής πώλησης α­γαθών και παροχής υπηρεσιών αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. να ανα­γράφεται και το ονοματεπώνυμο του α­γοραστή, όταν αφορούν πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που εκπίπτεται στη φορολο­γία εισοδήματος.

 

Ειδικά, στις εκδιδόμενες αποδείξεις από φορολογικές ταμειακές μηχα­νές (φ.τ.μ.), που δεν έχουν δυνατότητα α­ναγραφής του ονοματεπωνύμου του πελάτη, το ονοματεπώνυμο του αγοραστή για συναλλαγές άνω των 10.000 δρχ., οι οποίες, ως γνωστό, χρησιμεύουν ως παραστατικό για τον υπολογισμό του προς έκπτωση ποσού στη φορολογία εισο­δήματος, θα αναγράφεται στο πίσω μέρος της απόδειξης το ονοματεπώνυμο του πε­λάτη και θα τίθεται η σφραγίδα του πωλητή επιτηδευματία.

 

Διευκρινίζεται, ότι, στις χειρόγραφα ή μηχανο­γραφικά εκδιδόμενες αποδείξεις δεν απαιτεί­ται, πέραν της αναγραφής του ονοματεπώνυ­μου του αγοραστή, να τίθεται επιπλέον και η σφραγίδα του πωλητή.

 

Τέλος, σημειώνεται ότι ομοίου περιεχομένου διάταξη περιέχεται και στο άρθρο 13 πα­ράγραφος 5 του ν. 2214/1994 για την εφαρμογή της οποίας καθόσον αφορά την ανα­γραφή του ονοματεπώνυμου του ιδιώτη - αγορα­στή αγαθών και υπηρεσιών άνω των 10.000 δρχ. και την σφράγιση των αποδείξεων, ισχύουν τα προαναφερόμενα (σφραγίδα δη­λαδή του πωλητή τίθεται μόνο στις αποδείξεις από φ.τ.μ.).

 

Παράγραφος 10 (Α.Π.Υ. τηρούντων πρόσθετα βιβλία και ελευθέρων επαγγελματιών)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συ­μπληρώνονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Κώδικα (), καθόσον αφορά το περιεχόμενο των Α.Π.Υ. των τηρούντων πρόσθετα βιβλία (άρθρο 10 παράγραφος 5) και διευκρινίζο­νται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου (13), καθόσον αφορά τις αποδείξεις των ελεύθερων επαγγελματιών.

 

Ειδικότερα:

 

α) Καθιερώνεται υποχρέωση από 11.5.1994, αναγραφής στις αποδείξεις παρο­χής υπηρεσιών, που εκδίδουν όσοι τηρούν πρό­σθετα βιβλία του άρθρου 10 παράγραφος 5 του Κώδικα ()(συνεργεία, σχολές οδηγών, ινστιτούτα αισθητικής, οίκοι ευγηρίας κ.λπ.), και του εί­δους των παρεχομένων υπηρεσιών. Η περιγραφή του είδους των παρεχόμενων υπη­ρεσιών πρέπει να είναι λεπτομερής κατά τρόπο που να προσδιορίζεται η συνάφεια των παρασχεθεισών υπηρεσιών προς την αμοιβή.

 

β) Διευκρινίζεται προκειμένου να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες εκδίδουν απόδειξη παροχής υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση επαγγελματικής τους εί­σπραξης. Η μεταβολή δηλαδή της διάταξης του άρθρου 13 παράγραφος 3 του Κώδικα συνί­σταται στην αντικατάσταση της φράσης «κατά την είσπραξη της αμοιβής» με την φράση «με κάθε επαγγελματικής τους είσπραξης».

 

Η φραστική αυτή μεταβολή έγινε προκειμένου να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση έκδοσης Α.Π.Υ. από τους ελεύθε­ρους επαγγελματίες, κατά την είσπραξη ποσών που έχουν σχέση με την επαγγελματική τους δραστηριότητα ανεξάρτητα από το αν μπορούν ή μη να χαρακτηρισθούν ευθέως ως αμοιβές (π.χ. είσπραξη τόκων που επιδικάσθηκαν και α­φορούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα κ.λπ.).

 

Για την πάγια αντιμισθία των δικη­γόρων επισημαίνεται ότι, εφόσον αυτή, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 10 του νόμου αυτού (2214/1994), θεωρείται εισόδη­μα από μισθωτές υπηρεσίες στο εξής δεν απαι­τείται η έκδοσης Α. Π.Υ. για την είσπραξη της πάγιας αντιμισθίας.

 

Παράγραφος 11 (Αναγραφή Α.Φ.Μ. στις επιτα­γές)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καθιερώνεται υποχρέωση αναγρα­φής του Α.Φ.Μ. του εκδότη, του εκά­στοτε οπισθογράφου και του τελευ­ταίου κομιστή στις επιταγές που θα φέρουν ημερομηνία έκδοσης από 1.1.1995 και μετά και καλύπτουν επαγγελματικές συναλλαγές, ανεξαρτήτως ποσού.

 

Η υποχρέωση αυτή καλύπτει και τις επιταγές που εκδίδονται για εξόφληση οφειλής προς το Δημόσιο.

 

Παράγραφος 12 (Δελτίο κίνησης)

 

α) Γενικά

 

Ως γνωστό, με την Α.Υ.Ο. 10123853/230/ΠΟΛ.1062/23.3.1990 είχε καθιερωθεί τα τουριστικά και ταξιδιωτικά γραφεία να εκδίδουν για κάθε διε­νεργούμενη εκδρομή δελτίο εκδρομών. Κατά την εφαρμογή της απόφασης προέκυψαν διάφορες αντικειμενικές δυσχέρειες και κυρίως, ότι το δελ­τίο αυτό δεν εξεδίδετο σε όλες τις περιπτώσεις μεταφοράς προσώπων.

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου 35 του άρ­θρου αυτού καταργείται από 1.7.1994 η ως άνω απόφαση και με την παράγραφο 12 του ίδιου άρθρου και νόμου προστίθεται νέο άρθρο 13α, στο Π.Δ. 186/1992 (), με τις διατάξεις του οποίου θεσπίζεται από την ίδια ημερομηνία (1.7.1994) η έκδοση δελτίου κίνησης τουριστικών λεωφορείων. Προκειμένου όμως να δοθεί ο απαιτούμενος χρό­νος εκτύπωσης του δελτίου τούτου, παρέχεται η ευχέρεια μη έκδοσης του, χωρίς να καταλογίζο­νται παραβάσεις, μέχρι 11.7.1994. Η αλλαγή αυ­τή κρίθηκε επιβεβλημένη και αποσκοπεί στην κα­λύτερη παρακολούθηση και εμφάνιση των συναλ­λαγών των τουριστικών επιχειρήσεων και παράλ­ληλα διευκολύνει τα τουριστικά - ταξιδιωτικά γραφεία.

 

β) Υπόχρεοι έκδοσης.

 

Υποχρέωση έκδοσης του δελτίου κίνησης έ­χουν οι εκμεταλλευτές τουριστικών λεωφορείων, οι οποίοι εκδίδουν το δελτίο αυτό πριν από κάθε εκκίνηση του λεωφορείου και για κάθε μεταφορά προσώπων, ανεξάρτητα αν η μεταφορά γίνεται για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου.

 

Σημειώνεται, ότι, υποχρέωση έκδοσης του δελ­τίου εκδρομών έχουν και τα ξενοδοχεία τα οποία εκμεταλλεύονται τουριστικά λεωφορεία και διαθέ­τουν αυτά για εκδρομές, περιηγήσεις κ.λπ., των πελατών τους. Την ίδια υποχρέωση έχουν και τα υπεραστικά ΚΤΕΛ, όταν πραγματοποιούν εκδρο­μές ή μεταφορές προσώπων πέραν από τις κα­θορισμένες συγκοινωνιακές γραμμές.

 

γ) Τρόπος έκδοσης

 

Το δελτίο εκδίδεται τουλάχιστον σε τρία αντί­τυπα και είναι θεωρημένο σύμφωνα με τις διατά­ξεις της υποπερίπτωσης στ΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Κώδικα, όπως αυτές συμπληρωθείσες ισχύουν. Τηρείται σε κινητά φύλλα, ή σε στέλεχος (μπλοκ) με δυ­νατότητα αποκοπής του κάθε δελτίου κίνησης. Το Δελτίο παραμένει επί του λεωφορείου σε όλη τη διάρκεια της εκδρομής ή της μεταφοράς προσώπων.

 

Ο τρόπος τήρησης του δελτίου κίνησης παρέ­χει τη δυνατότητα η όποια μεταβολή γίνει κατά τη διάρκεια της εκδρομής να αναγράφεται σε όλα τα αντίτυπα και όχι μόνο στο πρωτότυπο όπως συνέβαινε με το καταργηθέν δελτίο εκδρο­μών.

 

Διευκρινίζεται, ότι, όταν ο εκμεταλλευτής του­ριστικών λεωφορείων έχει περισσότερα από ένα λεωφορεία, δεν είναι απαραίτητο να έχει ιδιαίτε­ρη σειρά δελτίων κίνησης για κάθε λεωφορείο, αφού αυτά μπορεί να τηρούνται σε κινητά φύλ­λα. Επιτρέπεται όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 18 του Κώδικα, μετά από γνωστοποίηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας για την φορολογία Δ.Ο.Υ., η χρησιμο­ποίηση διαφορετικών σειρών, για κάθε λεωφο­ρείο, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο, από τον επιτηδευματία, για λόγους οργανωτικούς.

 

Μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς και σε εύλογο χρονικό διάστημα, όχι όμως πέραν των δεκαπέντε (15) ημερών, το πρώτο αντίτυπο του δελτίου κίνησης παραδίδεται στο πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου διενεργήθηκε η μεταφο­ρά. Όταν η μεταφορά γίνεται για ίδιο λογαρια­σμό ή για λογαριασμό γραφείου του εξωτερικού, είναι αυτονόητο, ότι το πρώτο αντίτυπο παραμέ­νει στον εκμεταλλευτή του τουριστικού λεωφορεί­ου και φυλάσσεται απ΄ αυτόν.

 

Το δεύτερο αντίτυπο του δελτίου, κάθε μετα­φοράς που έχει γίνει για λογαριασμό τρίτου επι­τηδευματία του εσωτερικού, αποστέλλεται με α­πόδειξη, συγκεντρωτικά για κάθε επιτηδευματία, στο χρόνο υποβολής των συγκεντρωτικών κατα­στάσεων του άρθρου 20 του Κώδικα, δηλαδή μέχρι την 25η Μαΐου του επόμενου έτους, στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλομένου επιτηδευματία.

 

Τονίζεται ότι δεν υποβάλλονται τα αντίτυπα των δελτίων κίνησης που έχουν εκδοθεί για συλ­λόγους, σωματεία, σχολεία κ.λπ. ή για ίδιο λογα­ριασμό ή για λογαριασμό γραφείου του εξωτερι­κού. Στην περίπτωση αυτή, το δεύτερο αντίτυπο παραμένει στον εκμεταλλευτή του λεωφορείου και φυλάσσεται απ΄ αυτόν.

 

Οι Προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. που παραλαμβάνουν τα αντίτυπα των δελτίων κίνησης, πρέπει να τα τοποθετούν στους οικείους φακέλους εισο­δήματος των επιτηδευματιών που αφορούν ή να τα αρχειοθετούν κατά τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε εύκολα να λαμβάνονται αυτά υπόψη από τους ελεγκτές της οικείας Δ.Ο.Υ., σε κάθε περίπτωση ελέγχου, για να γίνουν οι απαραίτητες ελεγκτι­κές επαληθεύσεις.

 

δ) Περιεχόμενο του δελτίου κίνη­σης

 

Στο δελτίο κίνησης αναγράφονται: η χρονολο­γία και η ώρα εκκίνησης του λεωφορείου με τετραψήφιο αριθμό, π.χ. 08.00, ο τόπος εκκίνη­σης, ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ο τόπος προορισμού (π.χ. Δελφοί), ο συνολικός α­ριθμός των ατόμων που μεταφέρονται καθώς και κάθε μεταβολή που γίνεται στη διάρκεια της εκ­δρομής. Όταν η μεταφορά ενεργείται για λογα­ριασμό τρίτου, αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του τρίτου, είτε πρόκειται για τουριστική επιχεί­ρηση είτε για συλλόγους, σωματεία, σχολεία κ.λπ.

 

Επίσης, όταν η μεταφορά γίνεται για ίδιο λο­γαριασμό, δηλαδή για λογαριασμό του εκμεταλ­λευτή του τουριστικού λεωφορείου στη θέση επί των δελτίων εκδρομών, αναγράφεται η ένδειξη «για ίδιο λογαριασμό».

 

Τέλος, στις περιπτώσεις πραγματοποίησης εκ­δρομών, αναγράφεται και η χρονική διάρκεια αυ­τών π.χ. ημερήσια εκδρομή στους Δελφούς, διή­μερη εκδρομή στη Βυτίνα - Ολυμπία.

 

ε) Μη έκδοση δελτίου

 

Κατ΄ εξαίρεση το δελτίο κίνησης δεν απαιτείται να εκδίδεται:

 

α) Σε περίπτωση που παραδίδονται στους επι­βάτες κατά την εκκίνηση του τουριστικού λεωφο­ρείου, θεωρημένες αποδείξεις παροχής υπηρε­σιών (π.χ. εκδρομές για θαλάσσια μπάνια) ή ό­ταν πραγματοποιούνται διαδρομές τύπου συγκοι­νωνίας από τους ιδιοκτήτες των τουριστικών λεωφορείων.

 

β)Σε περίπτωση μεταφοράς προσωπικού επι­χειρήσεων ή μαθητών σχολείων, εφόσον επί του τουριστικού λεωφορείου φέρεται θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. συμφωνητικό μεταφοράς. Από το συμφωνητικό αυτό πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια, οι παρεχόμενες υπηρεσίες, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή.

 

Επισημαίνεται ιδιαιτέρως ότι για τα συμφωνητι­κά μεταφοράς μαθητών, πρέπει να γίνεται έλεγ­χος του συμφωνηθέντος τιμήματος, γιατί συχνά παρατηρείται απόκρυψη ή υποτιμολόγηση των προσφερομένων υπηρεσιών κυρίως κατά τη με­ταφορά μαθητών σχολείων, όταν η συμφωνία γί­νεται απ΄ ευθείας από τους εκμεταλλευτές τουρι­στικών λεωφορείων, με τους συλλόγους γονέων.

 

γ) Διευκρινίζεται ότι σε περιπτώσεις μεταφο­ράς από ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, του προσω­πικού τους, από τα σπίτια τους στο χώρο εργα­σίας και αντίστροφα, με τουριστικά λεωφορεία που ανήκουν στην επιχείρηση ή εκμεταλλεύονται απ΄ αυτήν, δεν απαιτείται η έκδοση δελτίου κίνη­σης. Πρέπει, όμως, στις περιπτώσεις αυτές, προ­κειμένου να αποδεικνύεται η συγκεκριμένη μετα­φορά, να υποβάλλεται σχετική έγγραφη γνωστο­ποίηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., σε δύο αντίτυπα, ένα εκ των οποίων θεωρημένο από τη Δ.Ο.Υ., θα παραδίδεται στην επιχείρηση και θα αποτελεί συνοδευτικό της συγκεκριμένης μεταφοράς φε­ρόμενο επί τους λεωφορείου.

 

στ) Δελτίο κίνησης πολλαπλών διαδρομών

 

Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που διενεργού­νται επαναλαμβανόμενες μεταφορές προσώπων, για ίδιο λογαριασμό ή προς τον ίδιο πελάτη, επιτρέπεται, αντί να εκδίδεται ένα δελτίο κίνησης για κάθε διαδρομή, να εκδίδεται από τον εκμε­ταλλευτή του λεωφορείου ημερήσιο δελτίο κίνη­σης πολλαπλών διαδρομών, κατάλληλα γραμμο­γραφημένο. Για την έκδοση του δελτίου αυτού τίθεται απαραίτητη προϋπόθεση, ότι για κάθε διαδρομή αναγράφονται τα δεδομένα που ορίζο­νται από την παράγραφο 1 του άρθρου 13α΄ του Κώδικα.

 

ζ) Δελτία συμμετοχής

 

Όταν παρέχονται υπηρεσίες από τους εκμε­ταλλευτές τουριστικών ή ταξιδιωτικών γραφείων, σε πρόσωπα που έχουν προμηθευτεί δελτίο συμ­μετοχής σε εκδρομή ή περιήγηση από τρίτους όπως λόγου χάρη, τουρλίντερς, υπαλλήλους ξε­νοδοχείων κ.ά., για λογαριασμό τουριστικού ή ταξειδιωτικού γραφείου, μπορεί να μην εκδίδο­νται από τον εκμεταλλευτή του γραφείου αυτού οι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 1 του Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι εκδίδεται μία συγκεντρωτική απόδειξη παροχής υπηρεσιών για το σύνολο των δελτίων συμμετοχής της κάθε εκδρομής ή περιήγησης. Στη συγκεντρωτική αυτή απόδειξη αναγράφεται η εκδρομή ή η περιήγηση για την οποία εκδόθηκε, ο συνολικός αριθμός των δελτίων συμμετοχής καθώς και η συνολική αμοιβή, όπως αυτή προκύπτει από τα δελτία. Τα δελτία αυτά διαφυλάσσονται όπως και τα άλλα φορολογικά στοιχεία του άρθρου 21 του Κώδικα.

 

Τα ανωτέρω, ουσιαστικά ίσχυαν και με την πα­ράγραφο 3 της Α.Υ.Ο. 1023858/230/ΠΟΛ.1062/23.3.1990, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κα­ταργείται οπό 1.7.1994. Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται η υποχρέωση έκδοσης συγκεντρωτι­κής για κάθε εκδρομή απόδειξης παροχής υπη­ρεσιών και για το σύνολο των εκδοθέντων δελ­τίων συμμετοχής σε αντίθεση με τις προϊσχύου­σες όπου δεν υπήρχε υποχρέωση έκδοσης Α.Π.Υ. αλλά γινόταν σημείωση για τα έσοδα αυ­τά στο δελτίο εκδρομών.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΕΛΤΙΟΥ ΚΙΝΗΣΗΣ

 

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ...........................................................Νο ...............

 

ή ΕΠΩΝΥΜΙΑ..................................................................... ΣΕΙΡΑ..........

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ........................................................................................

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ..........................................................................................

 

Α.Φ.Μ...................................................................................................

 

Δ.Ο.Υ....................................................................................................

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ

 

Αριθμός Κυκλοφορίας Λεωφορείου:....................

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΛΑΤΗ

 

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ή ΕΠΩΝΥΜΙΑ ..................... ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ.................

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ .............................................................Α.Φ.Μ. .............Δ.Ο.Υ........

 

ΕΙΔΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ:................................................................................

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΊΑ ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ:.................................. ΩΡΑ ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ..........

 

ΤΟΠΟΣ ΕΚΚΙΝΗΣΗΣ:..............................................................................

 

ΤΟΠΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ:.............................................................................

 

ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΤΟΜΩΝ:..............................................................

 

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗΣ:............................................................................

 

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ...........................................................................................................

 

...........................................................................................................

 

...........................................................................................................

 

Παράγραφος 13 (Αποδείξεις αυτοπαράδοσης)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 αντικα­ταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο (πρόταση) του άρ­θρου 14 του Κώδικα.

 

Ειδικότερα, με τις διατάξεις που προΐσχυσαν παρέχονταν η δυνατότητα στους επιτηδευματίες, για πράξεις αυτοπαράδοσης αγαθών ή ιδιοχρησιμοποίησης υπηρεσιών, να εκδίδουν αντί της από­δειξης αυτής τιμολόγιο ή απόδειξη δα­πάνης εφόσον κατά την έκδοση τους αναγρά­φεται η ένδειξη «απόδειξη αυτοπαράδοσης».

 

Με τις νέες διατάξεις και για διευκόλυνση των συναλλαγών από 1.7.1994 μπορεί να εκδίδεται οποιοδήποτε στοιχείο αξίας, πέραν αυτών που περιοριστικά αναφέρονταν στο άρθρο 14 του Κώδικα, λόγου χάρη απόδειξη παροχής υπηρε­σιών, απόδειξη λιανικής πώλησης, φορτωτική κ.λπ. αρκεί να αναγράφεται ότι εκδίδεται ως στοιχείο αυτοπαράδοσης.

 

Παράγραφος 14 (χρόνος ενημέρωσης πρόσθε­των βιβλίων)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στίθενται, στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 17 του Κώδικα, νέες περιπτώσεις ιστ΄, ιζ΄, ικ΄ και ιθ΄ με τις οποίες ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης των πρόσθετων βιβλίων που ορίζο­νται με την παράγραφο 6 του άρθρου 43 του νόμου αυτού.

 

Αναλυτικότερα τα βιβλία αυτά ε­νημερώνονται:

 

α) Το βιβλίο εισερχομένων, που τηρείται από τα συνεργεία επισκευής και συντήρησης σκαφών θαλάσσης, με την είσοδο και την έξοδο του σκάφους.

 

β) Το βιβλίο πελατών, που τηρείται από τους φυσιοθεραπευτές, με την είσοδο του πελάτη στο χώρο εξέτασης ή παροχής συμβουλών.

 

γ) Το βιβλίο παραγγελιών, που τηρείται από τους κατασκευαστές προκατασκευασμένων οι­κιών, με τη λήψη της παραγγελίας.

 

δ) Το βιβλίο στάθμευσης σκαφών, που τηρείται από τους εκμεταλλευτές χώρου στάθμευσης σκαφών θαλάσσης, με την είσοδο και την έξοδο του σκάφους. Στην περίπτωση της διαρκούς πα­ροχής υπηρεσίας το βιβλίο δεν ενημερώνεται με την προσωρινή είσοδο ή έξοδο του σκάφους.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995

 

Παράγραφος 15 (χρόνος μεταφοράς δεδομένων υποκαταστήματος)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής δια­φοροποιείται ο χρόνος ενσωμάτωσης των δεδο­μένων του υποκαταστήματος στα μηχανογραφικά τηρούμενα βιβλία του κεντρικού, με βάση το η­μερολόγιο ταμιακών και συμψηφιστικών πράξεων ή το φύλλο ανάλυσης και ελέγχου. Έτσι, όταν το κεντρικό τηρεί τα βιβλία του μηχανογραφικά και το υποκατάστημα τηρεί ημερολόγιο ταμιακών και συμψηφιστικών πράξεων ή διπλότυπο φύλλο ανάλυσης και ελέγχου πρέπει το ένα αντίγραφο αυτών να περιέρχεται στο κεντρικό μέχρι την 15η ημέρα του επόμενου μήνα και μέσα στην ίδια προθεσμία, πρέπει να γίνει η σχετική ημερολογιακή εγγραφή στα ημερολόγια του κεντρικού, με τα δεδομένα του υποκαταστή­ματος.

 

Όταν τα ημερολόγια του κεντρικού τηρούνται χειρόγραφα, ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά) του ημερολογίου ταμιακών και συμψηφιστικών πράξεων ή του φύλλου ανάλυσης και ελέγχου του υποκαταστή­ματος, τα δεδομένα του υποκαταστήματος ενσω­ματώνονται στα βιβλία του κεντρικού μέχρι την 20ή ημέρα του επόμενου μήνα.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 16 (θεώρηση στοιχείων)

 

Με τις διατάξεις της ως άνω παραγράφου 16 αντικαταστάθηκαν οι υποπεριπτώσεις γ΄ και δ΄ της περίπτωσης Β΄ της παραγράφου 1 του άρ­θρου 19 και προστέθηκαν δύο νέες περιπτώσεις ε΄ και στ΄ σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η θεώρηση από 1.7.1994 και των παρακάτω φορο­λογικών στοιχείων, πλέον των ήδη θεωρουμένων.

 

1. α) Του τιμολογίου για αγορά αγροτικών προϊόντων.

 

β. Του τιμολογίου που εκδίδεται επί αρνήσεως έκδοσης τιμολογίου πώλησης ή παροχής υπηρε­σιών ή όταν εκδίδεται με ανακριβές περιεχόμενο.

 

γ) Του τιμολογίου που εκδίδεται για αγορά αγαθών από μη υπόχρεο σε έκδοση στοιχείων (ιδιώτη, συγγραφείς Δ.Υ., κ.λπ.).

 

Για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις (α, β, γ), το τιμολόγιο μπορεί να εκδίδεται από αθεώρητο στέλεχος, εφόσον έχει προηγηθεί η έκδοση άλ­λου θεωρημένου στοιχείου για την ίδια συναλλα­γή (Δελτίο Αποστολής, Απόδειξη ή Δελτίο ποσο­τικής παραλαβής).

 

2. Η απόδειξη λιανικής πώλησης που δεν εκδί­δεται με τη χρήση φ.τ.μ. (π.χ. λιανικές πωλήσεις από κυρίως χονδροπωλητές ή χονδροπωλητές, πωλήσεις επί πιστώσει με βιβλία τρίτης κατηγο­ρίας, ιδιωτικά τεχνικά έργα κ.λπ.).

 

3. Η απόδειξη ποσοτικής παραλαβής αγροτι­κών προϊόντων.

 

4. Τα δελτία κίνησης τουριστικών λεωφορείων.

 

Παλαιού τύπου ή μη εγκεκριμένες ταμιακές μηχανές

 

Ειδικά για τις παλαιού τύπου ή μη εγκεκριμέ­νες ταμιακές μηχανές διευκρινίζουμε τα εξής:

 

α) Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 43 (παρ. 16) και 66 (περίπτ. ιε) του ν. 2214/1994 (ΦΕΚ Α 75), από την 1.7.1994 επιβάλλεται η υποχρέωση θεώ­ρησης των Α.Λ.Π. σε κάθε περίπτω­ση εφόσον για την έκδοση τους δεν χρησιμο­ποιείται φ.τ.μ.

 

β) Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 27 (παρ. 1 και 6) του προαναφερόμενου νόμου (ν. 2214/94,οι κυρίως χονδροπωλητές, ε­κτός από την υποχρέωση θεώρησης των Α.Λ.Π., που θα εκδίδουν από 1.7.94, όπως πιο πάνω σημειώνεται, υπάγονται για τις λιανι­κές τους πωλήσεις και στην υπο­χρέωση χρήσης φορολογικών ταμια­κών μηχανών του ν. 1809/88, από 1.1.1995.

 

γ) Ακόμη υπενθυμίζουμε, ότι με την εγκύκλιο μας 1132791/1100/ΠΟΛ.1289/28.12.1992 είχε παρασχεθεί η δυνατότητα στους επιτη­δευματίες, που δεν υπάγονταν στην υποχρέωση χρησιμοποίησης φ.τ.μ. (κυρίως χονδροπωλητές και λοιποί εξαιρούμενοι του μέτρου υποχρεωτι­κής χρήσης φ.τ.μ.), να εκδίδουν, αντί α­θεώρητων χειρογράφων ή μηχανο­γραφικών Α.Λ.Π., αποδείξεις λιανι­κής πώλησης (όχι και Α.Π.Υ.) με μη φορολογικές ταμιακές μηχανές (πα­λαιού τύπου ταμιακές μηχανές κ.λπ.), για όσο χρόνο διαρκούσε η εξαίρεση τους (έκδοση α­θεώρητων Α.Λ.Π.).

 

Ενόψει των ανωτέρω και προκειμένου να παρασχεθεί ο αναγκαίος χρόνος εγκατάστασης και χρησιμοποίησης φ.τ.μ. χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία των επιχειρή­σεων, που ως κυρίως χονδροπωλήτριες χρησιμο­ποιούσαν μη φορολογικές ταμιακές μηχανές, πα­ρέχουμε τη δυνατότητα συνέχισης της χρησιμο­ποίησης των ταμιακών μηχανών αυτών παλαιού τύπου (μη εγκεκριμένες) για την έκδοση Α.Λ.Π. (όχι και Α.Π.Υ.), μέχρι 31.12.1994, με την προϋπόθεση ότι από 1η Ιου­λίου 1994 θα θεωρούνται στην αρ­μόδια Δ.Ο.Υ. οι χαρτοταινίες των ταμιακών μηχανών (μη εγκεκριμέ­νων) που χρησιμοποιούνται ως στελέχη κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο κεφάλαιο Γ της εγκυκλίου μας Σ. 2144/192/ΠΟΛ. 215/6.7.1987.

 

Εξαιρέσεις: Δεν θεωρούνται τα εισιτήρια των πλοίων, εφό­σον τα έσοδα από τη δραστηριότητα αυτή απαλ­λάσσονται από τον Φ.Π.Α, και στη φορολογία εισοδήματος φορολογούνται με ειδικό τρόπο (ν. 27/1975).

 

Σημειώνεται ότι, αντίστοιχη εξαίρεση υπήρχε και στην Α.Υ.Ο.Σ. 2605/166/ΠΟΛ.275/17.10.1988, η οποία καταργήθηκε από την 1.7.1992, με τις διατάξεις του νέου Κώδικα (π.δ. 186/92).

 

Τέλος, διευκρινίζεται ότι για το μεσοδιάστημα, δηλαδή, από 1.7.1992 μέχρι 1.7.1994, τα εισιτή­ρια πλοίων ήταν σε κάθε περίπτωση θεωρημένα.

 

Παράγραφος 17 (Υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιούνται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Κώδικα, που αναφέρονται στην υποβολή των τριπλοτύπων συγκεντρωτικών καταστάσεων για διασταύρωση, με απώτερο σκοπό την αποτελεσματικότερη λει­τουργία των διατάξεων αυτών, όπως και την ο­λοκλήρωση του μέτρου της πλήρους μηχανογρα­φικής διασταύρωσης των εκδιδομένων στοιχείων.

 

Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επέρχονται οι εξής μεταβολές:

 

α) Επεκτείνεται, από 1.1.1995, η υποχρέωση υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων και για τις περιπτώσεις αγοράς αναλωσίμων αγαθών, τα οποία με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, ήταν εκτός συναλλαγής. Όπως είναι γνωστό, με βάση τις υφιστάμενες διατάξεις, οι συγκεντρωτικές κα­ταστάσεις προμηθευτών περιλαμβάνουν τις αγο­ρές των εμπορευσίμων και των παγίων αγαθών. Ήδη, με τις νέες διατάξεις οι συγκεντρωτικές καταστάσεις προμηθευτών, του ημερολογιακού έ­τους 1995, που θα υποβληθούν μέχρι 25 Μαΐου 1996, θα περιλαμβάνουν τις αγορές όλων των αγαθών, δηλαδή των εμπορευσίμων, των αναλω­σίμων και των παγίων.

 

Ο δικαιολογητικός λόγος της επέκτασης της υποχρέωσης αυτής και σε άλλες συναλλαγές εί­ναι, αφενός μεν η διασταύρωση σημαντικού ύψους συναλλαγών με φορολογικό ενδιαφέρον και αφετέρου δε η σύγκριση στοιχείων που υποβάλ­λονται για τις ίδιες συναλλαγές από αγοραστές και πωλητές.

 

β) θεσπίζεται όριο απαλλαγής από την υπο­χρέωση υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων. Με βάση τις νέες διατάξεις από το ημερολογιακό έτος 1995, δεν θα συμπεριλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές συναλλαγές, που η αξία καθενός στοιχείου, που έχει εκδοθεί γι΄ αυτές, δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

 

Ο δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής είναι αφενός μεν η απαλλαγή των υπόχρεων, σε υποβολή στοιχείων, από τη σημαντική απασχόλη­ση που συνεπάγεται η καταχώρηση, στις συγκε­ντρωτικές καταστάσεις, μικροσυναλλαγών, όχι ι­διαίτερου ενδιαφέροντος σε πολλές περιπτώσεις, και αφετέρου ο περιορισμός του όγκου των δια­σταυρούμενων στοιχείων από το ΚΕ.Π.Υ.Ο.

 

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να διευ­κρινίσουμε ότι, ο ι συναλλαγές αυτές (κά­τω των 15.000 δρχ. δεν πρέπει να περι­λαμβάνονται, έστω και προαιρετι­κά, στις συγκεντρωτικές καταστά­σεις γιατί η ενδεχόμενη αναγραφή τους δεν εξυπηρετεί καμία σκοπιμότητα, αφού απαραίτητη προϋπόθεση στη διασταύρωση των στοιχείων α­ποτελεί η υποβολή τους από όλα τα συναλλασ­σόμενα πρόσωπα, για τα οποία όμως, σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές αυτές (κάτω των 15.000 δρχ.), δεν υφίσταται σχετική υποχρέωση.

 

γ) Υποχρεώνονται, από 1.1.1995, οι μεταφορείς και τα μεταφορικά γραφεία να υποβάλλουν συ­γκεντρωτικές καταστάσεις πελατών. Όπως είναι γνωστό, με βάση τις τροποποιούμενες διατάξεις (άρθρο 20 παρ. 6γ) οι επιτηδευματίες αυτοί (με­ταφορείς και μεταφορικά γραφεία) απαλλάσσο­νταν από την υποχρέωση υποβολής συγκεντρωτι­κών καταστάσεων για τις φορτωτικές. Ήδη, με τις νέες διατάξεις, με τις οποίες καταργείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 20, υποχρεώνονται οι εν λόγω επιτηδευματίες από το ημερολογιακό έτος 1995 να υποβάλλουν και συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995, δηλαδή οι υποχρεώσεις ή οι απαλ­λαγές που καθορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καταλαμβάνουν το ημερολο­γιακό έτος 1995. Επομένως για τις υποχρεώσεις του ημερολογιακού έτους 1994, σε ό,τι αφορά το άρθρο 20, θα εφαρμόζονται όσα ορίζουν οι ήδη ισχύουσες διατάξεις και όχι όσα ορίζουν οι νέες διατάξεις της παραγράφου αυτής (17).

 

Με την ευκαιρία κρίνεται σκόπιμο να διευκρινί­σουμε ορισμένα θέματα που αναφέρονται στην εφαρμογή του άρθρου 20 του Κώδικα. Έτσι, στις συγκεντρωτικές καταστάσεις:

 

α) Αναγράφεται, από 1.1.1995, η αξία του ε­σόδου ή της δαπάνης πάντοτε χωρίς Φ.Π.Α., α­κόμη και στην περίπτωση που ο Φ.Π.Α, δεν εκπί­πτεται από τον αγοραστή, σε αντίθεση με όσα διευκρινίζονταν στην παράγραφο 20.4 περίπτωση ε΄ της ερμηνευτικής εγκυκλίου 3/1992.

 

β) Αναγράφεται, από 1.1.1995, η καθαρή αξία των τιμολογίων, πριν από οποιοδήποτε φόρο ή τέλος, έτσι ώστε να υπάρχει συμφωνία των συ­γκεντρωτικών καταστάσεων προμηθευτή και πε­λάτη.

 

γ) Αναγράφεται, από 1.1.1995, ο συνολικός α­ριθμός των στοιχείων που εξέδωσε ή έλαβε, α­ντίστοιχα, ο υπόχρεος, δηλαδή χρεωστικά συν πιστωτικά.

 

δ) Δεν συμπεριλαμβάνονται οι λιανικές πωλή­σεις ακόμη και εάν εκδοθεί τιμολόγιο προς ιδιώ­τη. Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί τέτοιο τιμο­λόγιο, για λόγους συμφωνίας, μπορεί να ανα­γράφεται στο τέλος της συγκεντρωτικής κατά­στασης, όχι όμως με τις συναλλαγές του Δημο­σίου και των λοιπών προσώπων μη κερδοσκοπι­κού χαρακτήρα.

 

ε) Δεν συμπεριλαμβάνονται, από 1.1.1995, στις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμη­θευτών, κατ΄ εξαίρεση των διατάξεων της παρα­γράφου 1 του άρθρου 20, όπως ισχύουν, το ηλεκτρικό ρεύμα (ΔΕΗ), νερό (ΕΥΔΑΠ και λοιποί δημοσίου χαρακτήρα φορείς), τηλεπικοινωνίες (μόνο ΟΤΕ), ταχυδρομικά τέλη (ΕΛ.ΤΑ.), φορτωτι­κές Ο.Σ.Ε., αποδείξεις ΚΤΕΛ, συνδρομές σε εφη­μερίδες και περιοδικά - επαγγελματικές οργανώ­σεις, κοινόχρηστες δαπάνες, ενοίκια ακινήτων, πάρκινγκ επαγγελματικών αυτοκινήτων, διόδια, έ­ξοδα κίνησης προσωπικού και εισιτήρια μεταφο­ρικών μέσων.

 

Επίσης, δεν θα υποβάλλονται στοιχεία για τα τιμολόγια αγοράς αγαθών από μη υπόχρεους σε έκδοση στοιχείων (π.χ. Δημόσιοι Υπάλληλοι) κα­θώς και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς πρό­σωπα που αρνήθηκαν να εκδώσουν τιμολόγιο ή εξέδωσαν τιμολόγιο με ανακριβές περιεχόμενο, δεδομένου ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το πρωτότυπο του τιμολογίου αποστέλλεται, ε­ντός του επομένου από την έκδοση του μήνα, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 12 του Κώδικα.

 

στ) θα σημειώνεται, από 1.1.1995, ο αριθμός ένα «1» στη θέση του επαγγέλματος μόνο όταν ο αντισυμβαλλόμενος δεν είναι υπόχρεος σε υ­ποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων.

 

Είναι γνωστό ότι οι αγρότες δεν έχουν υπο­χρέωση υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων για τις αγορές ή πωλήσεις που πραγματοποιούν, καθώς και οι περιστασιακά απασχολούμενοι και γενικά τα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ως μη επιτηδευματίες και λαμβάνουν την αμοιβή τους, με απόδειξη δαπάνης, σύμφωνα με όσα ορίζο­νται στο άρθρο 15 του Κώδικα. Έτσι είναι απα­ραίτητο να διακρίνονται στις συγκεντρωτικές κα­ταστάσεις, τα πρόσωπα αυτά από τους λοιπούς υπόχρεους υποβολής συγκεντρωτικών καταστά­σεων, με τις οποίες επιδιώκεται η διασταύρωση των επαγγελματικών συναλλαγών των αντισυμ­βαλλομένων.

 

Στις λοιπές περιπτώσεις η θέση του επαγγέλ­ματος να παραμένει κενή, δεδομένου ότι η μη­χανογραφική διασταύρωση γίνεται με τη χρήση ­του Α.Φ.Μ. και της επωνυμίας, η δε αναγραφή του επαγγέλματος δεν εξυπηρετεί κάποιο ιδιαίτε­ρο σκοπό. `Αλλωστε το επάγγελμα προκύπτει και από τα στοιχεία του επιτηδευματία τα οποία εί­ναι καταχωρημένα στα αρχεία. Επιτρέπεται, όσοι από τους αντισυμβαλλόμενους δεν είναι υπόχρεοι υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων, να ανα­γράφονται αλφαβητικά στο τέλος των αντίστοι­χων συγκεντρωτικών καταστάσεων.

 

ζ) Οι περιγραφές των RECORDS, όπως αυτές αναγράφονται στην παράγραφο 20.6.1 της Ερμη­νευτικής Εγκυκλίου 3/1992, τροποποιούνται για τις συγκεντρωτικές καταστάσεις του ημερολογια­κού έτους 1995 και στο εξής, ως ακολούθως:

 

Στα στοιχεία πωλήσεων

 

γ1) Αναλυτική γραμμή πωλήσεων (κατά πε­λάτη).

 

Η θέση έξι (6) διαμορφώνεται:

 

6. Επάγγελμα 43 - 57 Χ (15).

 

6α. Μη υπόχρεοι σε υποβολή συγκεντρωτικής κατάστασης (αγρότες) 58 - 58 Χ

 

Στα στοιχεία αγορών

 

δ1) Αναλυτική γραμμή αγορών - δαπανών (κα­τά προμηθευτή)

 

Η θέση έξι (6) διαμορφώνεται:

 

6. Επάγγελμα 43-57 Χ (15)

 

6α. Μη υπόχρεοι σε υποβολή συγκεντρωτικής κατάστασης (αγρότες περιστασιακά απασχολού­μενοι) 58-58 Χ

 

Παρατήρηση: Η θέση 6α συμπληρώνεται με τον αριθμό ένα «1» μόνο όταν ο αντισυμβαλ­λόμενος δεν είναι υπόχρεος σε υποβολή συγκε­ντρωτικής κατάστασης, όπως συμβαίνει στις αγο­ρές ή πωλήσεις προς και από τους αγρότες ή με τις καταβολές αμοιβών σε περιστασιακά απα­σχολούμενους (αποδείξεις δαπανών). Στις λοιπές περιπτώσεις η θέση αυτή παραμένει κενή.

 

η) Από τη Διοίκηση έχει γίνει δεκτό ότι συγκε­ντρωτικές καταστάσεις μπορεί να μην υποβάλλο­νται όταν έχουν γίνει μόνο συναλλαγές με πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Κώδικα (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.). Η θέση αυτή παύει να ισχύει και από το ημερολογια­κό έτος 1995 και στο εξής θα υποβάλ­λονται οι συγκεντρωτικές καταστάσεις, έστω και εάν έχουν γίνει συναλλαγές μόνο με το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και λοιπά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πρόσωπα.

 

θ) Διευκρινίζεται ότι οι αντιπρόσωποι οίκων ε­ξωτερικού για την προμήθεια που εισπράττουν, μέσω τραπέζης, από αλλοδαπούς επιτηδευματίες, δεν υποχρεούνται σε υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων για τις συναλλαγές αυτές. Κάθε αντίθετη, προηγούμενη θέση μας, ανακαλείται. (Η ρύθμιση αυτή καλύπτει και τις συναλλαγές του έτους 1994).

 

ι) Τέλος σημειώνεται ότι η παράγραφος 20.9 της ερμηνευτικής εγκυκλίου 3/1992 εξακολουθεί να ισχύει. Δηλαδή συγκεντρωτικές καταστάσεις δεν υποβάλλονται για τα μερίσματα που καταβάλλει ή πιστώνει η ανώνυμη εταιρία, καθώς και για τις αμοιβές του Διοικητικού της Συμβουλίου, εφόσον ο φόρος υπολογίζεται στο εισόδημα του νομικού προσώπου και εξαντλείται η φορολογική υπο­χρέωση των δικαιούχων. Τα παραπάνω ισχύουν και για τα διανεμόμενα κέρδη αμοιβαίων κεφαλαίων εφόσον συντρέχουν οι ίδιες προϋπο­θέσεις.

 

Παράγραφος 18 (Δυνατότητα μη εκτύπωσης βι­βλίου αποθήκης και αναλυτικών καθολικών)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε στο τέλος της παραγράφου του άρθρου 24 νέο εδάφιο με το οποίο δίνεται η δυνατότητα στον επιτηδευματία να μην εκτυπώνει στο τέλος της χρήσης τα αναλυτικά καθολικά καθώς και το βιβλίο αποθήκης στην περίπτωση που κάθε μήνα εκτυπώνονται θεωρημένες μηνιαίες καταστάσεις. Προϋπόθεση για τη μη εκτύπωση στο τέλος της χρήσης των αναλυτικών καθολικών και του βι­βλίου αποθήκης είναι να φυλάσσονται τα ηλε­κτρομαγνητικά μέσα απομνημόνευσης των δεδο­μένων αυτών και να υπάρχει η δυνατότητα εκτύ­πωσης όλων ή ορισμένων λογαριασμών του ανα­λυτικού καθολικού ή των μερίδων του βιβλίου αποθήκης, εντός τριών ημερών από τότε που θα ζητηθούν από τον φορολογικό έλεγχο.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994

 

Παράγραφος 19 (Χρόνος εκτύπωσης βιβλίων υποκαταστήματος)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε η περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 24 και ορίζεται ο χρόνος εκτύπω­σης του ημερολογίου ταμιακών και συμψηφιστι­κών πράξεων ή του φύλλου ανάλυσης και ελέγ­χου εντός των πρώτων δεκαπέντε ημερών του επόμενου μήνα, αντί των 20 ημερών που ορίζο­νταν με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 20 (Χρήση κεντρικής μονάδας Η/Υ)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 24 και δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους επιτηδευματίες να κάνουν χρήση κε­ντρικής μονάδας Η/Υ, μόνο με απλή γνω­στοποίηση στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης της κεντρικής μονάδας, ενώ, με τις τροποποιού­μενες διατάξεις του Κώδικα, απαιτείτο έγκριση εάν η κεντρική μονάδα ήταν σε τόπο εκτός της χωρικής αρμοδιότητας ή επρόκειτο για Α.Ε. με έδρα το νομό Αττικής ή Θεσσαλονίκης.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994

 

Παράγραφος 21 (Εκτύπωση βιβλίων ή κατάστα­σης από ενιαίο έντυπο)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε στο τέλος της παραγράφου 1 του άρ­θρου 25 νέο εδάφιο και δίνεται η δυνατότητα στον επιτηδευματία να εκτυπώνει μεταγενέστερα από το ήδη θεωρημένο ενιαίο έντυπο νέο βιβλίο ή κατάσταση για το οποίο δεν είχε δηλωθεί η θεώρηση του με το αρχικό σημείωμα θεώρησης. Η δυνατότητα αυτή δίνεται με την προϋπόθεση ότι ο επιτηδευματίας θα γνωστοποιήσει στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. την εκτύπωση του νέου βιβλίου ή της κατάστασης από το ενιαίο έντυπο πριν από το χρόνο της εκτύπωσης του. Για πα­ράδειγμα επιτηδευματίας που έχει θεωρήσει ε­νιαίο έντυπο για την εκτύπωση του ημερολογίου διαφόρων πράξεων, του ημερολογίου ταμείου και του γενικού καθολικού δηλώνει την 30.5.1994 ότι από αυτό θα εκτυπώνει και το ημερολόγιο πωλή­σεων και το ημερολόγιο αγορών για το μήνα Απρίλιο και μετά.

 

Σημειώνεται ότι η δυνατότητα, που δίνεται με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, ίσχυε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Κώδικα, για τα στοιχεία από 1.7.1992.

 

Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που μεταγε­νέστερα από την θεώρηση του ενιαίου εντύπου δηλώνεται η εκτύπωση νέου βιβλίου ή κατάστα­σης από το ήδη θεωρημένο και χαρτοσημασμένο έντυπο δεν χρειάζεται νέα χαρτοσήμανση του ε­νιαίου εντύπου για το βιβλίο ή την κατάσταση που προστίθεται, δεδομένου ότι, όπως διευκρινί­ζεται στην παράγραφο 25.1.1. της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Κώδικα (3/1992) το ενιαίο έντυπο χαρτοσημαίνεται με πάγιο τέλος χαρτοσήμου 50 δρχ. ανά εκατό φύλλα, ανεξάρτητα από τον α­ριθμό των βιβλίων ή των καταστάσεων και τις σελίδες κάθε βιβλίου ή κατάστασης που θα ε­κτυπωθούν από αυτό.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 22 (Δικαίωμα υπογραφής ισολογισμού και λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσης επιχειρήσεων).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικα­ταστάθηκαν το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 29, που αναφέρονταν στο δικαίωμα υπογραφής του ισολογισμού και του λογαριασμού των αποτελεσμάτων χρήσης της επι­χείρησης με ακαθάριστα έσοδα πάνω από εκατόν ογδόντα εκατομμύρια (180.000.000) δραχμές.

 

Με τις διατάξεις αυτές ουσιαστικά επέρχονται οι εξής μεταβολές:

 

α) Παρέχεται το δικαίωμα και στους πτυχιού­χους του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Πάντειου Πανεπιστημίου Πολιτικών και Κοινωνικών Ε­πιστημών, να υπογράφουν τους ισολογισμούς και τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων χρήσης των επιχειρήσεων με ακαθάριστα έσοδα πάνω από εκατόν ογδόντα εκατομμύρια(180.000.000)δραχμές. Αναγκαία προϋπόθεση, για την υπογραφή των ισο­λογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσης των επιχειρήσεων, από τους πτυχιούχους αυτούς αποτελεί η εγγραφή τους στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την άσκηση του οικονομολογικού ε­παγγέλματος. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα αυτό, (της υπογραφής ισολογισμού) στους εν λόγω πτυ­χιούχους δεν παρέχεται για πρώτη φορά, είχε θε­σμοθετηθεί και με τις διατάξεις του Π.Δ. 356/1986 (άρθρο 11 παρ. 5), δηλαδή από 1.1.1987 μέχρι 30.6.1992.

 

β) Τίθεται ως προϋπόθεση, για την υπογραφή των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελε­σμάτων χρήσης των επιχειρήσεων, για τους πτυ­χιούχους των τμημάτων των Τεχνολογικών Εκπαι­δευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), η χορήγηση σχετικής άδειας, από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας.

 

Έτσι απαιτείται η χορήγηση της άδειας αυτής τόσο για τους πτυχιούχους του Τμήματος Λογιστι­κής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι. (για ισολογισμούς και λογαριασμούς αποτε­λεσμάτων χρήσης πάνω από 180.000.000 δρχ.), για πτυχιούχους δηλαδή που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 29, όσο και για τους πτυχιούχους των τμημάτων Ε­μπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων και Τουριστικών Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκη­σης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι. (για ισολογισμούς και λογαριασμούς αποτελεσμάτων χρήσης από 180.000.000δραχμές μέχρι350.000.000 δραχμές), για πτυχιούχους δηλαδή που προσδιορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 29.

 

γ) Επίσης, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 29, ρητά πλέον και με ειδική περί­πτωση β, για τα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, που έ­χουν δικαίωμα υπογραφής ισολογισμών και λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσης των επιχειρήσεων (δηλαδή οι έχοντες άδεια άσκησης Οικονομικού Επαγγέλματος, πτυχιούχοι του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και πτυχιούχοι του τμή­ματος Λογιστικής της Σχολής της Διοίκησης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι.), τίθεται ως προϋπόθεση, για την άσκηση αυτού του δικαιώματος, η πενταετής, τουλάχιστο, συναφής προϋπηρεσία, μετά τη λήψη του πτυχίου, σε λογιστικοοικονομικό κλάδο του δη­μόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Είναι γνωστό ότι, στην ερμηνευτική εγκύκλιο 3/1992, διευκρινίζονταν, ότι η προηγούμενη προϋπόθεση του απαιτούμενου δηλαδή χρόνου για την υπογραφή των ισολογι­σμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρή­σης των επιχειρήσεων, ήταν απαραίτητη για όλα τα πρόσωπα που αναφέρονταν στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3. Στην πράξη όμως προέκυψε θέμα ερμηνείας εάν η προϋπόθεση αυτή συνέτρε­χε, πέραν των πτυχιούχων του τμήματος Λογιστι­κής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τ.Ε.Ι. και για τους έχοντες άδεια άσκησης Οικονο­μολογικού Επαγγέλματος. Έτσι προς άρση της αμφιβολίας αυτής τέθηκε η ρητή προαναφερθείσα περίπτωση β΄.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 23 (Ανεπάρκεια βιβλίων Γ΄ κατηγο­ρίας).

 

Με την παράγραφο αυτή αντικαταστάθηκε η πε­ρίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 30, που αναφέρεται στην ανεπάρκεια των βιβλίων και στοιχείων της τρίτης κατηγορίας σε περιπτώσεις μη τήρησης ή μη διαφύλαξης ορισμένων βιβλίων. Έτσι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, περίπτωση ανεπάρκειας, σε βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία της τρίτης κατηγορίας, αποτελείται:

 

α) Η μη τήρηση ή μη διαφύλαξη του βιβλίου παραγωγής-κοστολογίου και του βιβλίου τεχνικών προδιαγραφών και β) Η μη τήρηση ή μη διαφύλα­ξη μόνο των πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 1 του κώδικα. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με την ισχύουσα διά­ταξη περίπτωση ανεπάρκειας ήταν η μη τήρηση ή η μη διαφύλαξη των πρόσθετων βιβλίων του άρθρου 10 του κώδικα. Ήδη με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ως ανεπάρκεια των βι­βλίων και στοιχείων του επιτηδευματία της τρίτης κατηγορίας οριοθετείται η μη τήρηση και η μη διαφύλαξη μόνο των πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 1 του άρθρου 10, δηλαδή του βι­βλίου ή του διπλότυπου δελτίου ποσοτικής παρα­λαβής, που υποχρεούται να τηρεί ο επιτηδευμα­τίας σε περίπτωση που παραλαμβάνει εμπορεύσι­μα αγαθά χωρίς συνοδευτικό στοιχείο, όπως και του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής που υποχρεώ­νονται να τηρούν οι επισκευαστές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, που καθιερώνεται με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι η μη τήρηση η η μη διαφύλαξη των πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 5 του άρθρου 10, ύστερα από τις διατάξεις της παραγράφου 24, αποτελεί ανακρί­βεια, όπως ειδικότερα αναφέρουμε στην επόμενη παράγραφο μας,

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995

 

Παράγραφος 24 (Ανακρίβεια βιβλίων Γ κατηγο­ρίας).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκαν, στην παράγραφο 4 του άρθρου 30, περιπτώσεις δ΄ και ε΄ και οριοθετούνται νέες πε­ριπτώσεις ανακρίβειας των βιβλίων και στοιχείων της τρίτης κατηγορίας. Έτσι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής περίπτωση ανακρίβειας, σε βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία της τρί­της κατηγορίας, αποτελεί και: α) Η μη εμφάνιση της πραγματικής κατάστασης της επιχείρησης. Συμφωνά με τις αρχές της λογιστικής η επιχεί­ρηση πρέπει, σε οποιαδήποτε στιγμή, να εμφανί­ζει την πραγματική κατάσταση της. Στην έννοια της πραγματικής κατάστασης περιλαμβάνεται η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, δηλαδή τα στοιχεία του ενεργητικού, του παθητικού και το οικονομικό αποτέλεσμα, όπως αυτή εμφανίζε­ται στα βιβλία ή στα στοιχεία της επιχείρησης. Η μη εμφάνιση της πραγματικής κατάστασης της επιχείρησης αποτελεί, κατά πάγια δικαστηριακή νομολογία (ΣΤΕ. 6-10/1969), λόγο απόρριψης των βιβλίων. Πρέπει να σημειώσουμε ότι με τις τροποποιούμενες διατάξεις, στις περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις εμφάνιζαν πιστωτικό ταμείο ή πι­στωτική αποθήκη (ελλείμματα) η αμφισβήτηση του κύρους των βιβλίων, καθίστατο δυσχερής, ενώ συμφωνά με πάγια δικαστηριακή νομολογία (ΣΤΕ 3185/1980) η εμφάνιση πιστωτικού ταμείου αποτελεί σοβαρή ανακρίβεια.

 

Ήδη, με τις νέες διατάξεις, μπορούμε να πού­με ότι καλύπτεται νομοθετικά το κενό που υπήρ­χε στις διατάξεις του Κώδικα.

 

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να διευ­κρινίσουμε ότι στην παραπάνω περίπτωση, (της μη εμφάνισης της πραγματικής κατάστασης), για να κριθούν τα βιβλία και τα στοιχεία της τρίτης κατηγορίας ως ανακριβή και να συνεπάγονται εξωλογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων θα πρέπει να συντρέχουν και οι λοιπές προϋπο­θέσεις που ορίζουν οι διατάξεις της παραγρά­φου 4 του άρθρου 30. Δηλαδή οι πράξεις ή οι παραλείψεις να είναι μεγάλης έκτασης σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη των βιβλίων ώστε να τα επηρεάζουν σημαντικά ή να οφείλονται σε πρό­θεση του υπόχρεου για απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερες διευκρινίσεις, για τις προϋπο­θέσεις αυτές, δόθηκαν με την εγκύκλιο μας 3/ 1992 στην παράγραφο 30.4., στην οποία και πα­ραπέμπουμε.

 

Επίσης, περίπτωση ανακρίβειας αποτελεί και:

 

β) Η μη τήρηση των πρόσθετων βιβλίων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Κώδικα () και η μη τήρηση του βιβλίου της παραγράφου 11 του άρθρου 64 του ν. 2065/1992, ήτοι:

 

— Του βιβλίου κίνησης πελατών (πόρτας) (άρ­θρο 10 παρ. 5 περίπτωση α΄)

 

— Του βιβλίου μητρώου μαθητών (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση β΄)

 

— Του βιβλίου εισόδου-εξόδου ασθενών (άρ­θρο 10 παρ. 5 περίπτωση γ΄, υποπερίπτωση γα΄)

 

— Του βιβλίου ασθενών (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση γ΄, υποπερίπτωση γβ΄)

 

— Του βιβλίου μεριδολογίου γιατρών φυσικών προσώπων (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση γ΄, υπο­περίπτωση γγ΄)

 

— Του βιβλίου επίσκεψης ασθενών (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση δ΄)

 

— Του βιβλίου πελατών (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση ε΄)

 

— Του βιβλίου εκπαιδευομένων οδηγών (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση στ΄)

 

— Του βιβλίου πρέσας (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση ζ΄)

 

— Του βιβλίου αποθήκευσης (άρθρο 10 παρ. 5 περίπτωση η΄)

 

— Του βιβλίου στάθμευσης αυτοκινήτων (περί­πτωση θ΄)

 

— Του βιβλίου εισερχομένων αυτοκινήτων (πε­ρίπτωση ι΄)

 

— Του βιβλίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων κ.λπ. (περίπτωση ια΄)

 

— Του βιβλίου διάθεσης λαχείων (περίπτωση ιβ΄)

 

— Του βιβλίου εισερχομένων σκαφών (περί­πτωση ιγ΄)

 

— Του βιβλίου πελατών, φυσιοθεραπευτών (πε­ρίπτωση ιδ΄)

 

— Του βιβλίου παραγγελιών προκατασκευασμέ­νων οικιών (περίπτωση ιε΄)

 

— Του βιβλίου στάθμευσης σκαφών (περίπτω­ση ιστ΄)

 

— Του βιβλίου επίσκεψης ασθενών των ιατρών (άρθρο 64 παρ. 11 και 12 Ν. 2065/1992, Α.Υ.Ο. 1089300/720/ΠΟΛ 1191/17.9.1992, ΦΕΚ Β΄ 575).

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995.

 

Παράγραφος 25 (Σύνθεση Επιτροπής κρίσης βιβλίων ως ανεπαρκών ή ανακριβών),

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αλλά­ζει η σύνθεση της Επιτροπής της παραγράφου 5 του άρθρου 30 του Κώδικα, που κρίνει το κύρος των βιβλίων και στοιχείων των επιτηδευματιών της τρίτης κατηγορίας. Έτσι, με τις νέες διατάξεις, πέραν του Προέδρου (δηλαδή του Προϊστα­μένου της Διεύθυνσης Επιθεώρησης και Συντονι­σμού Δ.Ο.Υ. ή των Φορολογικών Προϊσταμένων των Δ/νσεων του Υπουργείου Οικονομικών για το νομό Αττικής) και του μέλους (δηλαδή του εκ­προσώπου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επι­μελητηρίου), συμμετέχει ως έτερο μέλος ένας Επιθεωρητής Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών που εποπτεύει Δ.Ο.Υ., η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια περιφέρεια διοικήσεως, αντί της μέχρι σήμερα συμμετοχής του ορκωτού λογιστή του Σώματος Ορκωτών Λογιστών (τώρα Σώμα Ορκω­τών Ελεγκτών).

 

Η διάταξη αυτή ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυ­βερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 26 (Κατάργηση διατάξεων, αναφο­ρικά με τη σύνθεση Επιτροπής κρίσης βιβλίων ως ανεπαρκών ή ανακριβών).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής κα­ταργούνται τα εδάφια που αναφέρονταν στην α­ναπλήρωση του Ορκωτού λογιστή του Σ.Ο.Λ., δηλαδή της συμμετοχής του καθηγητή της λογι­στικής των Τ.Ε.Ι. ή τον εκπρόσωπο του Οικονομι­κού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

 

Η κατάργηση των εδαφίων αυτών κρίθηκε ανα­γκαία μετά την κατάργηση της συμμετοχής του Ορκωτού λογιστή του Σ.Ο.Λ. ως μέλους της Επι­τροπής που κρίνει το κύρος των βιβλίων και στοιχείων των Επιτηδευματιών της τρίτης κατηγο­ρίας, ως συναφείς διατάξεις με αυτές της προη­γούμενης παραγράφου 25.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 27 (Ανακρίβεια βιβλίων Β΄ κατη­γορίας).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής οριο­θετείται νέα περίπτωση ανακρίβειας των βιβλίων και στοιχείων της δεύτερης κατηγορίας. Έτσι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής περίπτωση ανακρίβειας, σε βιβλία και στοιχεία του επιτηδευ­ματία της δεύτερης κατηγορίας, αποτελεί και η μη τήρηση των πρόσθετων βιβλίων της παραγρά­φου 5 του άρθρου 10 του Κώδικα, όπως και η μη τήρηση του βιβλίου της παραγράφου 11 του άρθρου 64 του Ν. 2065/1992. Όσα παρατέθηκαν παραπάνω, στην παράγραφο μας 24, για την μη τήρηση των πρόσθετων αυτών βιβλίων, ισχύουν και στην περίπτωση αυτή.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995.

 

Παράγραφος 28 (Μη επιβολή προστίμου).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στίθεται νέα παράγραφος 6 του άρθρου 32 του Κ.Β.Σ. ()

 

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, οι οποίες ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου (11.5.1994), ορίζεται ρητά ότι δεν επι­βάλλεται πρόστιμο για περιπτώσεις εκ παραδρομής έκδοσης στοιχείων, χωρίς τή­ρηση της ενιαίας αρίθμησης, εφόσον τα εκδοθέ­ντα στοιχεία έχουν εμπρόθεσμα καταχωρη­θεί στα τηρούμενα βιβλία και ο φορολογούμενος δηλώσει το γεγονός εγγράφως στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., πριν από οποιοδήποτε φορο­λογικό έλεγχο.

 

Η ρύθμιση αστή αποσκοπεί στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογούσας αρχής και φορολογουμένων με την μη επιβολή κυρώσεων για μικροπαρατυπίες, που οφείλονται σε παραδρομή ή συγγνωστή πλάνη.

 

Διευκρινίζεται δε ότι και για περιπτώσεις έκδο­σης φορολογικών στοιχείων, χωρίς τήρηση της ενιαίας αρίθμησης, που ανάγονται στο προ της 11.5.1994 χρονικό διάστη­μα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προαναφέρονται (εκ παραδρομής έκδοση κατα­χώρηση εμπροθέσμως στα βιβλία, έγγραφη δή­λωση), κρίνεται σκόπιμο να μη επιβάλλονται πρό­στιμα, ενόψει του σκοπού που εξυπηρετεί η συ­γκεκριμένη διάταξη.

 

Παράγραφος 29 (Η μη έκδοση κάθε στοιχείου του Κ.Β.Σ. αποτελεί αυτοτελή παράβαση).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καθίσταται η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται από άποψη επιβολής διοικητικών κυρώσεων με τον ίδιο τρόπο ίδιες περιπτώσεις, θεωρούμενες πλέον (από 11.5.1994), ως αυτοτελείς παραβά­σεις όλες οι περιπτώσεις μη έκδοσης στοιχείων του Κ.Β.Σ. και όχι μόνο ορισμένες, όπως ίσχυε με βάση τις αντικατασταθείσες διατάξεις.

 

Ειδικότερα, με βάση τις προισχύσασες διατάξεις για το χρονικό διάστημα 1.7.1992 έως 11.5.1994 αυτοτελές πρόστιμο επιβάλλονταν για τη μη έκδοση των εξής στοιχείων.

 

α. Καθενός τιμολογίου

 

β. Καθενός δελτίου αποστολής

 

γ. Καθεμιάς απόδειξης λιανικής πώλησης

 

δ. Καθεμιάς απόδειξης παροχής υπηρεσιών

 

ε. Καθενός στοιχείου αυτοπαράδοσης

 

στ. Καθενός άλλου στοιχείου εσόδου. Έτσι με βάση τις προισχύσασες δια­τάξεις και για το χρονικό διάστημα που αυτές ίσχυαν (1.7.1992 έως 11.5.1994) υπήρχαν περι­πτώσεις μη έκδοσης στοιχείων, τα οποία δεν κα­ταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 33 παράγραφος 1α του Κώδικα και εθεωρούντο ως μια παράβαση (όχι αυτοτελείς) ανεξάρτητα από το πλήθος των μη εκδοθέντων στοιχείων (π.χ. μη έκδοση στοιχείων εσωτερικής διακίνησης, μη έκ­δοση αποδείξεων δαπανών κ.λπ.).

 

Με βάση όμως τις διατάξεις του άρθρου 33 παραγράφου 1α του Κώδικα, όπως αυτές ι­σχύουν, μετά την τροποποίηση τους με τις δια­τάξεις του άρθρου 43 παρ. 29 του Ν. 2214/94, ήτοι από 11.5.1994, θεωρείται ως αυτοτελής παράβαση η μη έκδοση οποιουδήποτε στοιχείου, που ορίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα ή άλλων νομοθετη­μάτων που τροποποιούν και συμπληρώνουν αυ­τόν (νόμοι, Π.Δ/τα ή υπουργικές αποφάσεις).

 

Με τον τρόπο αυτό καθολικά και χωρίς εξαι­ρέσεις αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα όλες οι πε­ριπτώσεις μη έκδοσης στοιχείων από άποψη επι­βολής προστίμων του Κώδικα.

 

Παράγραφος 30 (Κατάρτιση διάταξης, αναφο­ρικά με το πρόστιμο, σε μη καταχώρηση καθε­νός αριθμού λαχείου στο βιβλίο διάθεσης λα­χείων).

 

Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της πα­ραγράφου αυτής καταργείται το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρ­θρου 33, που αναφέρεται στο επιβαλλόμενο πρό­στιμο σε μη καταχώρηση καθενός αριθμού λα­χείου στο βιβλίο διάθεσης λαχείων. Με βάση τις μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, διατάξεις σε περίπτωση μη καταχώρησης καθενός αριθμού λαχείου στο βιβλίο διάθεσης λαχείων επιβάλλετο πρόστιμο για κάθε αριθμό λαχείου, που δεν κα­ταχωρήθηκε, που σε κάθε περίπτωση ήτο ίσο με το ανώτατο όριο που προβλέπεται ανάλογα με την κατηγορία τήρησης βιβλίων και μάλιστα, χω­ρίς δυνατότητα συμβιβασμού από τον προϊστάμε­νο της Δ.Ο.Υ. Έτσι, στην πράξη παρουσιάστηκαν ακραίες και εξωπραγματικές περιπτώσεις επιβο­λής προστίμων σε μη ενημερώσεις (καταχωρή­σεις) του βιβλίου διάθεσης λαχείων. Ήδη μετά την κατάργηση του παραπάνω σχετικού εδαφίου εκλογικεύονται οι ακρότητες αυτές και σε περι­πτώσεις μη καταχώρησης καθενός αριθμού λα­χείου επιβάλλεται πλέον πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32.

 

Για παράδειγμα επιτηδευματίας της δεύτερης κατηγορίας που δεν είχε καταχωρήσει 20 λαχεία στο βιβλίο διάθεσης λαχείων θα επιβάλλετο πρό­στιμο:

 

Με τις προηγούμενες διατάξεις

 

 

Με τις νέες (ισχύουσες) διατάξεις

 

20 Χ 200.000 = 4.000.000 δρχ.

 

χωρίς δυνατότητα συμβιβασμού

 

 

20 Χ (1 -200.000 δρχ.) = 200-4.000.000 δρχ.

 

και με δυνατότητα συμβιβασμού

 

Η διάταξη του καταργούμενου εδαφίου ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Με τα επόμενα εδάφια της παραγράφου αυτής που είναι μεταβατικού χαρακτήρα λαμβάνεται μέριμνα και για τις ήδη εκκρεμείς παραβάσεις των περιπτώσεων αυτών. Έτσι, παραβάσεις που εμπίπτουν στις καταργούμενες διατάξεις που δια­πράχθηκαν από 1.7.1992 (ημερομηνία ισχύος του Π.Δ. 186/1992) μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (11.5.1994), ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσης τους από τις φορολογικές αρχές, και εκκρεμούν είτε στις Δ.Ο.Υ. (για έκδοση απο­φάσεων επιβολής προστίμων, ή έχουν εκδοθεί και δεν έχουν περαιωθεί οριστικά με διοικητική επίλυση) είτε ενώπιον των διοικητικών πρωτοδι­κείων (εκκρεμούν δε οι συζητήσεις των προσφυ­γών), κρίνονται, για το ποσό του προστίμου, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρ­θρου 32.

 

Για τις υποθέσεις που εκκρεμούν, για συζήτη­ση ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων λαμβά­νεται μέριμνα ώστε η υποβολή της σχετικής αί­τησης από τον επιτηδευματία να γίνει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 30 ημερών, για τη διοι­κητική επίλυση της διαφοράς, οπότε στην περί­πτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.Δ. 4600/1966 (κατάργηση φορολογικής δίκης κ.λπ.).

 

Εάν όμως δεν επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς οι υποθέσεις αυτές κρίνονται σύμ­φωνα με τις διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρό­νο της διάπραξης της παράβασης, δηλαδή με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

 

Παράγραφος 31 (`Αρνηση θεώρησης βιβλίων και στοιχείων σε συστεγαζόμενες επιχειρήσεις).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκαν, στο τέλος της παραγράφου 8 του άρ­θρου 36, τρία νέα εδάφια βάσει των οποίων υποχρεούται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. να αρ­νείται τη θεώρηση βιβλίων και Στοιχείων του Κώ­δικα στον επιτηδευματία εκείνον που πρόκειται να συστεγαστεί με άλλον επιτηδευματία, εφό­σον στο αντικείμενο των εργασιών του περιλαμβάνεται η παραγωγή ή η εμπορία όμοιων αγαθών. Έτσι, με βάση τις διατάξεις αυτές, προϋπόθεση απαγό­ρευσης συστέγασης επιτηδευματία αποτελεί μόνο η παραγωγή ή η εμπορία ό­μοιων αγαθών. Επομένως η συστέγαση επι­τηδευματιών με παραγωγή ή εμπορία παρόμοιων ή παρεμφερών αγαθών δεν απαγορεύεται. Για παράδειγμα, δεν απαγορεύεται να συστεγαστούν δύο επιτηδευματίες που έχουν ως αντικείμενο εργασιών, την εμπορία σιδήρων ο ένας και την εμπορία αλουμινίων ο άλλος, ή την εμπορία ηλε­κτρικών ειδών (ψυγείων και τηλεοράσεων) ο ένας και ο άλλος την εμπορία κλιματιστικών μηχανη­μάτων.

 

Διευκρινίζεται ότι η κοινόχρηστη κεντρική είσο­δος κάθε οικήματος, στο οποίο στεγάζονται, σε διακεκριμένους χώρους, ομοειδείς επιχειρήσεις, δεν αποτελεί κοινή είσοδο για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης π.χ. σε πολυκατοικία της ο­δού Αιόλου στεγάζονται σε διαφορετικούς ορό­φους, διάφορες ομοειδείς επιχειρήσεις πώλησης ή παραγωγής ενδυμάτων. Αντίθετα, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της υπόψη διάταξης, για οποιαδήποτε κοινή επαγγελματική εγκατάσταση- υποκατάστημα, αποθήκη κ.λπ.

 

Επίσης, με το επιχείρημα της αντιδιαστολής συνάγεται ότι η συστέγαση ελευθέρων επαγγελ­ματιών ή επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών δεν απαγορεύεται. Ακόμη πρέπει να δεχθούμε ότι η συστέγαση γραφείων διοίκησης ή λογιστηρίων διαφορετικών επιχειρήσεων δεν απαγορεύεται.

 

Σημειώνεται ότι η παραπάνω ρύθμιση υπαγο­ρεύτηκε από το γεγονός ότι η συστέγαση των επιτηδευματιών, εκτός του ότι δεν διευκόλυνε τον φορολογικό έλεγχο και δημιουργούσε παράλ­ληλα δυσχέρειες στις ελεγκτικές επαληθεύσεις, απέβλεπε πολλές φορές στην εικονική κυρίως διάσπαση των επιχειρήσεων με απώτερο σκοπό την καταστρατήγηση των φορολογικών τους υπο­χρεώσεων.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.1995.

 

Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να διευκρι­νίσουμε ότι με τις διατάξεις του τελευταίου εδα­φίου της παραγράφου αυτής, που είναι μεταβα­τικού χαρακτήρα, λαμβάνεται μέριμνα, για τις ήδη συστεγαζόμενες επιχειρήσεις, ώστε προκει­μένου να ρυθμιστούν οι μισθωτικές τους σχέ­σεις, η εφαρμογή της να ισχύσει από την 1η Ιουλίου 1995.

 

Παράγραφος 32 (`Αρνηση θεώρησης βιβλίων και στοιχείων χωρίς παροχή ασφάλειας).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε, στην παράγραφο 2 του άρθρου 36, νέα περίπτωση ι΄ και παρέχεται το δικαίωμα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. να αρνείται τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων του κώδικα στον επιτηδευματία εκείνον που δεν εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις, χωρίς παροχή σχετικής ασφάλειας. Η ασφάλεια αυτή που μπο­ρεί να ανέλθει μέχρι 20.000.000 δρχ. γίνεται είτε με εγγραφή πρώτης υποθήκης σε ακίνητο είτε με εγγυητική επιστροφή τράπεζας.

 

Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι πέρα από τις διατάξεις της παρα­γράφου 8 του άρθρου 36 του κώδικα. Είναι γνωστό ότι με βάση τις διατάξεις αυτές (παρά­γραφος 8) ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. μπορεί να αρνηθεί τη θεώρηση μ ο ν ο των φορολογι­κών στοιχείων στις περιοριστικές περιπτώ­σεις που οριοθετούνται ρητά από την παράγρα­φο αυτή (α) μη καταβολή ληξιπρόθεσμων και απαιτητών υποχρεώσεων από φόρους κ.λπ. πάνω από 1.000.000 δρχ., και β) μη υποβολή δηλώ­σεων παρακρατουμένων φόρων. Σχετικά βλέπετε στην παράγραφο 36.8 της Εγκυκλίου 3/1992). Ήδη με τις νέες διατάξεις παρέχεται το δικαίω­μα στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. να αρνεί­ται την θεώρηση όχι μόνο των φο­ρολογικών στοιχείων αλλά και των βιβλίων, χωρίς την παροχή ασφάλειας (κατά τ΄ ανωτέρω), στις περιπτώσεις εκείνες που ο επι­τηδευματίας δεν εκπληρώνει τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Έτσι, μη εκπλήρωση των φορολο­γικών υποχρεώσεων δεν σημαίνει μόνο η μη καταβολή ληξιπροθέσμων και απαιτητών υποχρεώ­σεων από φόρους, από δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου και από πρόστιμα του Κώδικα, ή η μη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων πα­ρακρατουμένων φόρων, σημαίνει ακόμη και η μη υποβολή των φορολογικών δηλώσεων (π.χ. δηλώ­σεων φορολογίας εισοδήματος κ.λπ.).

 

Όπως και παραπάνω τονίστηκε οι νέες διατά­ξεις είναι πέρα από τις διατάξεις της παραγρά­φου 8, όμως πρέπει να δεχθούμε ότι, μέχρι σ΄ ένα σημείο, οι διατάξεις αυτές (οι νέες) μπορούν να λειτουργούν είτε επικουρικά (λόγω μερικής επικάλυψης από τις παλαιές, της παραγράφου 8) είτε και σωρευτικά. Ως παράδειγμα, για επιτη­δευματία που οφείλει στο Δημόσιο ληξιπρόθε­σμους και απαιτητούς φόρους 1.500.000 δρχ., ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. έχει τις εξής δυνατότη­τες: α) να αρνηθεί, με βάση τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 8 και 9, είτε τη θεώ­ρηση στοιχείων (οφειλή πάνω από 1.000.000 δρχ.), είτε τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων (μη εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων), β) να προβεί, με βάση τις ίδιες διατάξεις, είτε σε θεώ­ρηση περιορισμένου αριθμού φορολογικών στοι­χείων, εφόσον ο επιτηδευματίας καταβάλλει μέ­ρος της οφειλής που θα καθορίσει αυτός (ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.), είτε σε θεώρηση βι­βλίων και στοιχείων, εφόσον ο επιτηδευματίας παράσχει σχετική ασφάλεια και γ) να προβεί σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων (περιορισμένου ή μη αριθμού) μόνο με την παροχή σχετικής εγ­γύησης.

 

Διευκρινίζεται ότι σε όσες περιπτώσεις ζητείται παροχή ασφάλειας το ύφος αυτής θα προσδιορί­ζεται κάθε φορά από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος θα εκτιμά τα πραγματικά περι­στατικά, ιδίως την οικονομική κατάσταση του επι­τηδευματία, την εν γένει φορολογική συμπεριφο­ρά του, κλπ.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994.

 

Παράγραφος 33 (Ανασύσταση Επιτροπής Λογι­στικών Βιβλίων).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τρο­ποποιείται η περίπτωση Α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37 και γίνεται ανασύσταση-ανασυγκρότηση της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων (Ε.Λ.Β.). Έτσι, με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής γίνονται οι εξής μεταβολές:

 

α) Στην Ε.Λ.Β. που λειτουργεί στο Υπουργείο Οικονομικών (στην Αθήνα) πρόεδρος της Επιτρο­πής ορίζεται ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Βι­βλίων και Στοιχείων, αντί του Γενικού Διευθυντή Φορολογίας και Δημοσίας Περιουσίας, που συμ­μετείχε μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

 

β) Στην Ε.Λ.Β. τόσο σ΄ αυτή που λειτουργεί στην Αθήνα όσο και σ΄ αυτή που λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη συμμετέχει ως μέλος ένας αντιπρό­σωπος του Εθνικού Συμβουλίου Λογιστικής (Ε..Σ.Υ.Λ.), αντί του υπαλλήλου του Υπουργείου Ε­μπορίου που συμμετείχε μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

 

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,δηλαδή από 11.5.1994

 

Παράγραφος 34 (Απαλλαγή τήρησης βιβλίου α­πογραφών, επιτηδευματιών Β΄ κατηγορίας).

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στέθηκε στην περίπτωση γ΄ του άρθρου 38 νέα υποπερίπτωση γκ΄ με την οποία δίδεται η δυνα­τότητα στον υπουργό των Οικονομικών να απαλ­λάσσει, κατηγορίες επιτηδευματιών σε ολόκληρη τη χώρα ή σε τμήματα αυτής, από την τήρηση βιβλίου απογραφών, το οποίο καθιερώθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Έτσι, με τις διατάξεις αυτές θα μπορεί ο Υπουργός των Οικονομικών να εκδίδει, κατ΄ έτος, αποφάσεις απαλλαγής τήρησης βιβλίου α­πογραφών για τους επιτηδευματίες της δεύτερης κατηγορίας, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που θα αντιμετωπίζουν αντικειμενικές δυσχέρειες στην τήρηση του, κ.λπ. (Σχετικά με την τήρηση του βιβλίου απογραφών, των επιτηδευματιών της Β΄ κατηγορίας, βλέπετε παραπάνω στην παράγραφο μας 1).

 

Παράγραφος 35 (Κατάργηση αποφάσεων)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής κα­ταργούνται οι εξής αποφάσεις του Υπουργού Οι­κονομικών:

 

α) Αρ. Πρωτ. 10123858/230/ΠΟΛ. 1062/ 23.3.1990 (ΦΕΚ Β΄ 245) από 1.7.1994. Για τους λόγους κατάργησης της απόφασης αυτής περισ­σότερα αναφέρονται στην παράγραφο 12 της παρούσης εγκυκλίου.

 

β) Αρ. Πρωτ. 1115278/842/ΠΟΛ. 1292/8.9.1993 (ΦΕΚ 728 Β΄) και μόνο κατά το μέρος της παρα­γράφου 1 της απόφασης αυτής. Είναι γνωστό ότι με την παράγραφο 1 της απόφασης αυτής δόθηκε η δυνατότητα, από 1.1.1993 και στο ε­ξής, να μην τηρούν βιβλία του Κώδικα οι εξής επιτηδευματίες: ι) εφημεριδοπώλες (υποπράκτορες εφημερίδων και περιοδικών), ια) πράκτορες ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ιπποδρομιακών στοιχημάτων και συναφών, ιβ) πράκτορες λαχείων (το προβλε­πόμενο από τις διατάξεις της παραγράφου 5 περίπτωση ι, υποπερίπτωση ιβ του άρθρου 10 του Κώδικα εξακολουθούσε να τηρείται), ιγ) πω­λητές λαχείων, ιδ) φωτορεπόρτερ και ιε) ρακο­συλλέκτες παλαιού χάρτου και χαρτονιών. Ήδη μετά την κατάργηση της παραγράφου 1 της πα­ραπάνω απόφασης οι επιτηδευματίες αυ­τοί υποχρεώνονται από 1.1.1995 στην τήρηση βιβλίων του Κώδικα.

 

Παράγραφος 36 ( Α.Φ.Μ. επί των φορτωτικών)

 

Με τις διατάξεις της ως άνω παραγράφου 36 προστέθηκε πρόταση στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 16 του Κώδι­κα, με την οποία καθιερώνεται από 1 Ιανουαρίου 1995 η υποχρέωση αναγραφής επί των φορτωτι­κών του Α.Φ.Μ. του καταβάλλοντος τα κόμιστρα. Η υποχρέωση αυτή θεσπίστηκε για τις ανάγκες υποβολής των φορολογικών στοιχείων για δια­σταύρωση, αφού όπως είναι γνωστό με την πα­ράγραφο 17 του παρόντος άρθρου καταργήθηκε η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 20 του Κώδικα που αναφέρονταν στην απαλλαγή του μεταφορέα και του μεταφορικού γραφείου από την υποχρέωση υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων. Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που τα κόμιστρα καταβάλλονται από ιδιώτες, δεν απαιτείται η αναγραφή του Α.Φ.Μ., δεδομένου ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στις συγκεντρωτικές καταστάσεις.

 

Α) Αρθρο 44 Εκκρεμείς στην ΥΠΕΔΑ αποφά­σεις επιβολής προστίμων.

 

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται η διαδικασία περαίωσης των αποφάσεων επιβολής προστίμων που είχαν εκδοθεί μέχρι και της 23.8.1993 από την ΥΠΕΔΑ και τα παραρτήματα αυτής.

 

Ειδικότερα, με τις νέες ως άνω διατάξεις ανα­τίθεται στις οικείες Δ.Ο.Υ. η αρμοδιότητα ολο­κλήρωσης της περαίωσης των εκκρεμών αποφά­σεων επιβολής προστίμου, που εκδόθηκαν μέχρι 23.8.1993 από την ΥΠΕΔΑ και τα παραρτήματα της, με Βάση τις καταργηθείσες με τις διατάξεις του άρθρου 21 παράγραφος 10 και 11 του ν. 2166/1993.

 

Αναφορικά με την ολοκλήρωση της διαδικασίας περαίωσης διευκρινίζεται ότι εφόσον η πράξη ε­πιβολής προστίμου έχει κοινοποιηθεί αρμόδια από την ΥΠΕΔΑ και κατ΄ αυτής έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα με αίτημα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, ακολουθούνται, σε κάθε περαιτέρω στάδιο, οι διαδικασίες που ορίζονται από τις κεί­μενες διατάξεις.

 

Σε αντίθετη δε περίπτωση που για τις διαπι­στωθείσες παραβάσεις έχουν εκδοθεί πράξεις ε­πιβολής προστίμου, οι οποίες όπως δεν έχουν κοινοποιηθεί στους παραβάτες επιτηδευματίες, κρίνεται αναγκαίο, για το νομικό κύρος της πρά­ξης να εκδοθεί νέα πράξη προστίμου από την οικεία Δ.Ο.Υ. για την οποία θα ακολουθηθεί η περαιτέρω νόμιμη διαδικασία περαίωσης (κοινο­ποίηση, ένδικα μέσα —διοικητική επίλυση διαφο­ράς— βεβαίωση προστίμου).

 

Β) Αρθρο 27 - ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΤΑΜΕΙΑΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ

 

Με το άρθρο 27 του παραπάνω νόμου προστί­θενται και αντικαθίστανται ορισμένες διατάξεις του ν. 1809/1988, που αναφέρονται στις ηλε­κτρονικές (φορολογικές) ταμιακές μηχανές (φ.τ.μ.) και που, κατά παράγραφο, έχουν ως ε­ξής:

 

Παράγραφος 1 (Χρήση φ.τ.μ. από κυρίως χονδροπωλητές)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προ­στίθενται, μετά το πρώτο εδάφιο της παραγρά­φου 1 του άρθρου 1 του ν. 1809/1988, δύο νέα εδάφια, με βάση τα οποία επεκτείνεται από 1.1.1995 η υποχρέωση χρήσης φ.τ.μ. και στους κυρίως χονδροπωλητές επιτηδευματίες, όταν οι λιανικές τους πωλήσεις διενεργούνται κατά σύ­στημα και όχι περιστασιακά, μάλιστα δε ανεξάρ­τητα από το ποσοστό των πωλήσεων αυτών, σε σχέση με το σύνολο των ετήσιων πωλήσεων τους.

 

Υπάγονται δηλαδή στις υποχρεώσεις του ν. 1809/1988 και οι χονδροπωλήτριες επιχειρήσεις των οποίων το ποσοστό λιανικής πώλησης αγα­θών και υπηρεσιών είναι μικρότερο του 40% των συνολικών τους ακαθαρίστων εσόδων, με την προϋπόθεση ότι οι λιανικές πωλήσεις τους διε­νεργούνται κατά σύστημα και όχι περιστασιακά.

 

Διευκρινίζεται ότι ως εκ περιστάσεως λιανικές πωλήσεις μπορεί να θεωρηθούν οι πωλήσεις που γίνονται για εκποίηση εμπορευμάτων κατόπιν α­δείας της αρμόδιας αρχής, λόγω εκκαθάρισης ή επικείμενης διάλυσης της επιχείρησης, ή οι πω­λήσεις που γίνονται σε περιορισμένο κύκλο προς την επιχείρηση προσώπων, ως λόγου χάρη, σε υπάλληλους της επιχείρησης, σε πρόσωπα του οικογενειακού κύκλου του φορέα της επιχείρησης κ.λπ.

 

Αντίθετα, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν περι­στασιακές οι λιανικές πωλήσεις αγαθών και υπη­ρεσιών, που αντιπροσωπεύουν έστω και μικρό ποσοστό, σε σχέση με το συνολικό ύφος των ακαθαρίστων εσόδων, εφόσον αυτές επαναλαμ­βάνονται τακτικά και προγραμματισμένα από την επιχείρηση ή από κάποιο τμήμα αυτής ή από το πρατήριο της.

 

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι, μεταξύ άλλων, ε­μπίπτουν στην υποχρέωση χρήσης φ.τ.μ. από 1.1.1995 τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα λοιπά τμήματα των ξενοδοχείων, (με εξαίρεση τα τμή­ματα εκείνα που τα έσοδα τους παρακολουθού­νται σε πρόσθετα βιβλία κατ΄ εφαρμογή των δια­τάξεων του άρθρου 10 παράγραφος 5 του Κώδι­κα ή εμπίπτουν σε άλλες εξαιρέσεις, ως λόγου χάρη, τα ιαματικά λουτρά του Ε.Ο.Τ. κ.λπ.), κα­θώς και τα φαρμακεία.

 

Επισημαίνεται, ότι, η υπαγωγή ή μη μιας χονδροπωλήτριας κατά κύριο λόγο επιχείρησης στην υποχρέωση χρήσης φ.τ.μ., ως γεγονός συναρτώμενο με πραγματικά περιστατικά και δεδομένα, είναι θέμα εκτίμησης, κατ΄ αρχήν της ίδιας της επιχείρησης και, στη συνέχεια, των φοροτεχνικών υπηρεσιών.

 

Επειδή όμως, ενδέχεται, να υπάρχουν οριακές περιπτώσεις, παρέχεται η δυνατότητα στον προϊ­στάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας της επιχείρησης, με αιτιολογημένη απόφαση του ν΄ απαλλάσσει τη χονδροπωλήτρια επιχείρηση από την υποχρέωση χρήσης φ.τ.μ.

 

Διευκρινίζεται ότι η χρήση του πιο πάνω δικαι­ώματος πρέπει να γίνεται από τους προϊσταμέ­νους των Δ.Ο.Υ., σε όλως εξαιρετικές περιπτώ­σεις και εφόσον η απαλλαγή είναι απόλυτα δικαιολογημένη, ως λόγου χάρη, λόγω επικείμενης συνταξιοδότησης του ασκούντος ατομική επιχεί­ρηση ή εξαιτίας του μικρού ύψους των ακαθαρί­στων εσόδων και της εμφανούς οικονομικής αδυ­ναμίας απόκτησης φ.τ.μ., κ.λπ.

 

Σημειώνεται ότι, από τις διατάξεις του ν. 1809/ 1988 παρέχεται ευθέως στις χονδροπωλήτριες επιχειρήσεις η δυνατότητα χρήσης Η/Υ, αντί της φ.τ.μ.

 

Τέλος, επισημαίνεται, ότι, οι κυρίως χονδροπω­λήτριες επιχειρήσεις, ανεξάρτητα μάλιστα από το χρόνο υπαγωγής τους στο μέτρο της υποχρεωτι­κής χρήσης φ.τ.μ. (1.1.1995) έχουν υποχρέωση έκδοσης από 1.7.1994 θεωρημένων χειρόγραφων ή μηχανογραφικών αποδείξεων (άρθρο 43 παρ. 16 του παρόντος νόμου. Σχετικές διευκρινίσεις βλέπετε παραπάνω στην ανάλυση της παραγρά­φου 16 του άρθρου 43).

 

Παράγραφος 2 (Κατάργηση ποσοστού εγχώριας παρατιθέμενης αξίας)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καταστάθηκε το άρθρο 2 του ν. 1809/1988.

 

Με τις νέες διατάξεις, επανακαθορίζονται οι διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας καταλληλό­τητας, τόσο για τις εγχωρίως κατασκευαζόμενες, ή συναρμολογούμενες φ.τ.μ., όσο και για τις ει­σαγόμενες εκ του εξωτερικού.

 

Με τις ίδιες διατάξεις καταργείται η παράγρα­φος 2 του άρθρου 14 του ν. 1914/1990, σύμφω­να με την οποία «οι ταμιακές μηχανές πρέπει να εισάγονται σε τμήματα και τουλάχιστον το 35% του κόστους αυτών να καλύπτεται από εγχώρια προστιθέμενη αξία». Έτσι, από 11.5.1994, με τις ως άνω διατάξεις καταργείται, για όλες τις φ.τ.μ., ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης τους, η υποχρέωση ύπαρξης εγχώριας προστιθέ­μενης αξίας, σε ποσοστό 35%. Με τη ρύθμιση αυτή προσαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ν. 1809/1988, προς την Κοινοτική Νομοθεσία.

 

Παράγραφος 3 (παράδοση αντιτύπου τιμολο­γίου, τιμολογίου - Δ.Α. φ.τ.μ.)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καταστάθηκαν το πρώτο εδάφιο της παραγρά­φου 1 και η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 1809/1988. Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, κατά την πώληση φ.τ.μ. το τιμολόγιο ή το τιμο­λόγιο - δελτίο αποστολής εκδίδεται σε δύο επι­πλέον αντίτυπα, με την ένδειξη για τη Δ.Ο.Υ. του αγοραστή.

 

Περαιτέρω, με τις ίδιες διατάξεις, υποχρεώνε­ται ο πωλητής φ.τ.μ. να παραδίδει από 11.5.1994 και εφεξής, ένα αντίτυπο του επιπλέον εκδοθέντος στοιχείου (τιμολόγιο ή τιμολόγιο -΄δελτίο αποστολής) στην οικεία Δ.Ο.Υ. του αγο­ραστή, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημέ­ρα της έκδοσης του.

 

Η ίδια υποχρέωση επιβάλλεται και στον αγο­ραστή, ο οποίος οφείλει και αυτός να παραδώ­σει το άλλο αντίτυπο του στοιχείου που έχει λάβει για την αγορά της Η.Τ.Μ. στη Δ.Ο.Υ. που υπάγεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από της επομένης της λήψης του.

 

Επειδή οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι νέες διατάξεις είναι ουσιαστικού περιεχομένου, για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους, διευκρινί­ζονται τα παρακάτω.

 

Με την παράλληλη παράδοση στην οικεία Δ.Ο.Υ. του αγοραστή των επιπλέον αντιτύπων του στοιχείου που εκδόθηκε κατά την πώληση της φ.τ.μ., διασφαλίζεται ο έλεγχος των διατιθέ­μενων μηχανών, ενημερώνεται ο οικείος φάκελος του αγοραστή επιτηδευματία, αλλά και ελέγχεται ο αριθμός των χρησιμοποιουμένων απ΄ αυτόν φ.τ.μ. Συνεπώς, ενόψει του ουσιαστικού περιεχο­μένου των νέων διατάξεων, επιβάλλεται η παρά­δοση των επιπλέον αντιτύπων να προκύπτει από βεβαία χρονολογία ή τον αύξοντα αριθμό πρωτο­κόλλου της Δ.Ο.Υ.

 

Διευκρινίζεται, ότι, κατ΄ εξαίρεση και προκειμέ­νου να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος προσαρμο­γής και εκτύπωσης εντύπων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου, στις περιπτώσεις που πράγματι προκύπτουν άμεσες δυσχέρειες εφαρ­μογής των νέων διατάξεων, ή και για την εξάντ­ληση των ήδη τυπωθέντων στοιχείων, παρέχεται η ευχέρεια μέχρι 31.12.1994, στους κατ΄ επάγ­γελμα πωλητές φ.τ.μ. να παραδίδουν στην οικεία Δ.Ο.Υ. του αγοραστή φωτοαντίγραφο του εκδο­θέντος στοιχείου, επικυρωμένου δια της υπογρα­φής και της σφραγίδας της επιχείρησης;.

 

Ακόμη επισημαίνεται ότι η υπόψη υποχρέωση καταλαμβάνει και τους επιτηδευματίες που μετα­βιβάζουν (πωλούν κ.λπ.) τη φ.τ.μ., λόγω παύσης των εργασιών τους ή για άλλο λόγο, χωρίς να είναι κατ΄ επάγγελμα πωλητές ή μεταπωλητές -αντιπρόσωποι φ.τ.μ. Για τις περιπτώσεις αυτές επιτρέπεται η αποστολή στη Δ.Ο.Υ. και η χορή­γηση στον αγοραστή, αντί αντιτύπων του εκδο­θέντος τιμολογίου, φωτοαντιγράφων που να φέ­ρουν τη σφραγίδα και την υπογραφή του πω­λητή.

 

Για τον αγοραστή επιτηδευματία δεν τίθεται θέμα παράδοσης του εκδοθέντος στοιχείου, σε φωτοαντίγραφο, δεδομένου ότι, με τις καταργη­θείσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 1809/1988 το τιμολόγιο ή το τιμολόγιο -δελτίο αποστολής εκδίδονταν και προηγούμενα με ένα επιπλέον αντίγραφο με την ένδειξη για τη Δ.Ο.Υ. του αγοραστή.

 

Τέλος, επισημαίνεται, ότι, σε όσες περιπτώσεις δεν παραδίδονται στις οικείες Δ.Ο.Υ. του αγορα­στή τα επιπλέον εκδιδόμενα στοιχεία, στις προ­θεσμίες που ορίζονται από το νόμο, ή εάν πα­ραδοθεί το σχετικό αντίτυπο μόνο από τον ένα υπόχρεο, αρμόδια επιβάλλονται οι προβλεπόμε­νες από τις διατάξεις του ν. 1809/1988 κυρώ­σεις.

 

Παράγραφος 4 (Έλεγχος αξιοπιστίας φ.τ.μ. ή Ταμειακών Συστημάτων)

 

Με τις νέες διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 1809/1988 και προστέθηκε νέα παράγραφος 3.

 

Με τις νέες διατάξεις καθορίζονται οι διαδικασίες, ως και οι αρμόδιοι φορείς, ελέγχου καταλ­ληλότητας των φ.τ.μ. και ορίζεται ότι για τις φ.τ.μ. ο έλεγχος γίνεται σε δείγμα, που η ποσό­τητα του καθορίζεται με βάση τα διεθνώς ισχύο­ντα και επαναλαμβάνεται με τη συμπλήρωση κά­θε πεντακοσίων (500) μηχανών, όταν αυτές κατα­σκευάζονται ή συναρμολογούνται σε εγχώρια ερ­γαστήρια ή με την εισαγωγή κάθε νέας ποσότη­τας.

 

Διευκρινίζεται ότι ως αφετηρία έναρξης υπο­λογισμού του αριθμού πεντακόσια (500), μετά τη συμπλήρωση του οποίου διενεργείται έλεγχος καταλληλότητας για τις μηχανές που κατασκευά­ζονται ή συναρμολογούνται σε εγχώρια εργαστή­ρια, λαμβάνεται η 11.5.1994. Για δε τις εισαγό­μενες, λαμβάνεται δείγμα για έλεγχο, από κάθε νέα παρτίδα, ανεξαρτήτως αριθμού εισαγομένων μηχανών.

 

Επειδή οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, σχετικά με τον έλεγχο αξιοπιστίας και καταλλη­λότητας των φ.τ.μ. ως και των ταμιακών συστη­μάτων, αφορούν κυρίως τους κατασκευαστές φ.τ.μ. και συστημάτων και δεδομένης της σαφή­νειας τους δεν απαιτείται περαιτέρω ανάλυση τους.

 

Παράγραφος 5 (Έννοια κατασκευαστή φ.τ.μ.)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντι­καταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11 του ν. 1809/1988, που είχε τεθεί με την παρά­γραφο 6 του άρθρου 14 του ν. 1914/1990.

 

Με την ως άνω παράγραφο ως κατασκευα­στής νοείται η επιχείρηση που έχει λάβει άδεια καταλληλότητας από την αρμόδια επιτροπή του άρθρου 7 του ν. 1809/1988 για συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους τύπους φ.τ.μ. ή ταμιακών συστη­μάτων, τις οποίες κατασκευάζει σε εγχώρια ερ­γαστήρια ή τις εισάγει ολοκληρωμένες από άλλη χώρα. Η διατύπωση της παραγράφου αυτής εί­ναι απολύτως σαφής και συνεπώς δεν απαιτείται περαιτέρω ανάλυση της.

 

Παράγραφος 6 (χρόνος ισχύος)

 

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορί­ζεται ως χρόνος έναρξης της υποχρέωσης χρή­σης φ.τ.μ. για τους κυρίως χονδροπωλητές αγα­θών και υπηρεσιών η 1η Ιανουαρίου 1995, για δε τις λοιπές παραγράφους του άρ­θρου 27 του ν. 2214/1994, η 11.5.1994 δηλαδή η ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

 

Αρθρο 66 (περιπτώσεις ιγ΄, ιδ΄, ιε΄ και ιστ΄. Έναρξη ισχύος)

 

Με τις περιπτώσεις ιγ΄, ιδ΄, ιε΄ και ιστ΄ του άρθρου 66 ορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων που αναφέρονται στον Κώδικα Βι­βλίων και Στοιχείων και στις Φορολογικές Ταμια­κές Μηχανές. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι, αν και στις κατ΄ ιδία διατάξεις (παραγράφους κ.λπ.) παρατίθεται ο χρόνος έναρξης ισχύος και έτσι να θεωρείται ότι, παρέλκει η εκ νέου επισή­μανση της έναρξης εφαρμογής αυτών, εν τού­τοις κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί και πίνακας χρόνος έναρξης ισχύος των νέων διατάξεων.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

ΑΡΘΡΑ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ

Α) Αρθρο 43

Παράγραφος 1 Από 31.12.1994

Παράγραφος 2 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 3 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 4 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 5 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 6 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 7 Ανενεργός διάταξη

Παράγραφος 8 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 9 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 10 Από 1. 7.1994

Παράγραφος 11 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 12 Από 1. 7.1994

Παράγραφος 13 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 14 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 15 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 16 Από 1. 7.1994

Παράγραφος 17 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 18 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 19 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 20 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 21 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 22 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 23 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 24 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 25 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 26 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 27 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 28 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 29 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 30 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 31 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 32 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 33 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 34 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 35 α) Από 1. 7.1994 για την Α.Υ.Ο.

ΠΟΛ.1062/1990

β) Από 1. 1.1995 για την Α.Υ.Ο.

ΠΟΛ.1292/1993

Παράγραφος 36 Από 1. 1.1995

Β) Αρθρο 44 Από 11. 5.1994

Γ) Αρθρο 27

Παράγραφος 1 Από 1. 1.1995

Παράγραφος 2 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 3 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 4 Από 11. 5.1994

Παράγραφος 5 Από 11. 5.1994

Πηγή:


B4-B5_728X90